Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αντιρρήσεις σχετικά με την εκτέλεση της ποινής – Πρόβλεψη του νόμου σε περίπτωση αμφιβολιών για την ταυτότητα του καταδικασμένου

Η συνωνυμία ενός προσώπου με κάποιο άλλο (ταύτιση ονόματος και επωνύμου), και ακόμη περισσότερο η σπάνια, αλλά διόλου αδύνατη, περίπτωση, όπου το πατρώνυμο ως κύριο διακριτικό στοιχείο, τυγχάνει να συμπίπτει και αυτό, ενδέχεται να δημιουργήσει ποικίλα προβλήματα και αναταράξεις

όχι μόνο στην καθημερινή επαγγελματική ζωή, την ιδιωτική σφαίρα και τη διεκπεραίωση υποθέσεων ενώπιον των διοικητικών αρχών ενός ατόμου που έχει αυτήν την κακοτυχία, αλλά ακόμη και σε επίπεδο ακούσιων και συχνά εντελώς αγνοούμενων από αυτόν, εμπλοκών του σε πρώτη φάση με τις αστυνομικές αρχές και σε δεύτερη με την ποινική δικαιοσύνη.

Αποτέλεσμα αυτού είναι στην εσχάτη των περιπτώσεων, η ύπαρξη μιας ποινικής καταδικαστικής απόφασης εις βάρος του, η οποία, μάλιστα αν η υπόθεσή του σε μία ακόμη χειρότερη εξέλιξη των πραγμάτων  τύχει να ερημοδικασθεί , επειδή δε θα έχει κλητευθεί, επειδή η ταυτότητα του δράστη έχει προσδιοριστεί εσφαλμένα και ο πραγματικός δράστης είναι αγνώστου διαμονής,  καθίσταται  αμετάκλητη και άρα ανεπίδεκτη ασκήσεως οιουδήποτε ένδικου μέσου. Ανακύπτει λοιπόν το εύλογο ερώτημα σε αυτή την περίπτωση τι συμβαίνει; Παραμένει μία απόφαση και πόσο μάλλον μια αμετάκλητη καταδίκη που αναμφίβολα στιγματίζει το ποινικό μητρώο κάποιου δια βίου  (με ότι συνέπειες ενδεχομένως έχει αυτό π.χ., αποκλεισμός από συμμετοχή σε δημόσιους διαγωνισμούς κ.λπ.) ή μήπως προβλέπει  η ποινική μας δικονομία κάποια δυνατότητα θεραπείας; Στο δικαιοκρατικό μας ποινικό σύστημα η απάντηση είναι προδήλως το δεύτερο.

Σύμφωνα με το άρθρο 564 του ΚΠΔ αν προκύπτουν αμφιβολίες σχετικά με την ταυτότητα εκείνου που έχει συλληφθεί για να εκτίσει την ποινή ή εκείνου που δραπέτευσε από τη φυλακή ενώ την εξέτιε, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου όπου έγινε η σύλληψη εξετάζει εκείνον που έχει συλληφθεί και ενεργεί κάθε έρευνα ή ένορκη εξέταση μαρτύρων χρήσιμη για τη βεβαίωση της ταυτότητας. Αν ο εισαγγελέας βεβαιωθεί ότι αυτός που έχει συλληφθεί δεν είναι το πρόσωπο που καταδικάστηκε, διατάσσει με αιτιολογημένη διάταξη την  άμεση απόλυσή του.

Αν αυτός εναντίον του οποίου γίνεται η εκτέλεση έχει το ονοματεπώνυμο του καταδικασμένου που αναγράφεται στην απόφαση, δεν είναι όμως εκείνος που κατηγορήθηκε ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη για την οποία επακολούθησε καταδίκη και που έχει στην πραγματικότητα άλλο ονοματεπώνυμο, ο εισαγγελέας προκαλεί απόφασή του αρμόδιου δικαστηρίου και το δικαστήριο προβαίνει στις διορθώσεις που πρέπει. Με την προϋπόθεση όμως ότι ο πραγματικός ένοχος έχει προσκληθεί στη συζήτηση, ύστερα από την οποία προέκυψε καταδικαστική απόφαση αλλιώς έχουμε επανάληψη της διαδικασίας (άρθρο 525 ΚΠΔ) και αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης στο μεταξύ εκείνου που καταδικάστηκε από πλάνη

Σύμφωνα με το άρθρο 565 ΚΠΔ από το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής λύεται και κάθε περαιτέρω αμφισβήτηση σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης ή το είδος και τη διάρκεια της ποινής.

Η αίτηση αντιρρήσεων όπως ονομάζεται για να είναι πλήρης είναι απαραίτητο να εμπεριέχει ως συνημμένα σχετικά έγγραφα τα πλήρη στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται πως ο καταδικασθείς είναι άτομο διαφορετικό από τον κατηγορούμενο, αφού μπορεί τα δύο επίμαχα πρόσωπα να έχουν ίδιο ονοματεπώνυμο ή ακόμη και πατρώνυμο, διαφέρουν όμως το όνομα μητρός. η διεύθυνση, το έτος γέννησης, το ΑΦΜ και γενικότερα όσο περισσότερα προσδιοριστικά στοιχεία γίνεται. Ακόμη στην αίτηση απαιτείται, όπως είναι φυσικό η ενσωμάτωση της κατά λάθος εναντίον του εντολέως καταδικαστικής απόφασης που επικαλούμεθα. Επίσης, αν η δικογραφία από την οποία προέκυψε η ενοχή του συνονόματου προσώπου και κατά συνέπεια η αθωότητα του εντολέως μας, έχει λόγω παρόδου πολλών ετών, πολτοποιηθεί χρειάζεται και βεβαίωση περί πολτοποίησης της. Τέλος, απαιτείται εξουσιοδότηση προς το δικηγόρο, στην οποία αυτός εξουσιοδοτείται για υποβολή της αίτησης, παράσταση στη δίκη που θα τρέξει, παραίτηση από προθεσμίες κλητεύσεων και κλητεύσεις και με την οποία ορίζεται αντίκλητος του, παραιτούμενος από προθεσμίες κλητεύσεων και κλητεύσεις.

Ακολουθεί εξέταση των αντιρρήσεων από τον εισαγγελέα εκτέλεσης και αν αυτές κριθούν βάσιμες ακολουθεί άμεσα δίκη με τη διαδικασία του αυτοφώρου, η οποία προσδιορίζεται σε σύντομο χρονικό διάστημα και ακόμη πιο σύντομο φυσικά, αν ο εκ σφάλματος καταδικασθείς είναι ταυτόχρονα και κρατούμενος.

 

Λυδία Ζωγοπούλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί