Απάτη περί την πρόσληψη κατά του Δημοσίου με νόθευση τίτλου σπουδών / πιστοποιητικού Δημοτικού Σχολείου (υπόθεση καθαρίστριας) – Κατ’ εξακολούθηση τέλεση της απάτης ή άπαξ τελεσθείσα απάτη περί την πρόσληψη; – Υφίσταται το Δημόσιο περιουσιακή βλάβη σε περίπτωση που ο δράστης έχει τα απαιτούμενα ουσιαστικά προσόντα και δύναται να προσφέρει την εργασία για την οποία προσλήφθηκε; – Έννοια της ισάξιας αντιπαροχής – Παραπομπή στην Ολομέλεια του ΑΠ με την υπ’ αριθμ. 466/2019 απόφαση του Ζ’ Ποινικού Τμήματος του ΑΠ
Με την υπ’ αριθμ. 466/2019 ομόφωνη απόφαση του Z’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκαν στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου προς επίλυση, τα κάτωθι -αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασης αυτής (ΑΠ 466/2019)- νομικά ζητήματα, ως εξαιρετικής σημασίας και γενικότερου ενδιαφέροντος και λόγω της έκδοσης διαφορετικών επ’ αυτών αποφάσεων: α) Αν, σε περίπτωση που κάποιος, εξαπατώντας του αρμόδιους υπαλλήλους του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ με πλαστό τίτλο σπουδών, προσληφθεί και παρέχει εργασία, λαμβάνοντας κάθε μήνα ή δεκαπενθήμερο το μισθό του, αυτός διαπράττει άπαξ απάτη μετά χρήσεως διά της παραπλάνησης των αρμοδίων υπαλλήλων, η οποία συνίσταται στην ψευδή παράσταση ότι έχει το ζητούμενο τυπικό προσόν των σπουδών, με σκοπό να τον προσλάβουν και να τον μισθοδοτούν ή αν διαπράττει περισσότερες κατ’ εξακολούθηση πράξεις απάτης κάθε φορά που εισπράττει το μισθό του, με παρασιώπηση του γεγονότος ότι προσλήφθηκε χωρίς να διαθέτει το τυπικό προσόν των σπουδών και β) αν συντρέχει η απαιτούμενη για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης κατά του Δημοσίου περιουσιακή βλάβη / ζημία αυτού, όταν ο υπό κρίση εξαπατών έχει, πάντως, τα απαιτούμενα ουσιαστικά προσόντα και δύναται εν τοις πράγμασι να προσφέρει την εργασία για την οποία προσλήφθηκε, όταν δηλαδή η ζημία του Δημοσίου από την καταβολή των αποδοχών ισοσταθμίζεται πλήρως από την παρεχόμενη από τον υπό κρίση εξαπατώντα εργασία.
- Αναφορικά με το πρώτο ερώτημα: Σύμφωνα με τα κριθέντα στην υπ’ αριθμ. 3/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (Ποιν) από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ, κατά την οποία «όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται …αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών», κατά δε την § 3 του ίδιου άρθρου «επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)..β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ», όπως το ποσό αυτό αναπροσαρμόστηκε με το άρθρο 24 του Ν. 4055/2012)[1] προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος β) εν γνώσει, υπό την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Η κατά τα ως άνω παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση – απόκρυψη – παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και από τους οποίους οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως (15 ΠΚ), με την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από τον νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Η πράξη εξαπάτησης πρέπει να κατευθύνεται στην πρόκληση ή διατήρηση πλάνης σε άλλον, η οποία όμως δεν προκλήθηκε προηγουμένως σ’ αυτόν από το δράστη με διαφορετικό από τους υπαλλακτικώς αναφερόμενους τρόπους τέλεσης της απάτης. Ως διατήρηση πλάνης εννοείται η παράλειψη του δράστη να αποτρέψει ή να άρει επιγενόμενη πλάνη, οφειλόμενη στο ότι ο διαθέτων θεωρεί υφιστάμενη μία κατάσταση, η οποία όμως στην πραγματικότητα έχει εν τω μεταξύ μεταβληθεί. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διάθεσης που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη η ανοχή του παραπλανηθέντα.
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι, δεδομένου ότι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα (98 ΠΚ) είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς και ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης και όχι περισσότερες εξακολουθητικώς τελούμενες, όταν συνεπεία της άπαξ προκληθείσας πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Έτσι, επί απάτης που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος, συνιστάμενες στη χωρίς υποχρέωση καταβολή ενός επιδόματος ή μισθο, δεν συντρέχει περίπτωση κατ’ εξακολούθηση τέλεσης της απάτης, αφού, για να υπάρξει εξακολουθούν έγκλημα, θα πρέπει να διαπράττεται κάθε φορά μια νέα αυτοτελής απάτη. Εξάλλου, όταν η εξαπάτηση είναι το αποτέλεσμα της θετικής ενέργειας της ψευδούς παράστασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεχίζεται με τη μορφή της παράλειψης άρσης της πλάνης του θύματος, ως ένα δήθεν έγκλημα μη γνήσιας παράλειψης. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη μετατροπή κάθε στιγμιαίου εγκλήματος σε διαρκές και κάθε εγκληματική ενέργεια σε σύνθετη συμπεριφορά (ενέργειας και παράλειψης), που έχει ως συνέπεια η διάπραξή της να διαρκεί για όσο χρονικό διάστημα δεν επέρχονται ακόμη τα τελικά αποτελέσματά τους. Έτσι, σε περίπτωση που η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση, την οποία επιχειρεί, προκαλείται με θετική ενέργεια, η παράλειψη άρσης αυτής της διάθεσης είναι ποινικά αδιάφορη και δεν δημιουργείται υποχρέωση άρσης της ήδη επελθούσας πλάνης, που οδηγεί σε διαδοχικές διαθέσεις και διαδοχικές επιζήμιες συνέπειες, που αντιστοιχούν στο συνολικό όφελος, στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με την άπαξ επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του, και που εντάσσονται στο ένα και το αυτό έγκλημα απάτης, καθότι δεν δημιουργείται κάποιος άλλος κίνδυνος για κάποιο έτερο έννομο αγαθό, αλλά είναι το ίδιο περιουσιακό αγαθό που πλήττεται, με το ίδιο υλικό αντικείμενο και στην ίδια έκταση, δηλ. στο ίδιο ποσό, στο οποίο εξ αρχής απέβλεψε ο δράστης ως περιουσιακό όφελος. Διαφορετική εκδοχή θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση που η περιουσιακή διάθεση και η εξ αυτής βλάβη δεν επέρχεται ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση της παραπλανητικής συμπεριφοράς και την εξ αυτής προκληθείσα πλάνη, αλλά μεταγενέστερα, να δημιουργείται από το χρονικό σημείο επέλευσης της πλάνης η υποχρέωση του δράστη να αποτρέψει -λόγω προηγούμενης επικίνδυνης κατάστασης που ο ίδιος δημιούργησε- την περιουσιακή διάθεση, στην οποία όμως απέβλεπε με την αμέσως προηγηθείσα συμπεριφορά του. Συνακολούθα, επί απάτης, που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος και τόσο η πλάνη του θύματος όσο και η περιουσιακή διάθεση πραγματώθηκαν με θετική ενέργεια, ήτοι με την άπαξ θετική απατηλή συμπεριφορά της παράστασης ψευδούς γεγονότος ως αληθινού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απάτη εξακολουθεί να τελείται με τη μορφή του διαφορετικού και διαζευκτικώς συρρέοντος τρόπου της παρασιώπησης, ήτοι της παράλειψης ανακοίνωσης του αληθινού γεγονότος και με τη δήθεν δημιουργία νέας πλάνης, κάθε φορά που εισπράττει το μισθό του, αφού αυτή έχει ήδη επέλθει με την αρχικώς επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του και, συνεπώς, δεν αποτελεί κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, αφού δεν διαπράττεται κάθε φορά νέα αυτοτελής απάτη, με την πρόκληση νέας και διαφορετικής βλάβης στην περιουσία του παθόντος.
Το κατ’ έφεση δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την υπ’ αριθμ. 295/2018 αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η κατηγορουμένη εξακολουθούσε για 20 περίπου έτη την εκτέλεση του εγκλήματος της απάτης, αποσιωπώντας αθέμιτα την αλήθεια (ήτοι το γεγονός ότι δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για το διορισμό της και συνεπώς την αχρεώστητη, ήτοι μη δικαιωματική, είσπραξη μισθού) και παραβαίνοντας επανειλημμένα το καθήκον αλήθειας που όφειλε να τηρεί ως δημοτικός υπάλληλος, αφού, παραλείποντας κάθε μήνα -κατά το χρονικό διάστημα από 1.10.1996 έως και 31.7.2015- να ανακοινώνει στην αρμόδια υπηρεσία το αληθινό και πραγματικό γεγονός ότι δεν κατείχε το απαραίτητο τυπικό προσόν για τον διορισμό της, ήτοι γνήσιο απολυτήριο δημοτικού, το Ελληνικό Δημόσιο βρισκόταν υπό διαρκή παραπλάνηση ότι η κατηγορουμένη είχε νομίμως διοριστεί και εξαιτίας της πλάνης του αυτής συνέχιζε να της καταβάλλει αντίστοιχο της θέσης μισθό.
Η Ολομέλεια, όμως, του Αρείου Πάγου έκρινε ότι το Δικαστήριο της ουσίας με τα ως άνω εκ μέρους του κριθέντα αναφορικά με την τέλεση της απάτης κατ’ εξακολούθηση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 386 ΠΚ, καθόσον, ενώ από τη μια δέχεται ότι αρχικά η πράξη της απάτης τελέσθηκε από την αναιρεσείουσα με την άπαξ πρόκληση πλάνης με θετική ενέργεια, ήτοι με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, διά της υποβολής στα αρμόδια όργανα του επίδικου πλαστού τίτλου σπουδών, η οποία (πλάνη) είχε ως αποτέλεσμα την πρόσληψη αυτής στη θέση της καθαρίστριας, από την άλλη δέχεται επίσης ότι η πράξη αυτή της απάτης συνεχίστηκε να τελείται κατ’ εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες επιμέρους πράξεις της αναιρεσείουσας, εκάστη εκ των οποίων συνιστά παρασιώπηση της αλήθειας, δηλαδή παράλειψη ενημέρωσης περί της πλαστότητας του τίτλου της, ήπερ, όμως, συνιστά ένα διαφορετικό, υπαλλακτικό τρόπο τέλεσης της απάτης, ο οποίος δεν μπορεί να συρρέει αληθώς με τον προρρηθέντα τρόπο της άπαξ πρόκλησης πλάνης με θετική ενέργεια.
- Αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα: Περαιτέρω, δεδομένου ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται, μεταξύ άλλων, βλάβη της περιουσίας του εξαπατηθέντος, όπως ήδη αναφέρθηκε, η Ολομέλεια έκρινε δεν υπάρχει βλάβη όταν η ζημία που επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του εξαπατώντος ισοσταθμίζεται από μία ισάξια αντιπαροχή, η οποία περιήλθε στον εξαπατηθέντα από την πράξη, την οποία αυτός παραπείστηκε να διαπράξει. Έτσι, στην περίπτωση, που κάποιος, προσκομίζοντας πλαστό πτυχίο επιτύχει να προσληφθεί σε δημόσια θέση, καίτοι δεν έχει τα νόμιμα προσόντα να καταλάβει τη θέση αυτή, η ζημιά του Δημοσίου από την καταβολή σε αυτόν αποδοχών της θέσης που παράνομα κατέλαβε, ισοσταθμίζεται από την παροχή της εργασίας του, με συνέπεια να μην υφίσταται βλάβη, εκτός εάν το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ απέβλεψε στις ιδιαίτερες ικανότητες, γνώσεις και προσόντα του προσλαμβανόμενου, όπως αυτές τεκμηριώνονταν με βάση το τυπικό προσόν, που έθεσε, ως τυπική προϋπόθεση, και το πλαστό πτυχίο παραπέμπει σε κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα και η παροχή εργασίας, ενόψει της φύσης της, απαιτεί κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για “ισάξια αντιπαροχή”. Αντίθετη άποψη, ότι προϋπόθεση για να ισοβαθμισθεί η παροχή εργασίας του εξαπατήσαντος με τις παροχές (μισθός) που έλαβε αυτός, αποτελεί, απαραιτήτως, η νομιμότητα της αντιπαροχής, ήτοι η νομιμότητα της εργασίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ενόψει και του άρθρου ΑΚ 904, με το οποίο παρέχεται δυνατότητα στον εργαζόμενο αναζήτησης μη καταβληθέντων (μισθών) για παρασχεθείσα εργασία και επί άκυρης σύμβασης εργασίας και συνακόλουθα και μη νόμιμης εργασίας, με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Κατά τη μειοψηφούσα, όμως, γνώμη 12 μελών της Ολομέλειας η θέση ότι δεν υπάρχει βλάβη και άρα δεν στοιχειοθετείται απάτη, όταν η ζημία που επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του εξαπατώντος ισοσταθμίζεται πλήρως από μία ισάξια αντιπαροχή είναι κατ’ αρχήν μόνο ορθή και η απάτη δεν αποκλείεται άνευ ετέρου σε κάθε περίπτωση ισοστάθμισης. Επιβάλλεται να πληρούται η διττή προϋπόθεση ότι α) το περιουσιακό αντιστάθμισμα είναι όχι μόνο ισάξιο αλλά και νόμιμο και β) μπορεί να συμψηφισθεί με τη ζημία κατά την έννοια των άρθρων ΑΚ 440 επ. (…). Στην ειδικότερη περίπτωση, όπου κάποιος, προσκομίζοντας πλαστό ή ανακριβές πτυχίο ή άλλο αναγκαίο κατά το νόμο πιστοποιητικό, επιτυγχάνει με απάτη να προσληφθεί σε δημόσια θέση, καίτοι δεν έχει τα απαιτούμενα νόμιμα προσόντα να καταλάβει τη θέση αυτή και, συνεπώς, κωλύεται εκ του νόμου να παράσχει τις υπηρεσίες για τις οποίες κατάφερε και προσλήφθηκε παρανόμως, η ζημία του Δημοσίου (ή άλλου φορέα του ευρύτερου δημόσιου τομέα) έγκειται στην λόγω της προσλήψεως ίδρυση της ενοχικής του υποχρεώσεως προς καταβολή του προβλεπόμενου μισθού, προσδιορίζεται δε ως προς το μέγεθος της με το τελικό ποσό που θα καταβληθεί στον παρανόμως προσληφθέντα όσο παρείχε παράνομα τις υπηρεσίες του. Επομένως, η ζημία του Δημοσίου έχει ήδη επέλθει με την πρόσληψη, η δε παροχή της εργασίας, που ακολουθεί, γεννά μεν υπέρ του εργαζομένου αξίωση κατά του εργοδότη για αδικαιολόγητο πλουτισμό για αιτία παράνομη κατά τα άρθρα ΑΚ 904 επ., πλην όμως ο συμψηφισμός αυτών (και υπό την εκδοχή ότι επιτρέπεται από το άρθρο 450 παρ. 1 ΑΚ) δεν αναιρεί την ύπαρξη βλάβης, διότι συνιστά μεταγενέστερο γεγονός, μη συνδεόμενο άμεσα με την συντελεσθείσα περιουσιακή διάθεση (=ανάληψη ενοχής για καταβολή μισθού). Σε κάθε δε περίπτωση, η παρεχόμενη -από τον με απάτη προσληφθέντα- εργασία προς το Δημόσιο δεν συνιστά “ισάξιο περιουσιακό αντιστάθμισμα”, διότι δεν αρκεί η παρεχόμενη εργασία να είναι της αυτής ποσότητας αλλά πρέπει να είναι και της αυτής ποιότητας με εκείνη που είχε αποβλέψει το Δημόσιο. Η δε κατόπιν απάτης παρεχόμενη εργασία είναι, ως προϊόν αδικήματος, παράνομη (μη νόμιμη), δηλαδή εργασία διαφορετικής (κατώτερης) ποιότητας από εκείνη που προσδοκούσε το Δημόσιο να του παρασχεθεί, δεδομένου ότι με την προκήρυξη της θέσης βάσει κάποιων ελάχιστων νόμιμων προσόντων, τυπικών ή ουσιαστικών, έχει αποβλέψει στην παροχή αποκλειστικά νόμιμης εργασίας από τον προσλαμβανόμενο. Το στοιχείο της πρόσληψης από το Δημόσιο υπαλληλικού προσωπικού, που πρέπει να παρέχει αποκλειστικά νόμιμη εργασία, επιβάλλεται από το άρθρο 103 παρ. 7 Συντ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 και 12 Ν. 3528/2007, κατά το οποίο “Η πλήρωση των θέσεων διέπεται από τις αρχές της ίσης ευκαιρίας συμμετοχής, της αξιοκρατίας, της αντικειμενικότητας, της κοινωνικής αλληλεγγύης, της διαφάνειας και της δημοσιότητας”. Εφόσον λοιπόν από το νόμο επιβάλλεται το Δημόσιο να προσλαμβάνει προσωπικό με βάση τις αρχές αυτές, η παροχή (μη νόμιμης αλλά) παράνομης εργασίας με βάση μία πρόσληψη, που επιτεύχθηκε κατόπιν απάτης, δεν συνιστά εργασία στην οποία το Δημόσιο απέβλεπε, έτσι ώστε η παροχή της παράνομης εργασίας να μη μπορεί να θεωρηθεί “ισάξιο περιουσιακό αντιστάθμισμα” κατά την προαναφερόμενη έννοια. Σε διαφορετική περίπτωση, η απαξία της απάτης, με την οποία επιτεύχθηκε η πρόσληψη σε υπηρεσία του Δημοσίου, θα αναιρούνταν από το ίδιο το προϊόν της απάτης, δηλαδή της παροχής (παράνομης) εργασίας. Συνεπώς, και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι η αναιρεσείουσα παρέσχε στο Δημόσιο την εργασία της καθαρίστριας, η παρασχεθείσα εργασία αφενός μεν δεν μπορεί να θεωρηθεί “ισάξιο περιουσιακό αντιστάθμισμα”, αφού ήταν παράνομη και σε μία τέτοια εργασία δεν απέβλεψε το Δημόσιο, αφετέρου δε η μεταγενέστερη αξίωση της αναιρεσείουσας κατά του Δημοσίου από αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω της παρασχεθείσας εργασίας, δεν συμψηφίζεται με την περιουσιακή βλάβη του Δημοσίου, αφού η ζημία του τελευταίου έχει ήδη επέλθει και η μεταγενέστερη άρση της ζημίας μέσω του συμψηφισμού δεν αναιρεί την ύπαρξη της ήδη επελθούσας βλάβης.
Βλ. επίσης: ΑΠ 1232/2019, ΑΠ 623/2019, ΑΠ 589/2019, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 308/2019, ΑΠ 233/2019, ΑΠ 1074/2018, ΑΠ 128/2018, ΕΦΑΘ 1117/2018, ΕΦΑΘ 575/2018
Μπενάκη Βικεντία – Άννα
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr
[1] Αν η απάτη στρεφόταν κατά του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ και το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, τότε κατά το προϊσχύσαν άρθρο 1 § 1 του Ν. 1608/1950 [πριν την κατάργηση του νόμου αυτού δυνάμει του άρθρου 462 του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α’ 95/11.06.2019, Νέος Ποινικός Κώδικας)] επιβαλλόταν κάθειρξη και, αν συνέτρεχαν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις -ιδίως αν ο δράστης εξακολούθησε επί μακρό την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του εγκλήματος ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας- επιβαλλόταν ισόβια κάθειρξη.