Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αγωγή περί κλήρου (άρθ. 1871 ΑΚ) – Πώς γίνεται ο υπολογισμός νόμιμης μοίρας – Μετά το Ν. 1329/1983, κάθε παροχή από ελευθεριότητα που έγινε από τον κληρονομούμενο στο μεριδούχο είναι κατά το νόμο καταλογιστέα, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1871, 1872 παρ. 1, 1873, 1876 παρ. 1, 1877 και 1097 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι ο κληρονόμος δικαιούται με την περί κλήρου αγωγή, να απαιτήσει κατά του συγκληρονόμου του, ο οποίος κατακρατεί την κληρονομική του μερίδα, αντιποιούμενος το κληρονομικό του δικαίωμα την απόδοση των κληρονομιαίων «αντικειμένων», εκείνων δηλαδή επί των οποίων ο κληρονομούμενος είχε κυριότητα, νομή ή και απλή κατοχή, κατά το κληρονομικό του ποσοστό, σε περίπτωση, δε, αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης αυτών, αποζημίωση, ενώ κατά το άρθρο 1825 παρ. 2 ΑΚ, ο νόμιμος μεριδούχος κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του μετέχει στην κληρονομιά ως κληρονόμος.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1831 και 1833 ΑΚ για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας (άρθ. 1825 παρ. 1 ΑΚ), λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή συνυπολογίζονται όλα τα υπάρχοντα κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά περιουσιακά του στοιχεία δεικτικά κληρονομικής διαδοχής (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομιάς, οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου, καθώς και οι δαπάνες απογραφής της κληρονομιάς, προστίθεται, δε, ακολούθως σε αυτά και θεωρούνται ως υπάρχουσες στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), οι αναφερόμενες στα άρθρα 1831 παρ. 2 και 1833 ΑΚ παροχές του κληρονομούμενου, που πραγματοποίησε όσο ζούσε, προς τους μεριδούχους ή τρίτους με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, και επί της προσδιοριζομένης με τον τρόπο αυτόν αυξημένης (πλασματικής) κληρονομικής ομάδας εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του αναγκαίου κληρονόμου. Το ποσοστό της νόμιμης μοίρας αποτελεί ποσοστό της καθαρής πραγματικής κληρονομιάς, από την οποία λαμβάνει αυτό ο μεριδούχος, ο οποίος, κατά το ποσοστό αυτό, συντρέχει ως κληρονόμος.

Στην περίπτωση, ωστόσο, κατά την οποία η προσθετέα παροχή είναι και καταλογιστέα στη νόμιμη μοίρα, κατά το άρθρο 1833 ΑΚ, τότε πρέπει να εξευρίσκεται η αξία της καταλογιστέας παροχής. Στη νόμιμη μοίρα, δε, κάθε μεριδούχου καταλογίζεται κάθε παροχή από ελευθεριότητα που έγινε από τον κληρονομούμενο στο μεριδούχο, αφού, μετά το Ν. 1329/1983, αυτή είναι κατά Νόμο καταλογιστέα, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά. Συνεπώς, όταν δεν υπάρχει διαφορετική βούληση του κληρονομουμένου, στη νόμιμη μοίρα καταλογίζεται και η δωρεά προς το μεριδούχο που έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, αφού και αυτή δεν παύει να είναι παροχή από ελευθεριότητα, που δόθηκε, δηλαδή, από τον κληρονομούμενο χωρίς νόμιμη υποχρέωση, επομένως, με τη διατύπωση αυτή ο Νόμος εννοεί κάθε άλλη παροχή από ελευθεριότητα γονέα προς παιδί, όπως είναι αυτή που προβλέπεται από το άρθρο 1509 εδ. α΄ ΑΚ, άσχετα αν η παροχή αυτή αποτελεί ή όχι δωρεά, σύμφωνα με το άρθρο αυτό και άσχετα αν γίνεται ή όχι με τον τύπο της δωρεάς, αρκεί ότι γίνεται από ελευθεριότητα και όχι από νομική υποχρέωση[1]. Το ποσοστό που θα προκύψει ανάγεται σε ποσοστό της καθαρής πραγματικής κληρονομιάς και κατά το ποσοστό αυτό συντρέχει ο νόμιμος μεριδούχος ως κληρονόμος[2].

Ενόψει τούτων, στις προστιθέμενες κατά το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ στην κληρονομιά παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτούς παροχές, έστω και αν έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, όπως και οι δωρεές προς τρίτους, εφόσον οι τελευταίες αυτές έγιναν στα τελευταία δέκα χρόνια πριν πεθάνει ο κληρονομούμενος, αν δεν αποδείξει ο τρίτος δωρεοδόχος ότι αυτές έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον[3].

Έτσι, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου: α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (πραγματική κληρονομιά), β) αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομιάς, οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου, καθώς και οι δαπάνες απογραφής της κληρονομιάς, γ) προστίθενται με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους (πλασματική κληρονομιά), δ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα, που προσδιορίζεται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου [από την οποία εν συνεχεία αφαιρείται η παροχή που έλαβε ο μεριδούχος, αν πράγματι έλαβε τέτοια όσο ζούσε ο κληρονομούμενος (καταλογιστέα παροχή)] και ε) σχηματίζεται ένα κλάσμα με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του. Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρανομαστή παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει έτσι τη νόμιμη μοίρα του[4].

Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1825, 1839, 1840 και 1843 ΑΚ με σαφήνεια, λοιπόν, προκύπτει ότι ο δικαιούμενος νόμιμη μοίρα τη λαμβάνει και εναντίον της θέλησης του διαθέτη, ενώ ο τελευταίος, με διάταξη τελευταίας βούλησης, μπορεί να στερήσει το δικαιούχο από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας μόνο για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται στη διαθήκη και υπάρχουν κατά τη σύνταξη αυτής, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 1840 ΑΚ[5]. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1820 και 1825 ΑΚ, δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο σύζυγος που επιζεί, οι οποίοι θα είχαν κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας, που συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, ο δε μεριδούχος συντρέχει αυτοδικαίως εκ του νόμου, ως κληρονόμος στο σύνολο της κληρονομιάς και έχει εμπράγματο δικαίωμα, κατά το ανωτέρω ποσοστό, επί όλων των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, το οποίο ασκεί με την περί κλήρου αγωγή[6], οπότε οι διατάξεις της διαθήκης αναιρούνται, αλλά μόνο μέχρι τη νόμιμη μοίρα (άρθρο 1713 ΑΚ), ενώ κατά το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ, εφόσον δεν γίνεται επίκληση και δεν αποδεικνύεται νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρώσιμου της διαθήκης[7] (352/2012ΠΠρΑθ ΤΝΠ NOMOS).

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΕφΠατρ 105/2007, ΑχαΝομ 2008/285

[2] βλ. Ολ. ΑΠ 769/1970, ΑΠ 1233/2009 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 961/2004, ΑχαΝομ 2005/203

[3] βλ .ΑΠ 898/2009, ΧρΙΔ 2010/95

[4] βλ. Ολ. ΑΠ 1404/1984, ΑΠ 207/2008, ΧρΙΔ 2008/708

[5] βλ. ΑΠ 146/2009, ΕλλΔ/νη 2010/745, ΑΠ 1411/1998, Αρμ. 1998/1488, ΑΠ 1292/1998 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 621/2009, ΕλλΔ/νη 2010/231, ΕφΑθ 4632/2007, ΕλλΔ/νη 49.281, ΕφΘεσ 2855/2002, Αρμ. 2004/375

[6] βλ. ΕφΑθ 621/2009 ό.π., ΕφΑθ 1428/1999, ΕλλΔ/νη 2000/517, ΕφΑθ 2576/1998, ΕλλΔ/νη 40. 413, ΕφΑθ 1604/1997, ΕλλΔ/νη 39. 177

[7] βλ. ΑΠ 1349/2005, ΕλλΔ/νη 47. 158, ΑΠ 122/1998, ΕλλΔ/νη 39. 575, ΑΠ 1389/1990, ΕλλΔ/νη 1992/331, ΕφΑθ 4000/2008, ΕλλΔ/νη 2008/1515, ΕφΑθ 5632/2007, ό.π., ΕφΘεσ 2513/2005 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 97/2000, ΕλλΔ/νη 41.1416

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί