Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αναστολή δίκης για προκριματικά ζητήματα (249 ΚΠολΔ)

Το άρθρο 249 ΚΠολΔ ορίζει ότι «Αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί. Αν η διοικητική αρχή δεν έχει ακόμη ασχοληθεί με την υπόθεση, το δικαστήριο ορίζει προθεσμία, μέσα στην οποία ο διάδικος οφείλει να προκαλέσει με αίτηση την ενέργεια της αρχής».

Από τη διατύπωση και την έννοια της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στην εκούσια δικαιοδοσία και στις ειδικές διαδικασίες, όχι όμως και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (λόγω της ταχύτητας που εξ ορισμού διέπει την εν λόγω διαδικασία, του κατεπείγοντος που αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό των ασφαλιστικών μέτρων και του γεγονότος ότι πλέον, μέχρι την έκδοση της δεύτερης απόφασης επί της εκκρεμούς δίκης χάριν της οποίας ανεστάλη η δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, θα έχει πιθανώς εκδοθεί και απόφαση επί της κύριας δίκης στην υπόθεση των ασφαλιστικών μέτρων), συνάγεται ότι εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή ή, κατά νομική ακριβολογία, την αναστολή της δίκης ή να χωρήσει περαιτέρω στην έρευνα της διαφοράς, όταν για το ίδιο θέμα υφίσταται άλλη πολιτική δίκη εκκρεμής ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου, ανεξαρτήτως βαθμού, ακόμη και κατώτερου, μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων προσώπων[1]. Σημειούται ότι η κρίση του δικαστηρίου περί της χορήγησης της αναστολής δεν ελέγχεται με έφεση ή αναίρεση. Η κατά την προκείμενη διάταξη αναστολή επιδιώκει δύο παράλληλους σκοπούς: την εναρμόνιση των δικαστικών κρίσεων, ώστε να προληφθεί ή έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, και την εξυπηρέτηση της οικονομίας της δίκης.

Η αναστολή χωρεί μετά από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως. Η διάταξη εφαρμόζεται στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό, αλλά και ενώπιον του Αρείου Πάγου[2]. Η απόφαση που αναστέλλει τη δίκη είναι μη οριστική και δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα, μπορεί επομένως να ανακληθεί από το δικαστήριο που την εξέδωσε μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Μετά την έκδοσή της, η εκκρεμοδικία διατηρείται και η επαναλαμβανόμενη μετά την αναστολή συζήτηση θεωρείται συνέχεια της αρχικής. Η ίδια η απόφαση που διατάσσει την αναστολή, αποτελεί γεγονός ανωτέρας βίας που αναστέλλει την παραγραφή εν επιδικία (255 ΑΚ). Το δικαστικό ένσημο δεν αναλώνεται και δύναται να χρησιμοποιηθεί στη συζήτηση μετά την αναστολή.

Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ είναι οι ακόλουθες: α) εξάρτηση της διαγνώσεως στη μία δίκη από άλλες έννομες συνέπειες, δηλαδή σχέση προδικαστικότητας, β) η αναστολή θα πρέπει να ενδείκνυται λόγω των δυσχερειών του νομικού ζητήματος και να μην παρελκύει τη δίκη, γ) η άλλη δίκη να είναι εκκρεμής (να έχει τουλάχιστον κατατεθεί το δικόγραφο της αγωγής ή να έχει ασκηθεί το ένδικο μέσο), ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου (πολιτικού ή διοικητικού ή και διοικητικής αρχής) ανεξαρτήτως βαθμού, μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων προσώπων. Εδώ περιλαμβάνονται και το ΔΕΕ αλλά και το ΕΔΔΑ.

Ειδικότερα, η ευχέρεια του δικαστηρίου για την αναστολή της συζήτησης υπάρχει, όταν η διάγνωση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την επίλυση κάποιου ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον αυτού ή άλλου δικαστηρίου ανεξαρτήτως βαθμού, μεταξύ των ίδιων ή διαφορετικών προσώπων, και εμφανίζεται ως προδικαστικό ζήτημα αυτής, ήτοι συναρτάται με κάποια έννομη σχέση η οποία συνιστά προϋπόθεση για τη γέννηση ή την εξακολούθηση της ισχύος του επίδικου δικαιώματος και προβλέπεται ακόμη ότι η αυτοτελής στη δεύτερη αυτή δίκη διάγνωση του προδικαστικού ζητήματος θα γίνει ταχύτερα και ασφαλέστερα, και έτσι θα συντελέσει στη διευκόλυνση και επιτάχυνση της πορείας της δίκης που θα αναβληθεί[3]. Όταν ο νομός απαιτεί την εξάρτηση της αναβολής από άλλες έννομες σχέσεις, ακόμη και στις περιπτώσεις της υποχρεωτικής αναβολής, προϋποθέτει ύπαρξη δεσμού νομικής αναγκαιότητας ανάμεσά τους, ώστε να μην είναι δυνατή η διάγνωση της επίδικης διαφοράς χωρίς την κρίση της υποκείμενης και εξαρτώσας έννομης σχέσης. Όταν ελλείπει τέτοιος δεσμός νομικής αναγκαιότητας, η αναστολή είναι ανεπίτρεπτη[4].

Το πεδίο εφαρμογής της υπό κρίση διάταξης είναι δυνατό να διευρυνθεί για να καλύψει  κάθε περίπτωση πραγματικής εξαρτήσεως της υπό διάγνωση διαφοράς. Τέτοια εξάρτηση υφίσταται λ.χ. όταν η απόφαση του άλλου δικαστηρίου συνεκτιμάται στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας[5] ή όταν εκκρεμούν όμοιες κατά περιεχόμενο αγωγές διαφόρων εναγόντων κατά του ίδιου εναγομένου[6].

Η αναστολή της δίκης διαρκεί μέχρι να περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη εκκρεμής πολιτική ή διοικητική δίκη. Αμετάκλητη περάτωση της άλλης δίκης απαιτείται όταν οι κύριες συνέπειες  της έτερης δίκης προϋποθέτουν αμετάκλητη απόφαση, ενώ στις λοιπές περιπτώσεις αρκεί η τελεσιδικία. Εάν το ζήτημα εκκρεμεί σε διοικητική αρχή, το απώτατο όριο αναστολής είναι η άπρακτη πάροδος άσκησης προσφυγής  κατά της πράξεως της διοίκησης ή η έκδοση απόφασης από το Συμβούλιο της Επικρατείας επί της προσφυγής. Κατ’ άλλη γνώμη, το όριο της αναστολής επεκτείνεται μέχρι να εκδοθεί η διοικητική πράξη κατά την οποίας δε χωρεί πλέον καμία προσφυγή.

Τέλος, σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες νομολογιακές παραδοχές κατά την ερμηνευτική προσέγγιση της ως άνω διατάξεως[7], «Από τη διατύπωση και την έννοια της διατάξεως αυτής που έχει θεσπισθεί για να αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και για την εναρμόνιση της δικαστικής κρίσης σχετικά με το ίδιο ζήτημα ή από άλλο λόγο, ώστε να επιτευχθεί η ορθή εκτίμηση της διαφοράς (ΑΠ 2066/1984 ΝοΒ 33.1161, ΕφΑΘ 370/1993 ΕλλΔνη 1994. 492) και η κατά ταυτόσημο τρόπο επίλυση αυτής ή αξιώσεως που γενεσιουργό αιτία έχουν την (ήδη παραλλήλως κρινομένη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής) διαφορά αυτήν και εντεύθεν να διασφαλιστεί το κύρος της δικαιοσύνης (ΕφΛαρ 311/2004 αδημ., ΕφΑΘ 6470/1991 ΕλλΔνη 1993. 910) αλλά και για την οικονομία της δίκης, εκεί όπου δεν βοηθάει η ένσταση της εκκρεμοδικίας και η οποία εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου (ΚΠολΔ 524), προκύπτει ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή ή να προχωρήσει περαιτέρω στην έρευνα της διαφοράς, όταν για το ίδιο θέμα υπάρχει άλλη πολιτική δίκη εκκρεμής ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου, ανεξαρτήτως βαθμού, μεταξύ των αυτών ή διαφόρων προσώπων (ΑΠ 2066/1984 ΝοΒ 33. 1161, ΕφΑΘ 370/1993 ΕλλΔνη 1994. 492). Άλλωστε, η ευχέρεια του δικαστηρίου, που επιτρέπεται να διαταχθεί και για πρώτη φορά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπάρχει και όταν η διάγνωση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εξαρτάται ολικά ή μερικά από την επίλυση κάποιου ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του αυτού ή άλλου δικαστηρίου ανεξαρτήτως βαθμού, μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών προσώπων και εμφανίζεται ως προδικαστικό ζήτημα αυτής, δηλαδή, συναρτάται με κάποια έννομη σχέση, η οποία συνιστά προϋπόθεση για τη γέννηση ή την εξακολούθηση της ισχύος του επίδικου δικαιώματος και προβλέπεται ακόμα ότι αυτή η αυτοτελής στη δεύτερη δίκη διάγνωση του προδικαστικού ζητήματος θα γίνει ταχύτερα και ασφαλέστερα και έτσι θα συντελέσει στη διευκόλυνση ή επιτάχυνση της πορείας της δίκης που θα πρέπει να αναβληθεί ( ΕφΔωδ 119/2004 αδημ., ΕφΑΘ 5097/1993 ΕλλΔνη 35. 1131, ΕφΑΘ 1436/1979 ΝοΒ 28. 522). Εκτός όμως από την πρόληψη εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, ο δικαστής που καλείται να αναστείλει τη δίκη σταθμίζει ταυτόχρονα τον κίνδυνο επιβραδύνσεώς της. Η αναστολή που από τη φύση της επιβραδύνει τη διαδικασία, θα πρέπει να ενδείκνυται λόγω των δυσχερειών του εκκρεμούς ζητήματος και να μην παρελκύει απλώς τη δίκη (ΕφΔωδ 363/1995 ΑρχΝ 1996. 312,315, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, ΕρμΚΠολΔ άρθρο 249, σ. 524). Έτσι δεν είναι δυνατή η αναστολή της δίκης, εάν αυτή έχει ως συνέπεια την παρέλκυση της δίκης για πολλά χρόνια, χωρίς να διευκολύνεται η οικονομία της δίκης και ο σκοπός εναρμόνισης της δικαστικής κρίσης (ΕφΘεσ 673/2009 δημ. Νόμος, ΕφΑΘ 10144/1995 Αρμ 1996.189)».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 3η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, σελ. 570 επ. (υπό άρθρο 249), Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Ι, 1-590, Εκδόσεις Σάκκουλα/Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα/Αθήνα-Κομοτηνή, Δίκαιο & Οικονομία/ Π. Ν. Σάκκουλας, σελ. 522 επ. (υπό άρθρο 249), Β. Α. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Β΄, Άρθρα 221-477, Αθήνα 1994, σελ. 150 επ. (υπό άρθρο 249).

[2] Βλ. ΑΠ 467/2014, ΑΠ 896/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Βλ. όμως και ΑΠ 896/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσ 1908/1991, ΕλλΔνη 1992, σελ. 1237.

[3] Βλ. ΕφΑθ 10774/1987, ΕΔΠ 1988, σελ. 274, ΕφΠειρ 723/1983, Δ 15, σελ. 280, ΕφΑθ 1436/1979, ΝοΒ 28, σελ. 522, ΕφΛαρ 524/1974 Δ 6, σελ. 728.

[4] Βλ. ΕφΑθ 559/1970, Αρμ 24, σελ. 721, ΜονΠρΘεσσ 3238/1972, ΑρχΝ 1973, σελ. 773, ΠολΠρΣερρ 15/1970, ΕΕΝ 1970, σελ. 279.

[5] Βλ. ΕφΑθ 370/1993, ΕλλΔνη 1994, σελ. 492.

[6] Βλ. ΕφΑθ 6470/1991, ΕλλΔνη 1992, σελ. 910.

[7] Βλ. ενδεικτικά ΕιρΚαβ 320/2015, ΕφΑθ 1147/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί