Αγωγή παροχής διόδου – κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό της διόδου
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ, «αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς τον δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριος του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης. Η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση». Ως ακίνητο δε, που στερείται της αναγκαίας διόδου προς την οδό, είναι εκείνο που στερείται από κάθε επικοινωνία με την δημοσία, δημοτική ή κοινοτική οδό αναγκαία για την, σύμφωνα με τον προορισμό του, εκμετάλλευση, καθώς και εκείνο το οποίο έχει μεν δίοδο, πλην αυτή ατελώς εξυπηρετεί τις ανάγκες του ακινήτου δια της υφιστάμενης επικοινωνίας, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου. Υπό την ανωτέρω έννοια του περίκλειστου, τέτοιο είναι και εκείνο το ακίνητο, του οποίου η επικοινωνία με οδό, κατά τα άνω, γίνεται με τη χρησιμοποίηση διόδου μέσω γειτονικού ακινήτου, χωρίς προς τούτο δικαίωμα εμπράγματο ή ενοχικό του κυρίου του, αλλά απλώς κατ’ ανοχή ή παρεχόμενη άδεια του ιδιοκτήτη του γειτονικού ακινήτου (ΑΠ 314/2001 ΕλλΔνη 2001.1295, ΑΠ 443/1994 ΝοΒ 1995.539).
Η έκταση του προς χρήση διόδου δικαιώματος, πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητα αυτού, όπως και η επάρκεια της διόδου, κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, τον προορισμό και τη θέση ή περιοχή τούτου, με κριτήρια δηλαδή την ωφέλεια του περίκλειστου ακινήτου και την ανάλογη θυσία του γειτονικού, ύστερα από στάθμιση των συμφερόντων των μερών (Μπαλή, ΕμπρΔ. παρ. 40, Τούση παρ. 79, ΑΠ 1090/1990, ΕλλΔνη 32.1246, ΑΠ 1375/1977 ΝοΒ 26.1062, ΑΠ 22/1967, ΝοΒ 15.646, ΕφΑθ 302/1993 ΕλλΔνη 34.641, ΕφΘεσ 1509/1982, Αρμ 38.26). Σκοπός του νόμου είναι η απόκτηση της αναγκαίας διόδου, υπό τη μορφή εμπράγματης δουλείας οδού, ώστε με τη λειτουργία της το περίκλειστο ακίνητο να έχει στο εξής ικανή πρόσβαση σε κοινόχρηστο δρόμο και να γίνεται πλέον ανεμπόδιστα η κατά προορισμό οικονομική του εκμετάλλευση. Συνακόλουθα ως «δρόμος» κατά την έννοια του άρθρου 1012 ΑΚ νοείται ο δημόσιος δρόμος, δηλαδή ο κοινόχρηστος δρόμος, ανεξάρτητα αν πρόκειται κατά τις διακρίσεις της περί οδών νομοθεσίας (ΠΔ 25/28.11.1929 «περί κωδικοποιήσεως των περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών κειμένων διατάξεων», άρθρα 1-3) για εθνική, επαρχιακή, δημοτική ή κοινοτική οδό (Βλ. Απ. Γεωργιάδη/Μιχ. Σταθόπουλου, ΑΚ, τομ. V, εκδ. 1985, άρθ. 1012, αριθ. 13, σελ. 362).
Περαιτέρω η έκταση του προς χρήση διόδου δικαιώματος, που καθορίζεται αντικειμενικούς, πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητα αυτού, η δε επάρκεια της διόδου κρίνεται επίσης αντικειμενικούς κατά τις, κατά τον χρόνο εγέρσεως της αγωγής, συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες, δηλαδή τις υφιστάμενες ανάγκες του ακινήτου, τον υφιστάμενο προορισμό, την θέση ή περιοχή. Στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία, κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθεί αυτή, με την επιλογή της προσφορότερης διέλευσης, η οποία θα έχει ως κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων, δηλαδή με κριτήρια την ωφέλεια του περίκλειστου ακινήτου και την ανάλογη θυσία του γειτονικού, ύστερα από στάθμιση των συμφερόντων των μερών, χωρίς το Δικαστήριο να έχει υποχρέωση να δεχθεί το αίτημα του δικαιούχου ενάγοντος αναφορικά με τη χάραξη ή την τυχόν διαπλάτυνση της διόδου αν κρίνει ότι ο τρόπος αυτός είναι επιζήμιος (ΑΠ 1704/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 168/1991 ΕλλΔ/νη 33. 829, ΑΠ 1375/1977 ΝοΒ 26. 1062, ΑΠ 22/1967ΝοΒ 15.646, ΕφΘεσ 1509/1982 Αρμ 38. 26, Μπαλής, Εμπράγματον Δίκαιον, §40, Τούσης, Εμπράγματον Δίκαιον, §79). Έτσι το Δικαστήριο θα καθορίσει τη δίοδο που παρέχει καταρχήν κατά την κρίση του τη συντομότερη επικοινωνία με τον δημόσιο δρόμο προς τον οποίο ζητείται πρόσβαση, δεν πρέπει, όμως, ν` ακολουθήσει την αρχή της συντομότερης διόδου, όταν η τήρηση της είτε δεν εξυπηρετεί επαρκώς το περίκλειστο ακίνητο, είτε εμφανίζει μεγάλες φυσικές ή τεχνητές δυσχέρειες, είτε πλήττει υπερβολικά το ακίνητο από το οποίο θα διέλθει η δίοδος, είτε αυτό επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΕφΔωδ 130/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΡοδ 1/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M
E-mail: info@efotopoulou.gr