Απασχόληση σε οικογενειακή επιχείρηση του συζύγου ή συγγενούς Α’ ή Β’ βαθμού – Τήρηση υποχρεώσεων στο ΙΚΑ
Με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1759/1988 προστέθηκε στο τέλος του άρθρου 2 του α.ν. 1846/1951 διάταξη που ορίζει ότι:
«Επίσης υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση του νόμου αυτού τα πρόσωπα που παρέχουν εργασία εντός των ορίων της χώρας κατά κύριο επάγγελμα σε εργοδότες με τους οποίους είναι σύζυγοι ή συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού συγγένειας, εφ’ όσον για την εργασία τους αυτή δεν υπάγονται υποχρεωτικά ή προαιρετικά στην ασφάλιση άλλου φορέα κύριας ασφάλισης. Με κανονισμό ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της ασφάλισης των παραπάνω προσώπων…». Σε εκτέλεση της πιο πάνω διάταξης εκδόθηκε ο «Κανονισμός ασφάλισης στο Ι.Κ.Α. των προσώπων που απασχολούνται σε επιχειρήσεις μελών της οικογένειάς τους», που εγκρίθηκε με την Φ.21/3288/20.12.1988 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 4/9.1.1989). Στο άρθρο 1 του Κανονισμού αυτού ορίζεται ότι «Στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., για όλους τους κλάδους ασφάλισής του καθώς και του Ι.Κ.Α. – Τ.Ε.Α.Μ. υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που παρέχουν εργασία μέσα στα όρια της χώρας κατά κύριο επάγγελμα σε εργοδότες με τους οποίους είναι σύζυγοι ή συγγενείς α΄ και β΄ βαθμού συγγένειας, εφόσον για την εργασία τους αυτή δεν υπάγονται υποχρεωτικά ή προαιρετικά στην ασφάλιση άλλου φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης». Ακολούθως, στο άρθρο 2 ορίζεται ότι «H ασφαλιστική σχέση των προσώπων του άρθρου 1 αρχίζει και τελειώνει κάθε φορά από την ημέρα που θα αναγγελθεί έγγραφα στο Ίδρυμα η έναρξη της απασχόλησης ή η διακοπή αυτής από το απασχολούμενο πρόσωπο ή από τον αποδέκτη των υπηρεσιών του. Προϋπόθεση έναρξης ή διακοπής της ασφάλισης είναι η διαπίστωση της έγγραφα αναγγελθείσας απασχόλησης ή διακοπής από τα όργανα ασφάλισης. Διακοπή της ασφάλισης μπορεί να γίνει και χωρίς την έγγραφη αναγγελία διακοπής της απασχόλησης αν τα όργανα της ασφάλισης διαπιστώσουν τη διακοπή αυτή …». Εξάλλου, στο άρθρο 4 του ίδιου Κανονισμού ορίζεται ότι «Ο αριθμός ημερών ασφάλισης κάθε μήνα προσδιορίζεται υποχρεωτικά σε είκοσι πέντε (25) ανεξάρτητα από τη διάρκεια της πραγματικής απασχόλησης μέσα σε συγκεκριμένο μήνα, εκτός αν αποδεδειγμένα μεσολαβήσει ασθένεια ή γενικότερα ανυπαίτια αδυναμία απασχόλησης οπότε εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 657 και 658 του ΑΚ και οι λοιπές σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας του Ιδρύματος. Ανεξάρτητα από την πραγματική διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης αναγνωρίζεται μία μέρα ασφάλισης για κάθε ημέρα απασχόλησης και καταβάλλονται εισφορές που αντιστοιχούν σε πλήρη απασχόληση κατά τους ειδικότερους υπολογισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 5 παρ. 2 του Κανονισμού». Στο δε άρθρο 5 του ίδιου Κανονισμού ορίζεται ότι «1. Οι εισφορές υπολογίζονται με βάση το ασφάλιστρο του εργοδότη και ασφαλισμένου που ισχύει κάθε φορά και τις αποδοχές α) που προβλέπονται κάθε φορά από τις ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας για κάθε συγκεκριμένη απασχόληση ή β) που καθορίζονται από το Δ.Σ. του Ιδρύματος για τους απασχολούμενους που αμείβονται με κυμαινόμενες αποδοχές και ο υπολογισμός των εισφορών με τεκμαρτά ημερομίσθια που καθορίζονται από το ΔΣ του ΙΚΑ. 2. Σε καμία περίπτωση οι ασφαλιστικές εισφορές δε μπορεί να υπολογίζονται σε ασφαλιστική κλάση κατώτερη απ’ αυτή που αντιστοιχεί στο ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη που ισχύει κάθε φορά. Για την εξασφάλιση της πλήρους κατά ημέρα και της 25νθήμερης κατά μήνα ασφάλισης καταβάλλονται εισφορές που υπολογίζονται στις πλήρεις αποδοχές κάθε ημέρας ή κάθε 25ήμερου».
Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζονται ειδικές ρυθμίσεις για την υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ των προσώπων που απασχολούνται στην επιχείρηση του συζύγου τους ή συγγενών α΄ και β΄ βαθμού, ενόψει της δυσχέρειας που υφίσταται ως προς τη διακρίβωση της συνδρομής των γενικών προϋποθέσεων υπαγωγής στην ασφάλιση του ΙΚΑ των προσώπων αυτών, ειδικότερα δε ως προς τη διακρίβωση της ύπαρξης σχέσης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτών και του συζύγου ή συγγενούς που είναι αποδέκτης των υπηρεσιών τους, καθώς και ως προς την αμοιβή τους, λαμβανομένου υπόψη του ότι είναι σύνηθες η απασχόληση των προσώπων αυτών σε οικογενειακές επιχειρήσεις να λαμβάνει χώρα είτε για λόγους ηθικής υποχρέωσης είτε από λόγους κοινού οικογενειακού συμφέροντος, καθώς και ότι η συγγενική σχέση αμβλύνει τη σχέση εξάρτησης. Για τους λόγους αυτούς, με τις ειδικές αυτές ρυθμίσεις προβλέπεται η δυνατότητα υπαγωγής στην ασφάλιση του ΙΚΑ των προσώπων που απασχολούνται σε επιχειρήσεις προσώπων με τα οποία συνδέονται με οικογενειακούς δεσμούς, με διαφορετικές, και ευρύτερες σε σχέση με τις γενικές, προϋποθέσεις, αφού δεν απαιτείται αποδεδειγμένη σχέση εξαρτημένης εργασίας ούτε συγκεκριμένη αμοιβή αλλά μόνο απασχόληση κατά κύριο επάγγελμα και μη ασφαλιστική κάλυψη από άλλο ασφαλιστικό φορέα (βλ. ΣτΕ 3498/2005).
Περαιτέρω, για την ειδική αυτή κατηγορία προσώπων, που παρέχουν εργασία σε εργοδότες με τους οποίους είναι σύζυγοι ή συγγενείς έως και το δεύτερο βαθμό, προβλέπεται ρητώς ότι η ασφάλιση αρχίζει από την αναγγελία εγγράφως στο Ι.Κ.Α., από τα απασχολούμενα πρόσωπα ή τους αποδέκτες των υπηρεσιών τους, της έναρξης της απασχόλησης. Κατόπιν της έγγραφης αυτής αναγγελίας, διαπιστώνεται από τα ασφαλιστικά όργανα ότι συντρέχουν οι ειδικές περί συγγενικών προσώπων προϋποθέσεις υπαγωγής στην ασφάλιση, δηλαδή ότι υφίσταται πράγματι η αναγγελθείσα απασχόλησή τους και ότι αυτή αποτελεί το κύριο επάγγελμά τους. Συνεπώς, εάν η προϋπόθεση της έγγραφης αναγγελίας στο ΙΚΑ δεν έχει τηρηθεί αποκλείεται η υπαγωγή των πιο πάνω προσώπων στην ασφάλιση του Ιδρύματος (ΣτΕ 3517/2009, 1773/2008, 946/2005, 1868/2004, 730/2003). Παρέπεται δε ότι στην ειδικότερη περίπτωση κατά την οποία, αν και δεν έχει λάβει χώρα η πιο πάνω έγγραφη αναγγελία, επιδιώκεται η αναγνώριση επιπλέον χρόνου ασφάλισης μηνιαίως, το σχετικό αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 του ως άνω Κανονισμού, εφόσον η εφαρμογή των διατάξεων αυτών προϋποθέτει ότι ο απασχολούμενος σε οικογενειακή επιχείρηση έχει υπαχθεί στην ασφάλιση του ΙΚΑ κατά τα ρητώς οριζόμενα στο ειδικό νομοθετικό καθεστώς ασφάλισης των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 1759/1988 και του κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού εκδοθέντος Κανονισμού που τον διέπει (βλ. αναλυτικά και ΣτΕ 4703/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr