Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Άρνηση παραλαβής εγγράφου. Νομιμότητα επίδοσης. Τι πρέπει να γράφεται στην έκθεση επίδοσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν ο παραλήπτης της επιδόσεως ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 128 και 129 του αυτού Κώδικος αρνηθούν να παραλάβουν το έγγραφο ή να υπογράψουν την έκθεση επιδόσεως ή δεν μπορούν να την υπογράψουν, το όργανο της επιδόσεως επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, του γραφείου, του καταστήματος ή του εργαστηρίου, παρουσία ενός μάρτυρα. Από την τελευταία, ως άνω διάταξη, προκύπτει ότι ο περιγραφόμενος σ` αυτήν τρόπος επιδόσεως τηρείται αν ο προς ον γίνεται η επίδοση και σε περίπτωση απουσίας του, τα πρόσωπα που συνοικούν μαζί του, αρνούνται την παραλαβή του εγγράφου, ή την υπογραφή της σχετικής εκθέσεως ή αδυνατούν να πράξουν τούτο. Για την εγκυρότητα δε της εν λόγω θυροκολλήσεως πρέπει να βεβαιώνεται στην έκθεση επιδόσεως η άρνηση του συνοίκου να παραλάβει το έγγραφο ή να υπογράψει την έκθεση ή η αδυναμία του να πράξει τούτο (Α.Π. 617/2012). Εξάλλου, η διαλαμβανομένη στην έκθεση επιδόσεως βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή ότι αυτός στον οποίο παρεδόθη το έγγραφο έχει την ιδιότητα του συνοίκου του παραλήπτη αποτελεί, κατά το άρθρο 440 Κ.Πολ.Δ. πλήρη απόδειξη, αφού το συγκεκριμένο γεγονός είναι εξ εκείνων των οποίων την αλήθεια όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της εκθέσεως επιδόσεως δικαστικός επιμελητής, για να προβεί, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε νομότυπη επίδοση. Επιτρέπεται όμως ως προς αυτήν ανταπόδειξη, η οποία βαρύνει, κατά νόμο, εκείνον που αμφισβητεί την ρηθείσα ιδιότητα του φερομένου ως συνοίκου του παραλήπτη και δύναται να γίνει με όλα τα επιτρεπόμενα νόμιμα αποδεικτικά μέσα (Α.Π.350/2013). Κατ’ άλλη άποψη, η έκθεση επίδοσης ως προς την ιδιότητα του συνοίκου, της οποίας πρέπει να γίνεται μνεία σ’ αυτή για να διακριβώνεται αν το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοση εμπίπτει στην κατηγορία των προσώπων που αναφέρονται στη διάταξη, δεν παρέχει πίστη δημοσίου εγγράφου, γιατί αυτή δεν είναι από τα γεγονότα που υποπίπτουν στις αισθήσεις του οργάνου επίδοσης, αλλά από εκείνα που την αλήθεια αυτό οφείλει να διακριβώσει για την πραγμάτωση σύννομης επίδοσης και γι’ αυτό μπορεί, κατ’ άρθρο 440, ο ενδιαφερόμενος να ισχυριστεί και ανταποδείξει την έλλειψη της αναφερόμενης ιδιότητας. Για την αμφισβήτηση της ιδιότητας του συνοίκου μπορεί να διαταχθεί και μαρτυρική απόδειξη ακόμη και στην αναιρετική διαδικασία (Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, άρθρο 128, σελ. 786).

Στην έκθεση επίδοσης πρέπει να βεβαιώνεται ότι το πρόσωπο αρνήθηκε να παραλάβει ή να υπογράψει την έκθεση ή είχε αδυναμία να την υπογράψει. Πρέπει να αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του αρνηθέντος να παραλάβει το έγγραφο και η ιδιότητα του προσώπου που αρνήθηκε (Χ. Απαλαγάκη, ΚΠολΔ, άρθρο 130 ΚΠολΔ, σελ. 446)., άρθρο 128, σελ. 786). Επίσης, στην έκθεση επίδοσης πρέπει να αναφέρεται το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος I, άρθρο 130, σελ. 302).

Η άρνηση παραλαβής από τα ως άνω πρόσωπα, αποκλείει το δικαίωμα στο όργανο επίδοσης να αφήσει το έγγραφο με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, εκτός από τη θυροκόλληση στην πόρτα της οικίας, του γραφείου κλπ (Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, άρθρο 130, σελ. 800).

Άλλωστε η ελαττωματικότητα της επιδόσεως κατ` άρθρο 159 παρ. 1 και 160 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ως παράβαση διατάξεως που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξεως, που συνεπάγεται ακυρότητα, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, και μόνο αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αυτή επέφερε ανεπανόρθωτη βλάβη στον προτείνοντα διάδικο, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά. Τούτο δε διότι, για την τήρηση του σχετικού τύπου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 159, 544 και 559 του Κ.Πολ.Δ., δεν προβλέπεται ακυρότητα, αλλά ούτε δίδεται αναψηλάφηση ή αναίρεση. Το δικαστήριο δε, έχει εξουσία να δεχθεί ή να απορρίψει την ύπαρξη του προτεινομένου πραγματικού γεγονότος της βλάβης από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει περί τούτου απόδειξη και η σχετική κρίση του, ως αναγομένη στα πράγματα, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.. Ο διάδικος όμως που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη έφεση, δύναται, αν η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται, σε ελαττωματικότητα της επιδόσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση, υπό την έννοια της προσδόσεως διά δικαστικής αποφάσεως στην εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση της εννόμου συνέπειας που αυτή θα είχε, αν είχε ασκηθεί εμπροθέσμως. Το αίτημά του δε αυτό με τη συνδρομή της ανεπανόρθωτης βλάβης και ο ισχυρισμός με τον οποίο αμφισβητεί την ιδιότητα του παραλαβόντος θα πρέπει να υποβάλλονται με το δικόγραφο της εφέσεως ή με τις προτάσεις του, στα οποία (δικόγραφα) θα πρέπει να επικαλείται και τα προς απόδειξη μέσα (Α.Π.1724/2012, 503/2018 ΑΠ).

Λένα Πολύζου

Δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί