<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Δικηγορικό Γραφείο &#124; Ευγενία Φωτοπούλου &#124; Δικηγόροι Αθηνών &#187; evgenia</title>
	<atom:link href="https://efotopoulou.gr/author/administrator/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://efotopoulou.gr</link>
	<description>Το δικηγορικό γραφείο αναλαμβάνει αστικό, ποινικό, εμπορικό δίκαιο. Δικηγόροι Αθηνών για υπερχρεωμένα νοικοκυριά, δημόσιο, εργασιακά, κληρονομιά, ιατρική ευθύνη</description>
	<lastBuildDate>Wed, 21 Oct 2026 06:27:03 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.0.31</generator>
	<item>
		<title>Οθωμανική γαιοκτητική νομοθεσία</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/othomaniki-geoktitiki-nomothesia/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/othomaniki-geoktitiki-nomothesia/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 21 Oct 2026 06:27:03 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18814</guid>
		<description><![CDATA[<p>Το οθωμανικό δίκαιο που ρύθμιζε το καθεστώς των γαιών εξελίχθηκε διαχρονικά σε τρεις διακριτές ιστορικές φάσεις. Η πρώτη αντιστοιχεί στο πρώιμο ισλαμικό δίκαιο, το οποίο αντλούσε της βασικές του αρχές από το Κοράνι και τη θρησκευτική παράδοση του Ισλάμ. Η δεύτερη φάση σηματοδοτείται από την έκδοση κανονιστικών διατάξεων (kanun), η οποία άρχισε περί το 1300 μ.Χ., ενώ κατά την περίοδο 1451–1481 οι διατάξεις αυτές κωδικοποιήθηκαν σε συλλογές γνωστές ως Kanunname [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/othomaniki-geoktitiki-nomothesia/">Οθωμανική γαιοκτητική νομοθεσία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Το οθωμανικό δίκαιο που ρύθμιζε το καθεστώς των γαιών εξελίχθηκε διαχρονικά σε τρεις διακριτές ιστορικές φάσεις. Η πρώτη αντιστοιχεί στο πρώιμο ισλαμικό δίκαιο, το οποίο αντλούσε της βασικές του αρχές από το Κοράνι και τη θρησκευτική παράδοση του Ισλάμ. Η δεύτερη φάση σηματοδοτείται από την έκδοση κανονιστικών διατάξεων (kanun), η οποία άρχισε περί το 1300 μ.Χ., ενώ κατά την περίοδο 1451–1481 οι διατάξεις αυτές κωδικοποιήθηκαν σε συλλογές γνωστές ως <em>Kanunname</em> από της Οθωμανούς Σουλτάνους. Η Τρίτη και τελική φάση διαμορφώθηκε με την ψήφιση του κωδικοποιημένου Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών της 7<sup>ης</sup> Ραμαζάν 1274 (1858), ο οποίος καθιέρωσε την κατάταξη των γαιών σε επτά επιμέρους κατηγορίες.</p>
<p style="text-align: justify;">Κατά την πρώτη περίοδο, κατά το αρχαιότερο μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες θεωρούνταν ότι ανήκαν στα λάφυρα των νικητών, που αγωνίζονταν για την επικράτηση του Ισλαμισμού. Οι γαίες διακρίνονταν σε δύο βασικές κατηγορίες: της ιδιόκτητες και της πολιτειακές. Βασική αρχή του ισλαμικού δικαίου ήταν ότι η κυριότητα όλων των γαιών ανήκε στον Θεό και ασκούνταν επί της γης από τον εκπρόσωπό του, δηλαδή τον Καλίφη ή Σουλτάνο. Της ιδιόκτητες γαίες περιλαμβάνονταν όσες κατείχαν με πλήρη κυριότητα μουσουλμάνοι που κατέβαλλαν τον προβλεπόμενο φόρο (δεκάτη), καθώς και οι γαίες μη μουσουλμανικών πληθυσμών που είχαν υποταχθεί ειρηνικά. Αντίθετα, οι πολιτειακές γαίες προορίζονταν για την εξυπηρέτηση συλλογικών αναγκών και δεν ήταν δυνατόν να παραχωρηθούν σε ιδιώτες της αποκλειστική εκμετάλλευση.<a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a></p>
<p style="text-align: justify;">Κατά τη δεύτερη περίοδο (1300 – 1858 μ.Χ.), με την κωδικοποίηση των σουλτανικών διατάξεων στα <em>Kanunname</em>, διατηρήθηκε η διάκριση μεταξύ ιδιόκτητων και πολιτειακών γαιών, πλην της το περιεχόμενο των δύο κατηγοριών μεταβλήθηκε ουσιωδώς. Οι ιδιόκτητες γαίες περιορίστηκαν κυρίως της οικίες και τα αντίστοιχα οικόπεδά της εντός οικισμών, ενώ το σύνολο σχεδόν των λοιπών εκτάσεων, είτε καλλιεργήσιμων είτε μη, εντάχθηκε της δημόσιες γαίες. <a href="#_ftn2" name="_ftnref2">[2]</a>Παράλληλα, καθιερώθηκε ο θεσμός της παραχώρησης του δικαιώματος «εξουσίασης» (<em>tasarruf</em>) επί των δημοσίων γαιών σε ιδιώτες. Στα πλαίσια των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων της εποχής δεν υπήρχε η σύγχρονη έννοια της «κυριότητας», αλλά η παραχώρηση της γης είχε την έννοια μιας αναγνωρισμένης από την εξουσία μορφής ευρείας υλικής εξουσίασης του ακινήτου και πορισμού ωφελειών από αυτό, ανάλογων με την φύση και μορφή του και των αναγκών της εποχής εκείνης (182/2025 ΑΠ NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Η τρίτη φάση της οθωμανικής γαιοκτητικής νομοθεσίας ολοκληρώθηκε με τον Νόμο περί Γαιών του 1858, ο οποίος προέβλεψε την ταξινόμηση των γαιών σε επτά κατηγορίες:</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>α) ιδιόκτητες ή καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκ</strong>), της οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, περιβόλια, κήποι, κλπ. Που βρίσκονταν της πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, της οποίες αυτοί που της εξουσίαζαν είχαν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας και μπορούσαν να της διαθέτουν ελεύθερα της τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 του ως άνω Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών», <em>«οι καθαρής κυριότητας (ιδιόκτητοι γαίαι) είναι τεσσάρων ειδών: 1) Τα εν τοις χωρίοις και κώμαις (Κασαπάτ) κείμενα οικόπεδα, καθώς και αι εις τον περίβολόν των ευρισκόμενοι γαίαι, αίτινες δεν δύνανται να μη ώσι περιπλέον του ημίσεως στρέμματος και θεωρούνται ως συμπλήρωμα της κατοικίας, </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>2) Αι γαίαι, αι αποσπασθείσαι από δημοσίας γαίας και τη αδεία του ιερού νόμου υπαχθείσαι εις την αληθή ιδιοκτησίαν τινός, ίνα κατέχωνται κατά της διαφόρους τρόπους της κυριότητος, </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>3) Αι δεκατιζόμεναι γαίαι (ουσσριγέ, δηλαδή terres decimates) και </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>4) Αι φορολογούμεναι γαίαι (χαραζδζιέ, δηλαδή terres tributaires). </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Δεκατιζόμεναι γαίαι είναι αι εν καιρώ της κατακτήσεως εις της πορθητάς ως λάφυρα διανεμηθείσαι γαίαι. Φορολογούμεναι γαίαι είναι αι γαίαι, αι οποίαι είχαν μείνει στην κατοχή των κατοίκων μη Μουσουλμάνων» </em>(περί όλων των ανωτέρω βλ. Δ. Νικολαΐδου, ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ, έκδ. 1869, σελ. 429-430).</p>
<p style="text-align: justify;">Κατά τα άρθρα 167, 175, 181 και 185 του οθωμανικού Αστικού Κώδικα, τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας εξομοιώνονται με τα κινητά και για τη μεταβίβασή της δεν απαιτείται καμία διατύπωση, αλλά αρκεί η αμοιβαία συναίνεση των συμβαλλομένων, η οποία μπορεί να αποδειχθεί με ιδιωτικά έγγραφα και μάρτυρες. Η μεταγραφή στα κτηματολογικά βιβλία της μεταβίβασης των ακινήτων αυτών δεν ήταν αναγκαία, σε αντίθεση με τη μεταβίβαση των βακουφίων και των δημοσίων γαιών. Ο τρόπος μεταβίβασης των τέλειας ιδιοκτησίας «μουλκ» ακινήτων, δεν μεταβλήθηκε από νεώτερους Οθωμανικούς νόμους, καθώς ανήκε στο Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, που ακτίσχυε των τελευταίων (182/2025 ΑΠ NOMOS, ΑΠ 267/2008 ΝΟΜΟΣ, 62/2004 ΠΠρ Νάξου, NOMOS). Επομένως, στην κατηγορία «μουλκ», ανήκουν μόνο τα αστικά ακίνητα, ήτοι τα οικόπεδα, ως άνω, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, αυλές, κήποι, οικίες και γενικότερα οικοδομήματα, εργαστήρια, καθώς και τα καρποφόρα δένδρα που βρίσκονται της πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 222/2017). <a href="#_ftn3" name="_ftnref3">[3]</a> Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι κτήματα καθαράς ιδιοκτησίας είναι οπωσδήποτε τα οικόπεδα, τα σπίτια και γενικά τα οικοδομήματα και εργαστήρια που βρίσκονται μέσα στις πόλεις, τα χωριά και τις κωμοπόλεις, καθώς και οι συνεχόμενοι χώροι (κήποι &#8211; αυλές) που περιβάλλουν αυτά, οι οποίοι δεν μπορούν να είναι έκτασης μεγαλύτερης του μισού στρέμματος (ΑΠ 620/1976, ΑΠ 1135/1975, 267/2008 ΑΠ NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί),</strong> της τα καλλιεργήσιμα χωράφια, τα βοσκοτόπια, τα δάση και λοιπά παρεμφερή κτήματα, των οποίων η ψιλή κυριότητα (ρεκαμπέ) ανήκε στον Σουλτάνο, ενώ η εξουσίαση ή «ωφέλιμη κυριότητα» («τεσσαρούφ», «tassaruf»), δηλ. η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί με ταπί σε ιδιώτες από τον Σουλτάνο έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού, αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η χρήση του εδάφους, αντίστοιχη με την φύση και τη μορφή του<strong>. </strong>Επομένως, στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 227/2017, ΑΠ 477/2016). Περαιτέρω γίνεται δεκτό ότι και αν ακόμη το οικόπεδο καλλιεργείται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα δεν καθίσταται τούτο δημόσια γη, με την έννοια του οθωμανικού ως άνω νόμου «περί γαιών», ο οποίος ως δημόσιες γαίες εννοεί τους αγρούς και όχι τα οικόπεδα και τους κήπους (ΑΠ 620/1976).<strong>            </strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>γ) γαίες αφιερωμένες σε ευαγή σκοπό (εβκαφ- βακούφια),</strong> των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού (π.χ. μοναστηρίου, νοσοκομείου κ.λπ.) και οι οποίες θεωρούνταν ως εκτός συναλλαγής,</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση όλων των κατοίκων της μόνο χωριού (μετρουκέ)</strong>, της δρόμοι, πλατείες κλπ., οι οποίες της ήταν δημόσιες, ανήκουσες στον Σουλτάνο και</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>ε) νεκρές γαίες (μεβάτ)</strong>, δηλ. οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια, οι άβατες κλιτύες κλπ. Οι οποίες δεν ανήκαν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε ήταν δυνατή από τη φύση της η καλλιέργεια της ή οποιασδήποτε της μορφής εξουσίαση με σκοπό πορισμού οφέλους και δεν κατέχονταν ούτε εξουσιάζονταν από οιονδήποτε, οι οποίες ήταν της δημόσιες ανήκουσες στον Σουλτάνο.<a href="#_ftn4" name="_ftnref4">[4]</a> Ειδικότερα, ως της την κατηγορία των νεκρών γαιών, ήτοι χέρσων και ακαλλιέργητων γαιών, αν καταφέρει ιδιώτης να της εκχερσώσει και να της καλλιεργήσει, κάνοντάς της εύφορες, λ.χ. φυτεύοντας σε αυτές δέντρα και κλίματα, τότε της καθιστά γαίες πλήρους και τέλειας ιδιοκτησίας (μούλκι), έχει δε την υποχρέωση ο ιδιώτης να καταβάλει στο Δημόσιο την αξία που είχε η γη όταν ήταν χέρσα και ακαλλιέργητη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το Δημόσιο τού χορηγεί το «ταπίον», που ήταν ο επίσημος τίτλος του Κτηματολογίου, δυνάμει του οποίου αναγνωριζόταν επισήμως η επί της γης εξουσία του ιδιώτη. <a href="#_ftn5" name="_ftnref5">[5]</a></p>
<p style="text-align: justify;">Η εισαγωγή του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών στα διάφορα τμήματα του Ελληνικού Κράτους άμα τη προσάρτησή της σε αυτό γινόταν με ειδικούς νόμους με σχετική ρητή πρόβλεψη.</p>
<p style="text-align: justify;">Ο ανωτέρω νόμος, ως μεταγενέστερος κατά 26 έτη της απελευθέρωσης δεν είναι δυνατό να εφαρμόζεται της περιοχές που αποτέλεσαν το νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος το 1830. Ωστόσο, αποδίδει το δίκαιο που ίσχυε σχετικά με την διάκριση των γαιών, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας.<a href="#_ftn6" name="_ftnref6">[6]</a></p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a> Γ. Νάκος, «Ιστορία του Ελληνικού Δικαίου Συμβολή στο Δίκαιο του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού Εξελικτικές διακυμάνσεις του Οθωμανικού γαιοκτητικού συστήματος», τεύχος β΄, University Studio Press, 1986, σ. 21-22.</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref2" name="_ftn2">[2]</a> Γ. Νάκος, «<em>Το νομικό καθεστώς των τέως δημόσιων οθωμανικών γαιών 1821-1912</em>», 1984, σ. 24 επ.</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref3" name="_ftn3">[3]</a> 182/2025 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref4" name="_ftn4">[4]</a> 1870/2025 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref5" name="_ftn5">[5]</a> Ν. Ελευθεριάδου, «Γνωμοδοτήσεις περί κτηματικών ζητημάτων και διαφορών εν ταις νέαις χώραις», ανατύπωση εκ του δελτίου του Υπουργείου Οικονομικών, Εθνικό Τυπογραφείο, 1915, σελ.32· Άρθρο 103 νόμου Περί Γαιών.</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref6" name="_ftn6">[6]</a> 21/2024 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/othomaniki-geoktitiki-nomothesia/">Οθωμανική γαιοκτητική νομοθεσία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/othomaniki-geoktitiki-nomothesia/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στη Μάνη</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sti-mani/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sti-mani/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 20 Oct 2026 12:42:52 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18810</guid>
		<description><![CDATA[<p>Όπως συνάγεται από τις διατάξεις του πρωτοκόλλου της 3-22/1-2-1830 &#8220;περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος&#8221; τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16-6-1830 και 1/7/19-8-1830, της από 3-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης με τα οποία αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδας σαν ανεξάρτητου Κράτους και του νόμου της 21-6/3-7-1837 &#8220;περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων&#8221; στο Ελληνικό Δημόσιο περιήλθαν ως εθνική γη (δικαιώματι πολέμου) οι ακόλουθες γαίες της ηπειρωτικής Ελλάδας: α) [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sti-mani/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στη Μάνη</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Όπως συνάγεται από τις διατάξεις του πρωτοκόλλου της 3-22/1-2-1830 &#8220;περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος&#8221; τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16-6-1830 και 1/7/19-8-1830, της από 3-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης με τα οποία αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδας σαν ανεξάρτητου Κράτους και του νόμου της 21-6/3-7-1837 &#8220;περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων&#8221; στο Ελληνικό Δημόσιο περιήλθαν ως εθνική γη (δικαιώματι πολέμου) οι ακόλουθες γαίες της ηπειρωτικής Ελλάδας: α) Οι εξουσιαζόμενες, πριν από την επανάσταση, από το Σουλτάνο εκτάσεις, β) οι εκτάσεις που ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες, πλην δημευθείσες, ήτοι καταληφθείσες και κατεχόμενες στρατιωτικά από το Ελληνικό Έθνος κατά την 3-2-1830, γ) οι ανήκουσες σε ιδιώτες Οθωμανούς, πλην εγκαταλειφθείσες και μη δεσποζόμενες από αυτούς κατά την 3-2-1830, εφόσον την εγκατάλειψη τους επακολούθησε κατάληψη τους από το Ελληνικό Δημόσιο και δ) οι μη κατειλημμένες μέχρι 21-7-1837 εκτάσεις, ως αδέσποτες, δυνάμει του άρθρου 15 του Ν. περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων (Π. Κασίμη, Εθνικοί Γαίαι εν Κιτσικ. Πανδέκτης Α.Δ τόμ. Α σελ. 703, Αγ. Σταυρόπουλου αυτόθι, τόμ. Γ, σελ. 2436, Γνωμοδότηση Ν.Σ. Κράτους 293/1952, Αρχ.Ν. Η σελ. 598, ΑΠ 404/1958 ΝοΒ 6, 1122, Εφ. Οεσ. 209/1958 ΑρχΝ Ε, σελ. 121, ΠΠρΑΘ 12147/1980 ΑρχΝ 1983, 365). Με βάση τις παραπάνω ρυθμίσεις θεσπίστηκε &#8220;αμάχητο τεκμήριο κυριότητας&#8221; υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Ανάλογο αμάχητο τεκμήριο θέσπιζε και το αρθρ. 1 του β.δ. της 3/15 Δεκεμβρίου 1833 &#8220;περί ορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα Εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834 για χορτολιβαδικές εκτάσεις (Κιτσαράς, Δημόσια Κτήματα στις Κυκλάδες &#8211; Εμβέλεια κανόνων που εισάγουν καθεστώς προνομιακής μεταχείρησης των εμπράγματων αξιώσεων του Δημοσίου με τη θέσπιση τεκμηρίων κυριότητας υπέρ αυτού (γνμδ,) ΧρΙΔ Γ/2003, 753) (62/2004 ΠΠρ Νάξου NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Επίσης, κατά τον οθωμανικό νόμο της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α`) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ, των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέσει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β`) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κλπ, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο (Σουλτάνο) και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) με παραχώρηση από τον Σουλτάνο με «ταπί» έναντι καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού, γ`) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού (π.χ. νοσοκομείου, μοναστηριού) και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ΄) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κλπ, οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο δημόσιο, και ε`) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ, οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο δημόσιο (Απ. Γεωργιάδης, «Η κυριότητα του δημοσίου επί των αδέσποτων ακινήτων στις νήσους των Κυκλάδων» (γνμδ), ΧρΙΔ 2005.857 και εκεί παραπομπές) ( 313/2009 ΜΠρ Βόλου NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Ο ανωτέρω νόμος, ως μεταγενέστερος κατά 26 έτη της απελευθέρωσης δεν είναι δυνατό να εφαρμόζεται της περιοχές που αποτέλεσαν το νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος το 1830. Ωστόσο, αποδίδει το δίκαιο που ίσχυε σχετικά με την διάκριση των γαιών. (1/2024 ΑΠ NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Ωστόσο, όπως είναι γνωστό, στην περιοχή της Μάνης, ίσχυε κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας ιδιότυπο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς, γιατί η περιοχή αυτή ουδέποτε είχε υποταγεί στους Τούρκους, αλλά διατήρησε την ανεξαρτησία της. </strong>Κατά τα τελευταία δε έτη της Τουρκοκρατίας ήταν ανεξάρτητη ηγεμονία, διοικούμενη από Έλληνα Ηγεμόνα (Μπέη) τον οποίο διόριζε ο Σουλτάνος, στον όποιο έπρεπε να καταβάλει ετησίως μικρό φόρο υποτέλειας αλλά «επί τω όρω όπως οι Τούρκοι επ` ουδενί λόγω θέτουσι τον πόδα αυτών επί του εδάφους της Μάνης». Επομένως στη Μάνη δεν υπήρχαν περιουσίες που να ανήκουν στο Οθωμανικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους (ΑΠ 1182/2013, ΤΝΠ Ισοκράτης, ΕφΚαλαμ. 176/2008, ΧρΙΔ 2009.821, Α. Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σελ. 36-37 και 213-218, βλ. ωστόσο το έργο του ειδικού συμβούλου του Υπουργείου Γεωργίας «ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΑΙ ΓΑΙΑΙ» Ν.Π Ελευθεριάδη, σελ. 131-132, ο οποίος δέχεται μεν την ύπαρξη κάποιας αυτονομίας της Μάνης, αλλά εξαιτίας της ύπαρξης τινών τουρκικών ταπίων καταλήγει συμπερασματικά ότι το σύστημα περί δημοσίων γαιών εφαρμοζόταν εξ ολοκλήρου και στην περιοχή αυτή). Τέλος, όπως στις Κυκλάδες, έτσι και στη Μάνη, <strong>όλες οι γαίες ανήκαν μόνο στους Χριστιανούς κατοίκους τους και οι ίδιοι ακριβώς λόγοι κατέστησαν ιστορικά αναγκαία τη νομοθετική εξαίρεση</strong> για αμφότερες τις περιοχές αυτές (βλ. σχετικά την ομιλία του ακαδημαϊκού &#8230; το έτος 2009 -ήτοι προτού προστεθεί η Μάνη στις περιοχές που, σύμφωνα με το άρθρο 62 § 1 εδ. β` του ν. 998/1979, εξαιρούνται από το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου-, ομιλία η οποία έχει περιληφθεί ως άρθρο στο 40° τεύχος του περιοδικού «..» (&#8230;.) και αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς των Μανιατών). <strong>Επομένως, λόγω του ιδιότυπου αυτού ιδιοκτησιακού καθεστώτος που ίσχυε στην περιοχή της Μάνης, δεν υπήρχαν γαίες εξουσιαζόμενες από τον Σουλτάνο ή κατεχόμενες από Οθωμανούς ιδιώτες αλλά μόνο από τους Χριστιανούς κατοίκους. </strong>(246/2015 ΜΠρ Καλαμάτας NOMOS, 1182/2013 ΑΠ)</p>
<p style="text-align: justify;">Εξάλλου, για <strong>τα δάση, δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις (όπως ορίζονται στο άρθρο 3 του ν.</strong><strong>998/1979</strong><strong>), που βρίσκονται στην Μάνη, ότι δηλ. δεν αποτελούν δημόσιες γαίες,</strong> υιοθέτησε και ο μεταγενέστερος νομοθέτης με το άρθρο 62 του ν. 998/1979 &#8220;περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας&#8221;, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 §1 του ν. 4280/2014, που ορίζει <em>«Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθ` ου η αίτηση, και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο προβάλλει ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την παρ` αυτώ ύπαρξη του δικαιώματος του. Κατ` εξαίρεση η διάταξη αυτή δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσων που ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης όπως αυτή ορίζεται από διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης</em>». Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε και νομοθετικά η εκτεθείσα ανωτέρω ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών και των εν γένει δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων στις προαναφερόμενες περιφέρειες, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση και τις εν γένει δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις, μεταξύ άλλων, και στην περιοχή της Μάνης και <strong>δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16-11-1836 ΒΔ &#8220;περί ιδιωτικών δασών&#8221;, ή επί των χορτολιβαδικών εκτάσεων που προβλέπεται στο άρθρο 1 του ΒΔ της 12-12-1833 &#8220;περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834&#8243;, σύμφωνα με το οποίο όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο (ΑΠ 34/2019).</strong> <strong>Ως εκ τούτου προκειμένου περί δασών, δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων που βρίσκονται στην Μάνη, μόνη η επίκληση από το Δημόσιο και απόδειξη της δασικής ή χορτολιβαδικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης δεν αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σε αυτήν, αλλά πρέπει το Δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε τρόπο, προβλεπόμενο είτε από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, είτε από ειδικούς νόμους είτε μετά το 1946 από τον</strong><strong> ΑΚ </strong><strong>( ΑΠ 1636/2024, ΑΠ 349/2024, ΑΠ 23/2021).</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Τέλος, η ανωτέρω ερμηνευτική άποψη επιβεβαιώνεται και από την πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 10 §1 περ. IV του ν. 3208/2003, που προστέθηκε με το άρθρο 152 του ν. 4819/2021, σύμφωνα με την οποία <em>«Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου (δηλ. του ν.</em><em>998/1979</em><em>, εννοεί τις χορτολιβαδικές) που:&#8230;IV. Περιλαμβάνονται σε περιοχές του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 62 του ν. </em><em>998/1979</em><em> (Α` 289) </em>(μεταξύ των οποίων και η Μάνη)<em>, για τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο δεν διαθέτει τίτλους ιδιοκτησίας ή άλλα επαρκή στοιχεία απόδειξης της κυριότητάς του, όπως πράξεις μίσθωσης, παραχώρησης ή άλλης εκμετάλλευσης, αξιοποίησης και προστασίας της έκτασης ως δημόσιας και, συγχρόνως, οι διεκδικούντες την έκταση διαθέτουν τίτλους ιδιοκτησίας, οι ίδιοι ή οι δικαιοπάροχοί τους, οι οποίοι έχουν συνταχθεί μέχρι την 1η.7.2001 το αργότερο, έστω και εάν έχουν μεταγραφεί μεταγενέστερα. Εκκρεμείς εμπράγματες αγωγές του Δημοσίου που αφορούν στις εν λόγω εκτάσεις και οι οποίες βασίζονται σε τίτλους ιδιοκτησίας ή άλλα επαρκή στοιχεία απόδειξης της κυριότητάς του, δεν επηρεάζονται από τη ρύθμιση του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση που το δικαίωμα της κυριότητας επί των ανωτέρω εκτάσεων έχει καταχωρηθεί υπέρ ιδιωτών ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου στα κτηματολογικά βιβλία των οικείων κτηματολογικών γραφείων, το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επ` αυτών και δεν ασκεί τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται στο άρθρο 6 του ν. </em><em>2664/1998</em><em> (Α` 275).»</em> (1870/2025 ΑΠ (NOMOS), 27/2019 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sti-mani/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στη Μάνη</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-sti-mani/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας λόγω νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης έστω κι ως συντρέχουσας αιτίας &#8211; Έννοια νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/akirotita-katangelias-simvasis-ergasias-logo-nomimis-sindikalistikis-drasis-esto-ki-os-sintrechousas-etias-ennia-nomimis-sindikalistikis-drasis/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/akirotita-katangelias-simvasis-ergasias-logo-nomimis-sindikalistikis-drasis-esto-ki-os-sintrechousas-etias-ennia-nomimis-sindikalistikis-drasis/#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 19 Oct 2026 06:17:21 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18807</guid>
		<description><![CDATA[<p>Σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4808/2021, [όπως έχει κωδικοποιηθεί με το ΠΔ 62/2025], καθιερώνονται ειδικότεροι λόγοι που κατισχύουν της γενικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία η άσκηση κάθε δικαιώματος, όπως και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, υπόκειται στον περιορισμό του ως άνω άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/akirotita-katangelias-simvasis-ergasias-logo-nomimis-sindikalistikis-drasis-esto-ki-os-sintrechousas-etias-ennia-nomimis-sindikalistikis-drasis/">Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας λόγω νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης έστω κι ως συντρέχουσας αιτίας &#8211; Έννοια νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;"><strong>Σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4808/2021, [όπως έχει κωδικοποιηθεί με το ΠΔ 62/2025], καθιερώνονται ειδικότεροι λόγοι που κατισχύουν της γενικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία η άσκηση κάθε δικαιώματος, όπως και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, υπόκειται στον περιορισμό του ως άνω άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, με αποτέλεσμα η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ (Παπαδημητρίου, Οι συνέπειες της παράνομης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου κατά το άρθρο 66 ν. 4808/2021, ΔΕΝ 2022 σ. 216).</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Με την κωδικοποίηση του ανωτέρω νόμου, στο άρθρο 250 του ΠΔ 62/2025, ορίζεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον: α) οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση, ή β) γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου ή γ) αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου, ιδίως, όταν πρόκειται για απόλυση: &#8230;. για) που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου, σύμφωνα με την παρ. 4του άρθρου 14 ν. 1264/1982. Κατά συνέπεια, γίνεται ενδεικτική αναφορά όσων απαγορεύονται με ρητή νομοθετική διάταξη, αλλά προστίθενται και λόγοι που σχετίζονται με την εφαρμογή του νέου νόμου που έχει ως τίτλο την ενάσκηση δικαιώματος αποσύνδεσης, τη συμφιλίωση της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής κλπ.</p>
<p style="text-align: justify;">Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 1264/1982, είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση. Ως προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης αυτής, τίθενται η ανάπτυξη νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης και η καταγγελία να οφείλεται στη δράση αυτή.</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Από τον συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης και του άρθρου 23 του Συντάγματος, νόμιμη συνδικαλιστική δράση είναι κάθε δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων και δικαιωμάτων των εργαζομένων, εφόσον από αυτή δεν επηρεάζεται ο ρυθμός της εκτελούμενης εργασίας.</strong> Μορφές συνδικαλιστικής δράσης αποτελούν ενδεικτικά, η συλλογική δραστηριοποίηση για την ίδρυση επαγγελματικού σωματείου εργαζομένων, η συμμετοχή σ`αυτό, η υποβολή υποψηφιότητας για εκλογή ως μέλους διοικητικών οργάνων του σωματείου, η εκλογή και δραστηριοποίηση μέσα στα όργανα αυτά, οι συλλογικές πρωτοβουλίες ενεργοποίησης σωματειακών διαδικασιών ανάδειξης νέας διοίκησης του σωματείου προς επιδίωξη και υλοποίηση συγκεκριμένων εργασιακών ή οικονομικών στόχων, η συμμετοχή σε νόμιμες απεργίες ή άλλες αγωνιστικές κινητοποιήσεις του σωματείου εργαζομένων για την επίτευξη κοινών συνδικαλιστικών στόχων. Η συνδικαλιστική δράση <strong>συνήθως είναι συλλογική</strong>, ήτοι ασκείται από κοινού με άλλους εργαζομένους για επιδίωξη σκοπών που εμπίπτουν στον κύκλο της δραστηριότητας των συνδικαλιστικών οργανώσεων, αλλά <strong>μπορεί να είναι και ατομική, εφόσον έχει σκοπό το συλλογικό συμφέρον, όπως ενδεικτικά η ενημέρωση συναδέλφων για τα εργασιακά τους δικαιώματα τους και τη διεκδίκησή τους.</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Επομένως, η προστασία του νόμου ισχύει για κάθε εργαζόμενο, είτε είναι συνδικαλισμένος είτε όχι, αρκεί να πρόκειται για δραστηριότητα που αποβλέπει στην εκπλήρωση συλλογικού και όχι ατομικού συμφέροντος, χωρίς ν&#8217; απαιτείται η δραστηριότητα αυτή να γίνεται κατ&#8217; εντολή ή με την έγκριση της συνδικαλιστικής οργάνωσης (ΑΠ 927/2017, ΑΠ 713/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1394/2019 Αρμ 2020/810, ΕφΘεσ 542/2018 ΕλλΔνη 2018/813).</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Εφόσον, λοιπόν, υπάρχει νόμιμη συνδικαλιστική δράση και αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την καταγγελία της σύμβασης, τότε η καταγγελία είναι άκυρη, ανεξάρτητα από το αν η συνδικαλιστική δράση προκάλεσε ή όχι προσωπική διένεξη ή αντιπαράθεση μισθωτού και εργοδότη. Επίσης, για την ακυρότητα της προαναφερόμενης καταγγελίας, <strong>δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση του μισθωτού να υπήρξε αποκλειστικά η κύρια αιτία της καταγγελίας, αλλά αρκεί να συνέτεινε αιτιωδώς ως απλή συντρέχουσα αιτία σ&#8217; αυτή.</strong> <strong>Δηλαδή, πρέπει ν&#8217; αποδειχθεί ότι ο εργοδότης δεν θα έφθανε στην απόλυση του μισθωτού, χωρίς τη συνδικαλιστική δράση του τελευταίου (ΑΠ 2183/2014 ΝΟΜΟΣ). </strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong> </strong></p>
<p style="text-align: justify;">Ελένη Μακροδημήτρη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/akirotita-katangelias-simvasis-ergasias-logo-nomimis-sindikalistikis-drasis-esto-ki-os-sintrechousas-etias-ennia-nomimis-sindikalistikis-drasis/">Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας λόγω νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης έστω κι ως συντρέχουσας αιτίας &#8211; Έννοια νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/akirotita-katangelias-simvasis-ergasias-logo-nomimis-sindikalistikis-drasis-esto-ki-os-sintrechousas-etias-ennia-nomimis-sindikalistikis-drasis/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας – Περιπτώσεις καταχρηστικής καταγγελίας &#8211; Αντιστροφή του βάρους απόδειξης κατά το άρθρο 350 του Π.Δ. 62/2025</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/akiri-katangelia-tis-simvasis-ergasias-periptosis-katachristikis-katangelias-antistrofi-tou-varous-apodixis-kata-to-arthro-350-tou-p-d-622025/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/akiri-katangelia-tis-simvasis-ergasias-periptosis-katachristikis-katangelias-antistrofi-tou-varous-apodixis-kata-to-arthro-350-tou-p-d-622025/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 16 Oct 2026 11:36:15 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18803</guid>
		<description><![CDATA[<p>Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/akiri-katangelia-tis-simvasis-ergasias-periptosis-katachristikis-katangelias-antistrofi-tou-varous-apodixis-kata-to-arthro-350-tou-p-d-622025/">Άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας – Περιπτώσεις καταχρηστικής καταγγελίας &#8211; Αντιστροφή του βάρους απόδειξης κατά το άρθρο 350 του Π.Δ. 62/2025</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού με βάση τη σύμβαση εργασίας, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 1804/2022, 751/2020, 179/2016, 601/2013). Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 1804/2022, 751/2020, 179/2016, 1249/2014).</p>
<p style="text-align: justify;">Περαιτέρω, κατάχρηση υφίσταται και όταν με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει την έννοια ότι κατά την ενάσκηση δικαιώματος πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ του, εκάστοτε, χρησιμοποιούμενου μέσου και του, αντιστοίχως, επιδιωκομένου σκοπού (ΑΠ 541/2018, 1889/2017, 897/2012). Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 367/2025, 114/2019, 1173/2017, 244/2017, 769/2016).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Δεν συντρέχει, όμως, καταχρηστική καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους -που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος- εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς το όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 του ΑΚ (ΑΠ 642/2021, ΑΠ 1267/2019, ΑΠ 729/2018, ΑΠ 77/2013, ΜονΕφΑΘ 1971/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Τέλος, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του, εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία, η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 642/2021, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 904/2012, ΜονΕφΛαμ 25/2022, ΜονΕφθεσ 295/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). </strong></p>
<p style="text-align: justify;">Το, ως άνω, νομικό καθεστώς δεν άλλαξε μετά την κύρωση (άρθρο πρώτο του Ν. 4359/2016, που ισχύει από 20.01.2016) από την Ελλάδα του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (εφεξής Αναθ.Ε.Κ.Χ.). Το άρθρο 24 του Ν. 4359/2016 προβλέπει πέραν του δικαιώματος «&#8230;όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας» (εδ. α’) και «το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση» (εδ. ’β). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου: <em>«Με το άρθρο 24 αναγνωρίζεται το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μην απομακρύνονται από την εργασία τους χωρίς βάσιμη αιτία και, στην περίπτωση που συμβεί αυτό, να υπάρξει επαρκής αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη συνδρομή. Ο εργαζόμενος, στην περίπτωση αυτή, έχει το δικαίωμα προσφυγής σε ανεξάρτητο όργανο».</em> Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, ακόμη και αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται. Η, ως άνω, προστασία των εργαζομένων, ήτοι η υποχρέωση του εργοδότη να αποζημιώσει τον εργαζόμενο, εξασφαλίζεται πλήρως, ήδη, πριν την κύρωση του Αναθ.Ε.Κ.Χ., υπό την κείμενη νομοθεσία (Ν. 2112/1920, Ν, 3198/1955, β.δ. 16/18.7.1920, σε συνδυασμό με το Ν. 3899/2010 και Ν. 4093/2012) για κάθε περίπτωση καταγγελίας (με εξαίρεση εκείνη που γίνεται λόγω υποβολής μηνύσεως) και δεν αίρεται ακόμη και όταν ο εργοδότης θα μπορούσε να αποδείξει βάσιμο λόγο για τη λύση του ενοχικού δεσμού. Ως εκ τούτου, η θετική ή αποφατική αναφορά σε βάσιμο λόγο καταγγελίας αποβαίνει αλυσιτελής. Γι’ αυτό και το κύρος της ήδη γενομένης καταγγελίας εξακολουθεί να ελέγχεται εξατομικευμένα μόνο με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, όπως και προηγουμένως, ύστερα από αγωγή του εργαζόμενου στο αρμόδιο δικαστήριο (ΑΠ 521/2022, ΑΠ 366/2020, ΑΠ 1512/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πέραν της γενικής διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που, κατά τον νόμο, καθιστούν την καταγγελία άνευ ετέρου παράνομη.</p>
<p style="text-align: justify;">Απαγορεύσεις της καταγγελίας και συνέπειες των ελαττωμάτων αυτής, άρθρο 350 του Π.Δ. 62/2025, το περιεχόμενο του οποίου έχει ως έξης: 1. Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον: α) Οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής η εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση, ή β) γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου ή γ) αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου, και ακολουθεί ενδεικτική απαρίθμηση κλπ. 2&#8230;,3. Αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά, να στηρίξουν την πεποίθηση, ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους λόγους των παρ. 1 και 2 εναπόκειται στον εργοδότη, να αποδείξει, ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο. 4. Εάν η απόλυση πάσχει για λόγο διαφορετικό από τους λόγους των παρ. 1 και 2, το δικαστήριο, αντί οποιοσδήποτε άλλης συνέπειας, μετά από αίτημα είτε του εργαζομένου είτε του εργοδότη, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερο του διπλάσιου της κατά νόμο αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης. Το αίτημα υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά τον καθορισμό του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ιδίως, την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη. 5. Ο εργαζόμενος που επικαλείται ελάττωμα της καταγγελίας κατά τις παρ. 1 και 2 δικαιούται να ζητήσει, αντί για την αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των συνεπειών της ακυρότητας, την επιδίκαση της πρόσθετης αποζημίωσης της παρ. 4.6.</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Σε αγωγή που περιέχει αίτημα για πρόσθετη αποζημίωση της παρ. 4 κατ&#8217; ενάσκηση του δικαιώματος της παρ. 5, δεν μπορεί να σωρεύεται αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας, εφόσον τα δύο αιτήματα στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική βάση. Σώρευση των δύο αιτημάτων κατά παράβαση του προηγούμενου εδαφίου, ακόμη και επικουρική, οδηγεί στην απόρριψη αμφοτέρων ως απαράδεκτων.</strong> Με το ως άνω άρθρο ομαδοποιούνται οι περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και περιλαμβάνονται σε ενιαία διάταξη οι περιπτώσεις προστασίας του εργαζόμενου από την καταγγελία. Πιο συγκεκριμένα παρατίθενται περιπτώσεις, όπου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη για συγκεκριμένους λόγους, όπως όταν οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου, σε ενάσκηση νόμιμων δικαιωμάτων του ή όταν αντίκειται σε ειδική διάταξη νόμου και με αυτήν διακρίνονται, μεταξύ των ελαττωματικών απολύσεων, αυτές που απαγορεύονται ρητώς στον νόμο και οι λοιπές. Πιο σημαντική, όμως, και πρωτοποριακή είναι η γενική πρόβλεψη, ότι απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε απόλυση που γίνεται ως αντίδραση για την άσκηση οποιουδήποτε νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου. Η προσθήκη της αντίδρασης σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος, ως λόγου, που καθιστά μια απόλυση άκυρη, προσφέρει προστασία πιο διευρυμένη για τους εργαζομένους σε σχέση με τη δυνατότητα που είχαν να αναγνωρίζεται η ακυρότητα μιας απόλυσης, βάσει του άρθρου 281 του ΑΚ. Συγκεκριμένα, η απόλυση που γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος είναι σε κάθε περίπτωση άκυρη, χωρίς να απαιτείται να ελέγχεται, εάν η καταγγελία τυχόν υπερέβη τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Η προστασία των εργαζομένων ενισχύεται και από την πρόβλεψη της παρ. 3, του ίδιου άρθρου δια της οποίας εισάγεται αποδεικτική διευκόλυνση προς τον εργαζόμενο, ο οποίος ζητά να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, όταν αυτή συνιστά αντίδραση στην άσκηση κάποιου νόμιμου δικαιώματος του.</p>
<p style="text-align: justify;">Κατά την άποψη που υιοθετεί το Δικαστήριο αυτό, η διάταξη εισάγει νόμιμο μαχητό τεκμήριο, τουτέστιν εάν ο ενάγων αποδείξει με πλήρη απόδειξη τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την βάση του τεκμηρίου, από οποίο τεκμαίρεται η ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι το κίνητρο του εργοδότη ήταν κακόβουλο, επέρχεται πλέον η αντιστροφή του βάρους απόδειξης από τον ενάγοντα στον εναγόμενο, να ανατρέψει το τεκμήριο, αποδεικνύοντας ότι ο λόγος της απόλυσης δεν είναι ο επικαλούμενος στην αγωγή, οφείλοντας να δημιουργήσει πλήρη δικανική πεποίθηση στο Δικαστήριο ότι η καταγγελία δεν έγινε ως αντίποινα στην ενάσκηση του νομίμου δικαιώματος, έχοντας πλέον εκείνος το βάρος της κυρίας περί του αντιθέτου απόδειξης. Αν ανταποκριθεί σε αυτό, αποδεικνύοντας ότι η απόλυση δεν έγινε για τον λόγο που επικαλείται ο ενάγων, ο ισχυρισμός του τελευταίου απορρίπτεται κατ` ουσίαν, όπως γινόταν δεκτό μέχρι πρόσφατα για τον ισχυρισμό από το άρθρο 281 ΑΚ, για την απόδειξη του οποίου όμως βαρυνόταν ο εργαζόμενος.</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Αυτή η μετάθεση του βάρους απόδειξης, σημαίνει ότι ο εναγόμενος φέρει πλέον τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή.</strong> Δέον ωστόσο να επισημανθεί ότι η αποδεικτική ελάφρυνση, δεν αφορά σε όλα τα επιμέρους στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου, αλλά όπως και στην απαγόρευση διακρίσεων, περιορίζεται στο στοιχείο αυτό ως προς την απόδειξη του οποίου ο εργαζόμενος αντιμετωπίζει πράγματι σημαντικές δυσχέρειες, στην απόδειξη της αιτιότητας της καταγγελίας, γιατί ως προς αυτό ο εργαζόμενος βρίσκεται σε κατάσταση «αποδεικτικής ανάγκης». Η ελάφρυνση όμως δεν φθάνει μέχρι το σημείο να αρκεί η πιθανολόγηση του αιτιώδους συνδέσμου, όπως έχει υποστηριχθεί (βλ. Σχετ. ΜονΠΛαρ 526/2024, ΜΠρΠειρ. 3347/2023 ΤΝΠ NOMOS, Ζερδελή, ΕΠολΔ 2023, 500` Μπακόπουλο, Η ελαττωματική καταγγελία, σελ. 157 Ί61 Παπαδημητρίου, ΔΕΝ 2022, 221` Βασιλείου, ΕΕργΔ 2022, 947 επ.), διότι αυτό θα σήμαινε, έστω και στο στάδιο αυτό, μείωση του μέτρου απόδειξης μόνο για τον έναν από τους διαδίκους σε αντίθεση με τους ορισμούς της δικονομικής ισότητας του άρθρου 110 ΚΠολΔ, ως ειδικής εκδήλωσης του άρθρου 4 παρ.1 Σ. {Βλ. σχετ. Εφ Αθ369/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κ. Μακρίδου, Βάρος επικλήσεως και βάρος αποδείξεως στο νέο δίκαιο της καταγγελίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας (άρθρο 350 παρ.3 π.δ 62/2025) σε ΕΠολΔ 2/2025 σελ. 129-139, Μ. Χασιρτζόγλου, Η διευκόλυνση του εργαζόμενου, στην απόδειξη της καταχρηστικότητας, της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του με τους ν. 4808/2021 και 5053/2023 σε ΕλλΔνη 1/2024, σελ. 19-27, βλ. ωστόσο και ΕφΑθ 955/2023, ΤΝΠΝΟΜΟΣ, η οποία υιοθετεί την θέση ότι με την διάταξη καθιερώνεται η εκ πρώτης όψεως (prima facie) απόδειξη για τις προβλεπόμενες κατά τα ανωτέρω περιπτώσεις απαγορευμένης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας}. (5950/2026 ΜΠρΠειρ, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Ελένη Μακροδημήτρη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/akiri-katangelia-tis-simvasis-ergasias-periptosis-katachristikis-katangelias-antistrofi-tou-varous-apodixis-kata-to-arthro-350-tou-p-d-622025/">Άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας – Περιπτώσεις καταχρηστικής καταγγελίας &#8211; Αντιστροφή του βάρους απόδειξης κατά το άρθρο 350 του Π.Δ. 62/2025</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/akiri-katangelia-tis-simvasis-ergasias-periptosis-katachristikis-katangelias-antistrofi-tou-varous-apodixis-kata-to-arthro-350-tou-p-d-622025/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στην Μακεδονία</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-makedonia/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-makedonia/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 15 Oct 2026 12:16:37 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18800</guid>
		<description><![CDATA[<p>Με το άρθρο 2 § 3 του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ&#8217; εφαρμογή της με τον ν. ΔΣΙΓ` (4213) της 14/14-11-1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες Χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) &#8220;εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία, διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-makedonia/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στην Μακεδονία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Με το άρθρο 2 § 3 του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ&#8217; εφαρμογή της με τον ν. ΔΣΙΓ` (4213) της 14/14-11-1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες Χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) &#8220;εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία, διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ` αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι&#8221;. Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1-2-1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου πιο νόμου (147/1914), η ελληνική νομοθεσία. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο, κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου &#8220;περί γαιών&#8221; της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού 1856), του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης σ` αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.147/1914, &#8220;δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμερινοί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι&#8221;, των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ. και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Οι ως άνω δημόσιες εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό Δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπού) και ετήσιας δόσης, με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου). Με την έκδοση όμως του τίτλου αυτού, οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας επί της παραχωρηθείσας δημόσιας έκτασης, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή &#8220;ωφέλιμης κυριότητας&#8221; (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητας (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο, ειδικά δε επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση «ταπίου» στο όνομά του, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος «τεσσαρούφ». Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σ. 1304, του άρθρου 13 του νόμου &#8220;περί εγγράφων ταπίων&#8221; της 8 Δ. Α. 1275 (ήδη έτος 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σ. 1276 και των οδηγιών της 23 Μ. 1293 ή 7.2.1921 &#8220;περί εξελέγξεως τίτλων δασών&#8221;, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61, 71 και 78), προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης είναι όχι μόνον η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή (εξουσίαση), αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια του κτήματος. <strong>Επομένως, δεν ήταν δυνατή από τον σφετεριστή, κατά τον ανωτέρω τρόπο, απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών, αφού μάλιστα από τις διατάξεις των άρθρων 3, 9, 19, 30, 68 και 71 του ως άνω νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13ης Μωχαρέμ 1927 &#8220;περί εξελέγξεως τίτλων δασών&#8221;, προκύπτει ότι δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών μπορούσε να αποκτηθεί μόνο δια ταπίου (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016).<a href="#_ftn1" name="_ftnref1"><strong>[1]</strong></a></strong></p>
<p style="text-align: justify;">Με το Διάταγμα 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20-5-1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Α.Ν. 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και, έτσι, αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ` ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 1983/2022, ΑΠ 1931/2022).</p>
<p style="text-align: justify;">Για να αποκτήσει λοιπόν ο ιδιώτης κυριότητα επί δημοσίων γαιών απαιτείτο είτε να είχε κατά την 20 Μαΐου 1917 δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από ιδιώτη, βάσει ταπίου που είχε προεκδοθεί της προσάρτησης των νέων χωρών, ή, προκειμένου περί αγρών, μέχρι την ημερομηνία αυτή να είχαν καλλιεργηθεί επί δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 854/2021). Οι δύο αυτοί τρόποι κτήσης του δικαιώματος εξουσίασης, το οποίο, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε δικαίωμα κυριότητας, διαφέρουν μεταξύ τους και δεν στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Και αυτό γιατί η βάση της μιας αγωγής στηρίζεται στην κτήση του δικαιώματος εξουσίασης της δημόσιας γαίας με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου) από το Δημόσιο στον ιδιώτη, ενώ της άλλης (αγωγής) στην πραγματική κατάσταση της από μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας της καλλιεργήσιμης δημόσιας γαίας επί δέκα συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (ΑΠ 1702/2022, ΑΠ 854/2021).</p>
<p style="text-align: justify;">Για όσες δημόσιες γαίες δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η κυριότητά τους με την απελευθέρωση των νέων χωρών περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 της Συνθήκης της Λωζάνης της 24.7.1923 που κυρώθηκε με το από 25.8.1923 Ν.Δ.), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που κυρώθηκε με το Ν. 4793/1930 και της από 21.6.1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών ή με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται. Η κυριότητα δε αυτή δεν μπορούσε πλέον να καταλυθεί με κατάληψη από ιδιώτη δημοσίου κτήματος και επιχείρηση πράξεων νομής σε αυτό μετά το έτος 1914, γιατί, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσης κυριότητας, ενώ δε κατά το διάστημα από 11.9.1915 έως το 1926 ίσχυε δικαιοστάσιο, με το διάταγμα της 22-4/16.5.1926 &#8220;περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης&#8221; να απαγορεύει τη χρησικτησία σε βάρος των δημοσίων κτημάτων (ΑΠ 1551/2023, ΑΠ 391/2023, ΑΠ 1931/2022, ΑΠ 854/2021).</p>
<p style="text-align: justify;">Εξάλλου, στο άρθρο 52 παρ.3 του ν. 2052/1920 ορίζεται ότι: &#8220;3. Τα δικαιώματα του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων τα πηγάζοντα εκ διατάξεων του Οθωμανικού νόμου περί γαιών παραμένουν ισχυρά.&#8221; Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει στην παρ.1 του ίδιου άρθρου και για τα αδέσποτα ακίνητα. <strong>Έτσι θεμελιώθηκε το πρώτον μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις κείμενα στις Νέες Χώρες, σε συνέχεια του αντίστοιχου οθωμανικού τεκμηρίου, είτε αυτά ανήκαν στην κατηγορία των ελευθέρων ιδιωτικής εξουσίασης (μουμπάχ), είτε των βακουφικών, είτε των κοινοτικών, είτε των ιδιωτικών (κουρή) εξουσιαζόμενων μόνο βάσει ταπίου. </strong>Εντούτοις, κατ` αναλογική εφαρμογή των ισχυόντων στο Παλαιό Βασίλειο δυνάμει του ΒΔ της 17.11/1.12.1836 &#8220;περί ιδιωτικών δασών&#8221; (ΦΕΚ 69/Α/1836), (το οποίο σημειωτέον δεν ορίζει τι είναι δάσος και δασική έκταση, αλλά προβλέπει διαδικασία αναγνώρισης ιδιωτικών δασών εντός έτους από την δημοσίευσή του, παρελθούσης δε της προθεσμίας, όλα τα δάση θεωρούνται δημόσια, αλλά δεν ισχύει για τις Νέες Χώρες, ΣτΕ 1104/1938, ΑΠ 124/2025), δόθηκε η δυνατότητα στους ιδιώτες τους διαθέτοντες τίτλο (ταπί), με το οποίο εξούσιαζαν δάσος ή δασική έκταση κείμενα στις Νέες Χώρες επί οθωμανικής κυριαρχίας, να αναγνωρισθεί το δικαίωμά τους αυτό (εξουσίασης), που στη συνέχεια μετατράπηκε σε κυριότητα, κατά τα ανωτέρω, απευθυνόμενοι στο Διοικητικό Δικαστήριο &#8220;παρά τω Υπουργείω Γεωργίας&#8221; , που συστάθηκε με το ν. 2201/1920 ( ΦΕΚ A 133/1920) και εφάρμοζε τα προβλεπόμενα στο ΝΔ της 22.4./16.5.1926 &#8220;Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ&#8221; (ΦΕΚ Α` 155) (ΑΠ 1100/2014). Προϋπόθεση, όμως, του ως άνω τεκμηρίου κυριότητας είναι η ύπαρξη δάσους κατά τον χρόνο εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες, δηλ. την 1-2-1914 (ΑΠ 124/2025) (456/2026 ΑΠ (NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Αναφορικά δε με το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης δημόσιου κτήματος, μετά το θάνατο του εξουσιάζοντας μετέβαινε, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, στα τέκνα του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 54 του προαναφερόμενου Οθωμανικού Νόμου &#8220;περί γαιών&#8221; και εκείνες των νόμων 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 (11.7), 6 Πανδ. (29.2), 12 Πανδ. (38.16), 3.616 (2.19), Θεμ. φ. 3 (3.19) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, το οποίο ίσχυε, κατά τους νόμους αυτούς, και επί Τουρκοκρατίας, στην Ελλάδα, ως προς τους χριστιανούς υπηκόους του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει σουλτανικών φιρμανιών, μετά δε την απελευθέρωση της Βόρειας Ελλάδος από το τουρκικό ζυγό, εξακολούθησε να ισχύει σ` αυτήν, όπως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου &#8220;περί γαιών&#8221;, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 2 του ν.147/1914 και του άρθρου 7 του ν. ΔΡΑΔ/1913, ο οποίος, κατά το άρθρο 16 αυτού, εφαρμόστηκε στις Νέες Χώρες αναδρομικά από 6-10-1912. Ενόψει αυτών, εφόσον, μετά το θάνατο του ασκούντα δικαίωμα εξουσίασης σε δημόσιο ακίνητο τα τέκνα αυτού υπεισήλθαν στην κληρονομιά του και συνέχισαν να ασκούν το δικαίωμα αυτό, μετά από δεκαετή αδιαμφισβήτητη κατοχή αυτού που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ή του κληρονομηθέντα μέχρι τις 20-5-1917, γίνονταν κύριοι του εν λόγω ακινήτου τα τέκνα αυτού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 49 του ν. 2052/1920 και των άρθρων 101- 104 του Διατάγματος της 11/12-1-1929, κατά τις οποίες κρίνεται και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, η κτήση της κυριότητας αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ (ΑΠ 582/1998, ΑΠ 446/1992). Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη (του άρθρου 54) του νόμου περί &#8220;γαιών&#8221;, σε συνδυασμό της με εκείνες των άρθρων 5, 8, 9 και 15 του νόμου περί ταπίων (της 26 Σεφφέρ 1278), &#8211; όπως το άρθρο 15 τροποποιήθηκε μεταγενέστερα-, προκύπτει, επίσης, ότι οι συγγενείς του θανόντα εξουσιαστή έχουν δικαίωμα να τους παραχωρηθεί από το Δημόσιο κατά προτίμηση το εξουσιαζόμενο εδαφικό τμήμα. Η παραχώρηση αυτή είναι αυτοτελής, το αποκτώμενο δε με βάση αυτή δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) είναι νέο και δεν αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου. Εξάλλου, κατά μεν τις διατάξεις, επίσης, των ν. 10, πανδ. (29.2), Βασ, 10 (35.14) του προϊσχύσαντος Β. Ρ. Δ. η υπεισέλευση του κληρονόμου σε μέρος της κληρονομίας ισχύει για ολόκληρη την κληρονομιά, της οποίας γίνεται αυτός συγκοινωνός με τους λοιπούς κληρονόμους, κατά δε τις διατάξεις των ν. 3 Κωδ. 7.34, ν. 42 πανδ. 41.2, ν. 7 παρ. 5, πανδ. 10.3, ν. 28 πανδ. 10,3 του ίδιου πιο πάνω δικαίου, οι οποίες, κατά τα άρθρα 50 και 43 του Εισ.Ν.ΑΚ, εφαρμόζονται και στην κοινωνία μεταξύ συγκυρίων ή συγκληρονόμων, που δημιουργήθηκε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) και συνεχίζεται και μετά από αυτή, καθώς και τις αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται η αρχή, ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνών κατά το λόγο της μερίδας, του καθενός και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ&#8217; αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκοινωνούς, είτε ρητά, είτε σιωπηρά με πράξεις που υποδηλώνουν τέτοια απόφαση, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος, για δικό του λογαριασμό, περάσει δε από τη γνωστοποίηση αυτή η κατά νόμο απαιτούμενη προθεσμία της εν λόγω (αποσβεστικής ή κτητικής) παραγραφής. Η πιο πάνω αρχή προϋποθέτει την ύπαρξη κοινωνίας δικαιώματος, κατά το χρόνο που άρχισε να νέμεται αποκλειστικά και μόνο στο δικό του όνομα, ως κύριος, εκείνος κατά του οποίου προτείνεται η σχετική ένσταση ή ο άμεσος δικαιοπάροχός του. Δεν απαιτείται, όμως, γνωστοποίηση, όταν οι λοιποί συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός, ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα και ότι νέμεται αυτό αποκλειστικά για δικό του και μόνο λογαριασμό, όπως αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη δωρεά, διανομή ή πώληση μεταξύ των συγκοινωνών (Ολ. ΑΠ 485/1982) (1429/2010 ΑΠ NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Έλεν Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a> 182/2025 Εφετείο Δωδεκανήσου (NOMOS)</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-makedonia/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στην Μακεδονία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-makedonia/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Άρθρο 934 ΚΠολΔ: Προθεσμίες Ανακοπής και Ακυρότητα της Περίληψης Κατακυρωτικής Έκθεσης</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/arthro-934-kpold-prothesmies-anakopis-ke-akirotita-tis-perilipsis-katakirotikis-ekthesis/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/arthro-934-kpold-prothesmies-anakopis-ke-akirotita-tis-perilipsis-katakirotikis-ekthesis/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 14 Oct 2026 10:04:58 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18797</guid>
		<description><![CDATA[<p>Με το άρθρο 934 KΠολΔ, καθιερώνεται στις δίκες περί την εκτέλεση το σύστημα της κατά στάδια προβολής των λόγων ανακοπής. Κάθε πράξη εκτέλεσης προσβάλλεται με ανακοπή εντός ορισμένης προθεσμίας που ορίζεται στις διατάζεις του άρθρου 934 ΚΠοΔ, η δε παρέλευση της προθεσμίας έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται απρόσβλητη η συγκεκριμένη πράξη εκτέλεσης, δεδομένου ότι η ανακοπή συνιστά το μοναδικό ένδικο βοήθημα. Το άρθρο 934 παρ. 1 περ α KΠολΔ προβλέπει μία [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/arthro-934-kpold-prothesmies-anakopis-ke-akirotita-tis-perilipsis-katakirotikis-ekthesis/">Άρθρο 934 ΚΠολΔ: Προθεσμίες Ανακοπής και Ακυρότητα της Περίληψης Κατακυρωτικής Έκθεσης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Με το άρθρο <strong>934</strong><strong> KΠολΔ</strong>, καθιερώνεται στις δίκες περί την εκτέλεση το <strong>σύστημα της κατά στάδια προβολής των λόγων ανακοπής</strong>. Κάθε πράξη εκτέλεσης προσβάλλεται με ανακοπή εντός ορισμένης προθεσμίας που ορίζεται στις διατάζεις του άρθρου 934 ΚΠοΔ, η δε παρέλευση της προθεσμίας έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται απρόσβλητη η συγκεκριμένη πράξη εκτέλεσης, δεδομένου ότι η ανακοπή συνιστά το μοναδικό ένδικο βοήθημα.</p>
<p style="text-align: justify;">Το άρθρο 934 παρ. 1 περ α KΠολΔ προβλέπει μία ενιαία προθεσμία για όλους τους λόγους ανακοπής που βάλλουν κατά των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας έως και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους ως μέσων της προδικασίας ή της κύριας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως και τους λόγους που αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, αν και δεν περιλαμβάνονται στην γραμματική διατύπωση του άρθρου, και στην απαίτηση.</p>
<p style="text-align: justify;">Εξάλλου, η προσήκουσα κάθε φορά προθεσμία που πρέπει να τηρήσει ο εκάστοτε ανακόπτων κρίνεται, και υπό τη νέα μορφή του άρθρου 934 KΠολΔ, όχι από το αίτημα της ανακοπής του, δηλαδή από την πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης που προσβάλλει αυτός, αλλά από τους λόγους που προτείνει με την ανακοπή του, δηλαδή από τα ιστορούμενα σε αυτήν ελαττώματα, τα οποία πρέπει να αναφέρονται ευθέως και αμέσως στο κύρος της προσβαλλόμενης με την ανακοπή πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης. Έτσι, <strong>εάν το ελάττωμα ενυπάρχει σε προηγούμενη πράξη, πλην όμως ζητείται η ακύρωση επόμενης, το εμπρόθεσμο κρίνεται με βάση την πράξη, στην οποία υπάρχει το ελάττωμα κι όχι με βάση εκείνη, της οποίας ζητείται η ακύρωση </strong>(ΕφΑιγ 80/2020, ΜονΠρωτΗλείας 132/2022 Νόμος). <strong>Αν κάποια πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν προσβληθεί μέσα στην προσήκουσα, κατά τα παραπάνω, προθεσμία, επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της, γεγονός που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, που κρίνει τη σχετική ανακοπή, με αποτέλεσμα η πράξη να θεωρείται έγκυρη και ισχυρή και το ελάττωμά της να μην μπορεί να προβληθεί μεταγενέστερα, ούτε να μπορεί να συμπαρασύρει σε ακυρότητα τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης</strong> (ΑΠ 686/2018, ΑΠ 640/2017, ΕφΛαρ 110/2020, ΕφΑιγ 80/2020 Νόμος).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Γίνεται, λοιπόν, δεκτό ότι η ανακοπή που περιέχει λόγους ακυρότητας που θίγουν αμέσως τις προγενέστερες του πλειστηριασμού πράξης της εκτέλεσης και εμμέσως μόνο την πράξη του πλειστηριασμού, ως τελευταία πράξη της εκτέλεσης, πρέπει να ασκηθεί μέσα στην ανωτέρω προθεσμία του άρθρου 934 παρ.1 περ. α`</strong><strong> KΠολΔ</strong><strong>, μόνο δε μετά την τελεσίδικη παραδοχή της και την ακύρωση των προγενέστερων αυτών πράξεων της εκτέλεσης, η οποία ακύρωση επιδρά ακυρωτικά και επί του πλειστηριασμού, μπορεί να προσβληθεί παραδεκτώς για τον λόγο αυτόν ο πλειστηριασμός μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. β και 2</strong><strong> KΠολΔ </strong><strong>(ΕφΑιγ 80/2020 Νόμος).</strong> Έτσι, εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1α εδ. α` KΠολΔ ασκείται η ανακοπή με λόγους που αφορούν όλες τις προηγούμενες πράξεις του πλειστηριασμού, ακόμα κι αυτές που ανάγονται στο διάστημα μεταξύ ης κατάσχεσης και του πλειστηριασμού.</p>
<p style="text-align: justify;">Σημειωτέον ότι <strong>εντός της προθεσμίας του άρθρου 934</strong><strong> KΠολΔ </strong><strong>θα πρέπει να γίνει η κατάθεση του δικογράφου της ανακοπής στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, καθώς και η επίδοσή του στον καθ` ου</strong> (ΟλΑΠ 6/2005 ΝΟΜΟΣ). Οι δε προθεσμίες του άρθρου 934 παρ.1 KΠολΔ είναι δικονομικές, διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ. του ίδιου Κώδικα κι εξεταζόμενες αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αφετηρία της προθεσμίας των σαράντα πέντε (45) ημερών του άρθρου 934 παρ.1 περ. α` KΠολΔ θα πρέπει και πάλι, μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 4335/2015, να γίνει δεκτό ότι αποτελεί η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης στον καθ’ ου, για λόγους περιφρούρησης του δικαιώματος άμυνας του τελευταίου (ΑΠ 1232/2012, ΑΠ 658/2007, ΕφΑιγ 80/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, από τα άρθρα <strong>1010 </strong>και <strong>220</strong><strong> KΠολΔ </strong>προκύπτει ότι <strong>η ανακοπή για ακύρωση πλειστηριασμού ακινήτου, για να είναι τυπικά παραδεκτή, πρέπει να εγγράφεται μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την κατάθεσή της στο βιβλίο διεκδικήσεων της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο,</strong> ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους επιδέχεται η ακύρωση αυτή. Η παράλειψη της εγγραφής αυτής, η οποία συνεπάγεται την απόρριψη της ανακοπής ως απαράδεκτης, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, διότι η εγγραφή της ανακοπής καθιερώνεται οπό τον νόμο ως <strong>ειδική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής</strong> από λόγους δημόσιας τάξεως, δηλαδή προς προστασία της καλής πίστεως τρίτων και δεν ενδιαφέρει μόνο τους διαδίκους (ΑΠ 1060/2005. ΑΠ 130/2003, ΜΠρΡοδ 567/2018, ΜΠρΚεφ 32/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">Εξάλλου, η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης συντάσσεται και εκδίδεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού με βάση την έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. εφόσον ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης των ΗΛ.ΣΥ.ΠΑΕΙΣ. (άρθρα 1005§ 1 και 959§5 KΠολΔ). Οι έννομες συνέπειες της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης εκδηλώνονται, αφενός, στον χώρο του ουσιαστικού δικαίου ως <strong>τίτλος προς μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος στον υπερθεματιστή από τη μεταγραφή ή την καταχώρησή του</strong> (άρθρα 1092 ΑΚ, 12§1εδ.β`περ. γγ` ν.2664/1998 και 1005§ 1 KΠολΔ) και αφετέρου, στον χώρο του δικονομικού δικαίου ως <strong>τίτλος εκτελεστός κατά τα άρθρα 904 και 1005 § 2</strong><strong> KΠολΔ</strong><strong>, προκειμένου ο υπερθεματιστής να προβεί σε νέα («άμεση») αναγκαστική εκτέλεση προς απόκτηση της νομής και κατοχής του πλειστηριασθέντος ακινήτου.</strong> Η διττή αυτή λειτουργία της στο χώρο του ουσιαστικού και του δικονομικού δικαίου προσδιορίζει και το δικονομικό πλαίσιο, εντός του οποίου δύναται να κινηθεί η δυνατότητα προσβολής της για ακυρότητα λόγω των ελαττωμάτων της. <strong>Η αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων περατώνεται, κατά ρητή νομοθετική επιταγή, με τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατοχύρωσης (άρθρο 934§2), η οποία και μόνο προσβάλλεται με την ανακοπή των άρθ. 933 εντός της προθεσμίας του 934 § 1 περ. β`</strong><strong> KΠολΔ</strong><strong>. </strong>Η περίληψη εξέρχεται του πλαισίου του περατωθέντος πλειστηριασμού και εκδίδεται με αποκλειστικό σκοπό να παράσχει στον υπερθεματιστή τον αναγκαίο για την κτήση της κυριότητας τίτλο. Έτσι η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ως τίτλος παράγωγης κτήσης κυριότητας, εμφανίζει αυτοτέλεια έναντι του πλειστηριασμού και η άμεση και κύρια έννομη συνέπειά της επενεργεί στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου. Υπό τη λειτουργία της αυτή δεν μπορεί να καταταχθεί στην κατηγορία των αυτοτελών διαδικαστικών πράξεων στο πλαίσιο της διαδικασίας του διενεργημένου πλειστηριασμού, ώστε να χρειάζεται ιδιαίτερη προσβολή με ανακοπή του άρθρου 933 KΠολΔ εντός της προθεσμίας προσβολής του πλειστηριασμού και κατακύρωσης κατ` άρθρο 934 παρ.ίπερ. β KΠολΔ. Σε περίπτωση που η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκδοθεί δίχως να υφίστανται οι νόμιμες προϋποθέσεις, αυτή είναι αυτοδικαίως άκυρη, ως τίτλος μεταβίβασης της κυριότητας, με συνέπεια να μην επέρχονται οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο συνέπειες της έκδοσης, γεγονός το οποίο αναγνωρίζεται με αγωγή ή προβάλλεται κατ’ ένσταση. Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης αποτελεί, όμως, συγχρόνως και εκτελεστό τίτλο για την επίσπευση άμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 943 KΠολΔ προς αποβολή του καθ’ ου ή των μνημονευόμενων στο άρθρο 1005 παρ.2 KΠολΔ προσώπων και εγκατάσταση του υπερθεμάτισή στο ακίνητο. Στην περίπτωση αυτή η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ως εκτελεστός τίτλος, επιφέρει την άμεση συνέπειά της στο χώρο του δικονομικού δικαίου. Υπό τη λειτουργία της αυτή αποτελεί αυτοτελή διαδικαστική πράξη στο πλαίσιο της νέας άμεσης διαδικασίας εκτέλεσης και προσβάλλεται με ανακοπή του άρθρου 933 KΠολΔ εντός των προθεσμιών του άρθρου 934 παρ.1 περ. α’ και β’ KΠολΔ για την άμεση εκτέλεση (βλ. για την ανωτέρω διττή λειτουργία της περίληψης και το πλαίσιο άμυνας του καθ’ ου η εκτέλεση ΑΠ 797/2021, ΑΠ 2089/2013. ΑΠ 2233/2009, ΜΕφΚερκ 124/2021 ΜΕφΠειρ 497/2016, σε Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ. ΜΠθεσ 3391/2023, αδημοσίευτη, και σε θεωρία Α. Βεζυρτζή. Ο ηλεκτρονικός αναγκαστικός πλειστηριασμός κατά τον KΠολΔ, σελ 78-79, 184 επ Γ. Διαμαντόπουλος. Πότε η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης δεν προσβάλλεται με ανακοπή του άρθρου 933 KΠολΔ. Η επάνοδος της νομολογίας στην ορθή κατεύθυνση, σε Ερανισμοί και Ανταποδόσεις Θέμιδος, τόμ. 2, σελ 368, Κ. Κεραμεύς/Δ. Κονδυλης/Ν. ΝΙκας (-Π. Μάζης), Ερμηνεία KΠολΔ · Αναγκαστική εκτέλεση, 2η έκδ., 2021, άρθ 934, σελ 246, Π. Μάζη, Ζητήματα από την εκτέλεση, ΕΠολΔ 2020, σελ 633-634, Μητσόπουλος, Γνωμοδότηση, ΕλλΔνη 1993, σελ 532 sakkoulas-online, Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις (1972), άρθρο 1005, § 590, σελ. 1359, Ν. Νίκας, Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως, τόμ. 2,2η έκδ., 2018, σελ 444 επ, Λ.-Μ. Πίψου. Η άμυνα του καθ` ου η εκτέλεση κατά της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, ΕΠολΔ 2010, σελ 799επ, Τσικρικάς, Προσβολή περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως, που χορηγήθηκε παράνομα, Δ 1996, σελ 981 επ βλ όμως και αντίθετη θέση ότι η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αποτελεί διαδικαστική πράξη της αναγκασπκής εκτέλεσης που συνάπτεται οργανικά με τον πλειστηριασμό και προσβάλλεται μόνο με ανακοπή του 933 KΠολΔ εντός της προθεσμίας υπόκειται στο σύστημα της δικονομικής ακυρότητας των άρθρων 159 επ. KΠολΔ και ασκείται εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 περ. β KΠολΔ σε ΑΠ 1083/1994 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και σε θεωρία Π. Γέσιου &#8211; φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Γενικό μέρος, β έκδοση, σελ 557-562,711, Κ. Κεραμεύς/Δ. Κονδύλης/Ν. ΝΙκας (-Γ. Νικολόπουλος), Ερμηνεία KΠολΔ. τόμ. 2,2000. ο. 1792). Είναι, όμως, δυνατή η σώρευση στο Ιδιο δικόγραφο των δύο αυτών ανακοπών, ήτοι κατά του πλειστηριασμού και κατά της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (άρθρο 69 παρ. 1 περ.δ` KΠολΔ), εφόσον βέβαια έχει ξεκινήσει η διαδικασία άμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και συμπλέουν οι προς άσκηση αμφότερων των εν λόγω ανακοπών προθεσμίες του άρθρου 934 παρ. 1 περ. β’ και α` KΠολΔ, αντίστοιχα (ΜΠΚεφ 32/2013, ΕλλΔνη 2013, σελ 530 και Κ. Κεραμεύς/Δ. Κονδύλης/Ν. Νίκας (·Ε. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη), Ερμηνεία KΠολΔ &#8211; Αναγκαστική εκτέλεση, εκδ 2021, άρθ. 1005, σελ 905).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>[18482/2026 ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (ΕΙΔΙΚΗ) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]</em></p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Βασιλική Φλωκατούλα, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/arthro-934-kpold-prothesmies-anakopis-ke-akirotita-tis-perilipsis-katakirotikis-ekthesis/">Άρθρο 934 ΚΠολΔ: Προθεσμίες Ανακοπής και Ακυρότητα της Περίληψης Κατακυρωτικής Έκθεσης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/arthro-934-kpold-prothesmies-anakopis-ke-akirotita-tis-perilipsis-katakirotikis-ekthesis/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Τεκμήριο κυριότητας Δημοσίου στα λειβάδια / βοσκοτόπια</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/tekmirio-kiriotitas-dimosiou-sta-livadia-voskotopia/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/tekmirio-kiriotitas-dimosiou-sta-livadia-voskotopia/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 13 Oct 2026 06:15:50 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18792</guid>
		<description><![CDATA[<p>Κατά το άρθρο 1 του βδ της 3/15.12.1833 &#8220;Περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834&#8243;, όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο &#8220;ταπί&#8221;, εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/tekmirio-kiriotitas-dimosiou-sta-livadia-voskotopia/">Τεκμήριο κυριότητας Δημοσίου στα λειβάδια / βοσκοτόπια</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Κατά το άρθρο 1 του βδ της 3/15.12.1833 &#8220;Περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834&#8243;, όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο &#8220;ταπί&#8221;, εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του ελληνικού κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, <strong>μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου</strong> δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (Α.Π. 34/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). <strong>Η εφαρμογή της διάταξης προϋποθέτει κυριότητα του Οθωμανικού κράτους κατά τους χρόνους πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, διότι μόνο υπό καθεστώς τέτοιας κυριότητας μπορεί να γίνει λόγος για &#8220;ταπί&#8221;, δηλαδή έγγραφο, με το οποίο παρεχόταν σε ιδιώτη δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επί δημοσίων γαιών κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου &#8220;περί γαιών&#8221; της 7 Ραμαζάν 1274 (Παπαδόπουλου &#8220;Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου&#8221;, παρ. 139 σελ. 350).</strong> Στις περιοχές του ελληνικού κράτους που κατά την προσάρτησή τους στο Ελληνικό κράτος οι εδαφικές εκτάσεις ήταν ιδιωτικές καθώς ίσχυε το καθεστώς πλήρους κυριότητας (μουλκιέτ) και δεν υπαγόντουσαν στο Οθωμανικό Δημόσιο το οποίο δεν είχε ιδιαίτερα δικαιώματα σε αυτές, δεν ίσχυαν σε αυτές οι περί τοπίων διατάξεις. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του β.δ. 17/29 Νοεμβρίου 1836 περί δημόσιων δασών, εφόσον οι Τουρκικές αρχές μη έχουσες δικαιώματα στις περιοχές αυτές, δεν υπήρχε λόγος να εκδώσουν τίτλους εφόσον οι κάτοικοι τους μπορούσαν να διαθέσουν ελεύθερα τα κτήματα τους και με ιδιωτικά έγγραφα (62/2004 ΠΠρ Νάξου NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Επιπλέον, <strong>η ανωτέρω διάταξη αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα εν λόγω ακίνητα</strong>. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 &#8220;Περί βοσκησίμων γαιών&#8221;, με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 &#8220;Περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών&#8221;, κατά την οποία το Δημόσιο ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 303/15). Εξάλλου, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα λιβάδια, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το, εφαρμοζόμενο, κατ` άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον προ της ισχύος του ΑΚ χρόνο, βρδ και, ειδικότερα, τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), δηλαδή με την άσκηση νομής στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για συνεχές χρονικό διάστημα τριάντα τουλάχιστον ετών, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της νομής του και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχ. διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ. (43.3), παρ. 9 Εισ. (2. 9), ν. 2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10)). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο &#8220;Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων&#8221;, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι &#8220;ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις&#8221;, επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βρδ. Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ. (41.7), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλει κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά, από περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1837 &#8220;Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων&#8221; συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και στα δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα λιβάδια, εφόσον, όμως, η τριακονταετής νομή σ` αυτά, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), Βασ. 9. παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων &#8220;Περί δικαιοστασίου&#8221;, που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του νδ της 22-4/16-5-1926 &#8220;Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης&#8221;, με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (ΟλΑΠ 75/87), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας. (ΑΠ 34/2019 ΤΝΠ Νόμος, 186/2025 ΜΠρ Σύρου NOMOS, ΑΠ 1098/17, 27/2019 ΑΠ NOMOS, 67/2024 Εφετείο Αιγαίου NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="mailto:info@efotopoulou.gr">info@efotopoulou.gr</a></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/tekmirio-kiriotitas-dimosiou-sta-livadia-voskotopia/">Τεκμήριο κυριότητας Δημοσίου στα λειβάδια / βοσκοτόπια</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/tekmirio-kiriotitas-dimosiou-sta-livadia-voskotopia/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στις Κυκλάδες</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stis-kiklades/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stis-kiklades/#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 12 Oct 2026 06:17:32 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18789</guid>
		<description><![CDATA[<p>Ιστορικές πληροφορίες: Οι Κυκλάδες λόγω της ιδιαίτερης γεωστρατηγικής τους σημασίας στο κέντρο του Αιγαίου Πελάγους, υπήρξαν ανέκαθεν στόχος για διάφορους επίδοξους κατακτητές. Τη βυζαντινή κυριαρχία διαδέχθηκε στις αρχές του 13ου αιώνα η λατινική κυριαρχία, όταν Βενετοί ευγενείς υπό τον Μάρκο Σανούδο κατέλαβαν τα νησιά των Κυκλάδων, ιδρύοντας διάφορες μικρές νησιωτικές ηγεμονίες, (ημι)ανεξάρτητες από τη Βενετία, με σημαντικότερη εκείνη του Δουκάτου του Αιγαίου ή του Αρχιπελάγους, με έδρα τη Νάξο.[1] Η [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stis-kiklades/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στις Κυκλάδες</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;"><strong>Ιστορικές πληροφορίες:</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Οι Κυκλάδες λόγω της ιδιαίτερης γεωστρατηγικής τους σημασίας στο κέντρο του Αιγαίου Πελάγους, υπήρξαν ανέκαθεν στόχος για διάφορους επίδοξους κατακτητές. Τη βυζαντινή κυριαρχία διαδέχθηκε στις αρχές του 13<sup>ου</sup> αιώνα η λατινική κυριαρχία, όταν Βενετοί ευγενείς υπό τον Μάρκο Σανούδο κατέλαβαν τα νησιά των Κυκλάδων, ιδρύοντας διάφορες μικρές νησιωτικές ηγεμονίες, (ημι)ανεξάρτητες από τη Βενετία, με σημαντικότερη εκείνη του Δουκάτου του Αιγαίου ή του Αρχιπελάγους, με έδρα τη Νάξο.<a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a> Η λατινική κυριαρχία διήρκεσε τρεισήμισι περίπου αιώνες, μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα, τουλάχιστον για τα περισσότερα κυκλαδονήσια, όταν το σαρωτικό πέρασμα του Τούρκου ναυάρχου Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα στα 1537-38 από τις Κυκλάδες, κατέστησε πολλά από τα νησιά αυτά φόρου υποτελή στον σουλτάνο, μεταξύ των οποίων η Νάξος και η Σαντορίνη. Εν συνεχεία, το 1566, τα νησιά που είχαν βρεθεί σε αυτό το καθεστώς πέρασαν στην κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σηματοδοτώντας το πέρασμα των Κυκλάδων στην Τουρκοκρατία. Υπό λατινική κυριαρχία θα παραμείνουν μόνον κάποια νησιά των δυτικών Κυκλάδων (η Κύθνος, η Σέριφος, η Σίφνος, η Φολέγανδρος των Gozzadini και η Κίμωλος των Crispi) μέχρι το 1617, όπως και η βενετοκρατούμενη Τήνος μέχρι το 1715.<a href="#_ftn2" name="_ftnref2">[2]</a></p>
<p style="text-align: justify;">Ειδικότερα ως προς τα νησιά της Νάξου, Πάρου, Σύρου, Άνδρου, Μήλου, Σαντορίνης: Το 1580 οι κάτοικοί τους απέστειλαν αντιπροσώπους τους στην Κωνσταντινούπολη, ζητώντας από τον σουλτάνο Μουράτ Γ΄ την παλινόρθωση της δουκικής οικογένειας της Νάξου, η οποία είχε βρει καταφύγιο στη Βενετία. Ο σουλτάνος παραχώρησε προνόμια προς του Κυκλαδίτες, εκδίδοντας το 1580 σχετικό αχτιναμέ (ακτιναμέ), δηλαδή προνομιακό ορισμό, βάσει του οποίου τα εν λόγω νησιά των Κυκλάδων αποτελούσαν εφεξής σαντζάκ (διοικητική και στρατιωτική περιφέρεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) με πρωτεύουσα την Νάξο. Προβλέπονταν επίσης σημαντικές ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους τοπικούς χριστιανικούς πληθυσμούς, εξασφαλίζοντας τους ανεκτούς όρους διαβίωσης, άγνωστους εν πολλοίς για τους υπό Οθωμανική κυριαρχία Έλληνες της ηπειρωτικής χώρας. Ο αχτιναμές αυτός, ο οποίος βασιζόταν στον ποργενέστερο, εκείνον του 1565, ανανεώθηκε και συμπληρώθηκε από τους αχτιναμέδες των ετών 1628/9 και 1646.<a href="#_ftn3" name="_ftnref3">[3]</a></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Νομολογία:</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Όπως συνάγεται από τις διατάξεις του πρωτοκόλλου της 3-22/1-2-1830 &#8220;περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος&#8221; τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16-6-1830 και 1/7/19-8-1830, της από 3-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης με τα οποία αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδας σαν ανεξάρτητου Κράτους και του νόμου της 21-6/3-7-1837 &#8220;περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων&#8221; στο Ελληνικό Δημόσιο περιήλθαν ως εθνική γη (δικαιώματι πολέμου) οι ακόλουθες γαίες της ηπειρωτικής Ελλάδας: α) Οι εξουσιαζόμενες, πριν από την επανάσταση, από το Σουλτάνο εκτάσεις, β) οι εκτάσεις που ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες, πλην δημευθείσες, ήτοι καταληφθείσες και κατεχόμενες στρατιωτικά από το Ελληνικό Έθνος κατά την 3-2-1830, γ) οι ανήκουσες σε ιδιώτες Οθωμανούς, πλην εγκαταλειφθείσες και μη δεσποζόμενες από αυτούς κατά την 3-2-1830, εφόσον την εγκατάλειψη τους επακολούθησε κατάληψη τους από το Ελληνικό Δημόσιο και δ) οι μη κατειλημμένες μέχρι 21-7-1837 εκτάσεις, ως αδέσποτες, δυνάμει του άρθρου 15 του Ν. περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων (Π. Κασίμη, Εθνικοί Γαίαι εν Κιτσικ. Πανδέκτης Α.Δ τόμ. Α σελ. 703, Αγ. Σταυρόπουλου αυτόθι, τόμ. Γ, σελ. 2436, Γνωμοδότηση Ν.Σ. Κράτους 293/1952, Αρχ.Ν. Η σελ. 598, ΑΠ 404/1958 ΝοΒ 6, 1122, Εφ. Οεσ. 209/1958 ΑρχΝ Ε, σελ. 121, ΠΠρΑΘ 12147/1980 ΑρχΝ 1983, 365). Με βάση τις παραπάνω ρυθμίσεις θεσπίστηκε &#8220;αμάχητο τεκμήριο κυριότητας&#8221; υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Ανάλογο αμάχητο τεκμήριο θέσπιζε και το αρθρ. 1 του β.δ. της 3/15 Δεκεμβρίου 1833 &#8220;περί ορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα Εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834 για χορτολιβαδικές εκτάσεις (Κιτσαράς, Δημόσια Κτήματα στις Κυκλάδες &#8211; Εμβέλεια κανόνων που εισάγουν καθεστώς προνομιακής μεταχείρησης των εμπράγματων αξιώσεων του Δημοσίου με τη θέσπιση τεκμηρίων κυριότητας υπέρ αυτού (γνμδ,) ΧρΙΔ Γ/2003, 753) (62/2004 ΠΠρ Νάξου NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Επίσης, κατά τον οθωμανικό νόμο της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α`) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ, των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέσει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β`) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κλπ, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο (Σουλτάνο) και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) με παραχώρηση από τον Σουλτάνο με «ταπί» έναντι καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού, γ`) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού (π.χ. νοσοκομείου, μοναστηριού) και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δΟ τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κλπ, οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο δημόσιο, και ε`) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ, οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο δημόσιο (Απ. Γεωργιάδης, «Η κυριότητα του δημοσίου επί των αδέσποτων ακινήτων στις νήσους των Κυκλάδων» (γνμδ), ΧρΙΔ 2005.857 και εκεί παραπομπές) ( 313/2009 ΜΠρ Βόλου NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Ο ανωτέρω νόμος, ως μεταγενέστερος κατά 26 έτη της απελευθέρωσης δεν είναι δυνατό να εφαρμόζεται της περιοχές που αποτέλεσαν το νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος το 1830. Ωστόσο, αποδίδει το δίκαιο που ίσχυε σχετικά με την διάκριση των γαιών. (1/2024 ΑΠ NOMOS)</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Πλην όμως, την εποχή της Τουρκοκρατίας στις Κυκλάδες, όπως και στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου (εκτός από αυτά που βρίσκοναι στα παράλια του Ανατολικού Αιγαίου, όπως η Χίος, η Σάμος, η Λέσβος και, επίσης, η Κρήτη (139/2014 Εφ Λάρισας </strong><strong>NOMOS</strong><strong>) (615/2023 ΑΠ NOMOS) δεν ίσχυαν οι ανωτέρω διακρίσεις των γαιών, αλλά είναι παγκοίνως γνωστό (η ΑΠ 200/1934 ΕΕΝΑ 467 θεωρεί &#8220;πασίδηλον&#8221;) ότι όλες οι γαίες, που εκ της φύσης τους (μορφολογία εδάφους, βλάστηση, καιρικές συνθήκες κλπ) μπορούσαν να εξουσιασθούν με οιονδήποτε τρόπο (ανέγερση κτισμάτων, καλλιέργεια, βόσκηση, υλοτομία, συλλογή ρητίνης κλπ), χαρακτηρίστηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές γαίες (246/2016 ΜΠρ Καλαμάτας NOMOS) δηλ. καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ), οι οποίες εξουσιάζονταν κατά πλήρες δικαίωμα &#8220;κυριότητας&#8221; από τους κατόχους τους και επί των οποίων ουδέν &#8220;εμπράγματο&#8221; δικαίωμα του Σουλτάνου υφίστατο</strong> (ΑΠ 200/1934 Θεμ.ΜΕ σ.565).</p>
<p style="text-align: justify;">Το ιδιαίτερο αυτό νομικό καθεστώς οφειλόταν στο ότι τα νησιά του Αιγαίου από τον 12ο έως τον 15ο αιώνα τελούσαν υπό λατινική κυριαρχία (οι Κυκλάδες από τους Ενετούς) και υποτάχθηκαν στην Οθωμανική κυριαρχία όχι με δικαίωμα πολέμου, αλλά <strong>ειρηνικά</strong> και οικειοθελώς και για το λόγο αυτό οι χριστιανοί κάτοικοί τους με τον ακτιναμέ (αχτιναμέ) του έτους 1580 του Σουλτάνου Μουράτ Γ` -και τις διαδοχικές ανανεώσεις του από μεταγενέστερους κατόχους του θρόνου-, διατήρησαν έναντι καταβολής εγγείου φόρου την &#8220;κυριότητα&#8221; (υπό την προρρηθείσα έννοια της αναγνωρισμένης εξουσίασης) τόσο της αστικής όσο και της αγροτικής γης και των δένδρων της, την οποία μπορούσαν στο πλαίσιο του τοπικού εθιμικού δικαίου -και όχι του οθωμανικού δικαίου- να μεταβιβάσουν άτυπα εν ζωή συνήθως στα πλαίσια της οικογένειας (πχ με προίκα ή δωρεά) ή αιτία θανάτου. Σημειωτέον ότι οι Κυκλάδες δεν εποικίσθηκαν από μουσουλμάνους, προφανώς λόγω του φτωχού, άνυδρου και οικονομικά αδιάφορου -για τις συνθήκες της εποχής εκείνης- εδάφους τους. Η αντίθετη θέση ότι δηλ. η αγροτική γη (αγροί, ελαιώνες, δάση, βοσκότοποι κλπ) και στις Κυκλάδες αποτελούσε δημόσια γαία ανήκουσα στον Σουλτάνο, που μετά την απελευθέρωση περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, δεν ανταποκρίνεται στην διαμορφωθείσα στις Κυκλάδες κατάσταση επί οθωμανικής αυτοκρατορίας, διότι έτσι δεν θα διαφοροποιούταν από τις λοιπές περιοχές του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους.</p>
<p style="text-align: justify;">Το ιδιόμορφο αυτό ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου (και όχι μόνον των Κυκλάδων) αναγνώρισε το πρώτον και ο ίδιος ο νομοθέτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους στη &#8220;Διασάφηση&#8221; (αιτιολογική έκθεση με τη σημερινή έννοια) του Νόμου της 27ης Νοεμβρίου 1835 &#8220;περί προικοδοτήσεως ελληνικών οικογενειών από 26.5/7.6.1835&#8243; όπου γινόταν αναφορά στο &#8220;ιδιότροπο της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα, κατά το οποίο σχεδόν όλες οι γαίες του Αιγαίου είναι ιδιόκτητες, ενώ άλλες κατέχονται με εμφυτευτικά επί Τουρκοκρατίας δοθέντα δικαιώματα&#8221;. <strong>Επομένως, όλες οι γαίες των νήσων αυτών ως καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ), μη εξουσιαζόμενες πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ούτε κατεχόμενες από μουσουλμάνους ιδιώτες, δεν περιήλθαν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, με δικαίωμα πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 3-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης</strong> (Αικ. Τσακίρη Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εδαφικών εκτάσεων στις Κυκλάδες, ΧρΙδΔ 2023 σ.462, Αντ. Λαχανόπουλος Το ειδικό ιδιοκτησιακό (εθιμικό) καθεστώς των Κυκλάδων νήσων, ΕπΑΚ 2/2020 σ.249, Λαμ. Κιτσαράς Δημόσια κτήματα-Κυκλάδες-Εμβέλεια των κανόνων που εισάγουν καθεστώς προνομιακής μεταχείρισης των εμπράγματων αξιώσεων του Δημοσίου ΧρΙδΔ 2003 σ.747, Γ. Νάκος Εξελικτικές Διακυμάνσεις του οθωμανικού γαιοκτητικού συστήματος, 1986, σ.7-31).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Λογική εξαίρεση αποτελούν οι γαίες των νήσων αυτών, που ενέπιπταν στην έννοια των νεκρών γαιών, που λόγω της μορφής και φύσης τους δεν ήταν δυνατό με τα μέσα της εποχής εκείνης να εξουσιασθούν με την ανωτέρω έννοια της χρήσης, κάρπωσης κλπ., όπως π.χ. τα βουνά, τα ορεινά κι πετρώδη μέρη και τα αδέσποτα δάση, οπότε μετά τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους με δικαίωμα πολέμου</strong> (βλ. ΟλΑΠ 1/2013, που αφορά την Καλδέρα της Σαντορίνης, που λόγω του ηφαιστιογενούς και πετρώδους εδάφους της και των επικρατουσών καιρικών συνθηκών ενέπιπτε στην έννοια της νεκράς γαίας). Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού (Σουλτάνου), μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερόμενων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό το όνομα «Βακούφια» και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Ελληνική Κυβέρνηση της Ελλάδος (1/2013 ΟλΑΠ NOMOS, 86/2025 ΜΠρ Σύρου NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Ωστόσο, το γεγονός ότι μία έκταση χαρακτηρίζεται εν μέρει ως δασική έκταση και εν μέρει ως χορτολιβαδική δεν αναιρεί το χαρακτήρα του ως ιδιωτική έκταση, καθόσον το επίδικο ακίνητο βρίσκεται σε μη &#8220;δορυάλωτη&#8221; περιοχή, συνεπώς, ανεξαρτήτως των χαρακτηριστικών που φέρει (δάσους ή δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης), δεν μπορεί προκαταβολικά να θεωρηθεί δημόσια γαία, με τη λογική ότι δεν μπορεί να καλλιεργηθεί και ότι συνακόλουθα δεν μπορεί και να αποκτηθεί δικαίωμα τεσσαρούφ με το βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.</strong> Και τούτο διότι είναι διαφορετικό πράγμα η αναζήτηση ενός αείποτε αδέσποτου ακινήτου που συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και ιδιομορφίες του εδάφους του δεν αποκλείουν αυτήν την ιδιότητα (που μπορεί να είναι μία βραχώδης έκταση ή ένα δάσος) και το οποίο πράγματι, εφόσον αποδειχθεί ότι υπήρξε αδέσποτο, ανήκει στο δημόσιο και άλλο πράγμα να θεωρείται προκαταβολικά κάθε δασική έκταση ως δημόσια γαία. Οι γαίες που απαρτίζουν την ιδιοκτησία των &#8220;ιδιωτών&#8221; στις μη &#8220;δορυάλωτες&#8221; περιοχές, πριν την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας, αμέσως μετά την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας παραμένουν ιδιόκτητες γαίες, ως αποτέλεσμα μιας &#8220;προνομιακής κυριαρχικής παραχώρησης&#8221;, και δεν περιορίζονται μόνο σε αγρούς, αλλά επεκτείνονται, σύμφωνα με την τότε υπάρχουσα ιδιοκτησιακή κατάσταση, σε κάθε μορφής ακίνητο εξουσιαζόμενο από &#8220;ιδιώτες&#8221;, είτε είναι δάσος, δασική έκταση, χορτολιβαδική έκταση, διασωθείσα αγροτική έκταση κλπ. Στα εν λόγω ακίνητα μουλκ η επ&#8217;αυτών εξουσία και η άσκηση πράξεων νομής, είναι ευρύτερη από αυτήν που απαιτεί το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών (την καλλιέργεια) για να κτηθεί τεσσαρούφ με χρησικτησία, ενώ το εάν ένα ακίνητο στη μη &#8220;δορυάλωτη&#8221; περιοχή είναι &#8220;αείποτε αδέσποτο&#8221; το εάν κάποια ακίνητα μουλκ κατέστησαν στη συνέχεια αδέσποτα, σύμφωνα με τους όρους και τον τύπο του ισχύοντος νομικού καθεστώτος και το εάν το Δημόσιο απέκτησε εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτων, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα νόμο αποτελεί ισχυρισμό του Δημοσίου που πρέπει να αποδειχθεί (ΑΠ 2105/2022 NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Λόγω του ιδιαίτερου αυτού καθεστώτος, που θεωρούνταν όλες οι γαίες ως καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ), στις γαίες Κυκλάδων δεν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του Οθωμανικού νόμου περί γαιών, οι οποίες προέβλεπαν την παραχώρηση της κάρπωσης των δημόσιων γαιών με ταπί , αλλά αυτές του ιερού μουσουλμανικού δικαίου, οι οποίες εξομοίωναν τις γαίες με τα κινητά πράγματα, και συνεπώς για τη μεταβίβασή τους αρκούσε απλή συμφωνία, η οποία μπορούσε να αποδειχθεί και με ιδιωτικά έγγραφα (62/2004 NOMOS). Από την διάταξη δε του του άρθρου 1 του Β.Δ. της 3/15-12-1833 «περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια φόρου κατά τα έτη 1833-1834» στην οποία ορίζεται ότι τα λειβάδια,  διά την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει κάποιος να παρουσιάσει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε στο Δημόσιο», σαφώς προκύπτει ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει κυριότητα του Οθωμανικού κράτους κατά τους χρόνους πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, διότι μόνο υπό καθεστώς τέτοιας κυριότητας μπορεί να γίνει λόγος για «ταπί», δηλαδή έγγραφο, με το οποίο παρεχόταν σε ιδιώτη δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δημόσιων γαιών κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου «περί γαιών» της 7 Ραμαζάν 1274 (Παπαδοπούλου «Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου», παρ. 139 σελ. 350). Λαμβανομένου όπως υπόψη ότι στις Κυκλάδες οι εδαφικές εκτάσεις ήταν ιδιωτικές κι σε αυτές ίσχυε το καθεστώς πλήρους κυριότητας  (μουλκιέτ) και δεν υπαγόντουσαν στο Οθωμανικό Δημόσιο το οποίο δεν είχε ιδιαίτιερα δικαιώματα σε αυτές, δεν ίσχυαν σε αυτές οι περί ταπίων διατάξεις. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαμορμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του β.δ. 17/29 Νοεμβρίου 1836 περί δημοσίων δασών, εφόσον οι Τούρκικες αρχές μη έχουσες δικαιώματα στις περιοχές αυτές, δεν υπήρχε λόγος να εκδώσουν τίτλους εφόσον οι κάτοικοί τους μπορούσαν να διαθέσουν ελεύθερα τα κτήματά τους και με ιδιωτικά έγγραφα (62/2004 ΠΠρ Νάξου NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Εξάλλου, την ανωτέρω ερμηνευτική προσέγγιση για <strong>τα δάση, δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις (όπως ορίζονται στο άρθρο 3 του ν.</strong><strong>998/1979</strong><strong>), που βρίσκονται στις Κυκλάδες, ότι δηλ. δεν αποτελούν δημόσιες γαίες,</strong> υιοθέτησε και ο μεταγενέστερος νομοθέτης με το άρθρο 62 του ν. 998/1979 &#8220;περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας&#8221;, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 §1 του ν. 4280/2014, που ορίζει <em>«Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθ` ου η αίτηση, και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο προβάλλει ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την παρ` αυτώ ύπαρξη του δικαιώματος του. Κατ` εξαίρεση η διάταξη αυτή δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσων που ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης όπως αυτή ορίζεται από διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης</em>». Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε και νομοθετικά η εκτεθείσα ανωτέρω ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών και των εν γένει δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων στις προαναφερόμενες περιφέρειες, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση και τις εν γένει δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις, μεταξύ άλλων, και στα νησιά των Κυκλάδων και <strong>δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16-11-1836 ΒΔ &#8220;περί ιδιωτικών δασών&#8221;, ή επί των χορτολιβαδικών εκτάσεων που προβλέπεται στο άρθρο 1 του ΒΔ της 12-12-1833 &#8220;περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834&#8243;, σύμφωνα με το οποίο όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο (ΑΠ 34/2019).</strong> <strong>Ως εκ τούτου προκειμένου περί δασών, δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων που βρίσκονται στις Κυκλάδες, μόνη η επίκληση από το Δημόσιο και απόδειξη της δασικής ή χορτολιβαδικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης δεν αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σε αυτήν, αλλά πρέπει το Δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε τρόπο, προβλεπόμενο είτε από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, είτε από ειδικούς νόμους είτε μετά το 1946 από τον</strong><strong> ΑΚ </strong><strong>( ΑΠ 1636/2024, ΑΠ 349/2024, ΑΠ 23/2021).</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Τέλος, η ανωτέρω ερμηνευτική άποψη επιβεβαιώνεται και από την πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 10 §1 περ. IV του ν. 3208/2003, που προστέθηκε με το άρθρο 152 του ν. 4819/2021, σύμφωνα με την οποία <em>«Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου (δηλ. του ν.</em><em>998/1979</em><em>, εννοεί τις χορτολιβαδικές) που:&#8230;IV. Περιλαμβάνονται σε περιοχές του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 62 του ν. </em><em>998/1979</em><em> (Α` 289) </em>(μεταξύ των οποίων και οι Κυκλάδες)<em>, για τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο δεν διαθέτει τίτλους ιδιοκτησίας ή άλλα επαρκή στοιχεία απόδειξης της κυριότητάς του, όπως πράξεις μίσθωσης, παραχώρησης ή άλλης εκμετάλλευσης, αξιοποίησης και προστασίας της έκτασης ως δημόσιας και, συγχρόνως, οι διεκδικούντες την έκταση διαθέτουν τίτλους ιδιοκτησίας, οι ίδιοι ή οι δικαιοπάροχοί τους, οι οποίοι έχουν συνταχθεί μέχρι την 1η.7.2001 το αργότερο, έστω και εάν έχουν μεταγραφεί μεταγενέστερα. Εκκρεμείς εμπράγματες αγωγές του Δημοσίου που αφορούν στις εν λόγω εκτάσεις και οι οποίες βασίζονται σε τίτλους ιδιοκτησίας ή άλλα επαρκή στοιχεία απόδειξης της κυριότητάς του, δεν επηρεάζονται από τη ρύθμιση του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση που το δικαίωμα της κυριότητας επί των ανωτέρω εκτάσεων έχει καταχωρηθεί υπέρ ιδιωτών ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου στα κτηματολογικά βιβλία των οικείων κτηματολογικών γραφείων, το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επ&#8217; αυτών και δεν ασκεί τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται στο άρθρο 6 του ν. </em><em>2664/1998</em><em> (Α` 275)»</em> (1870/2025 ΑΠ (NOMOS), 27/2019 ΑΠ (NOMOS) (1870/2025 ΑΠ NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;"><em> </em></p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a> 1 Νίκος Μοσχονάς – Λίλυ Στυλιανούδη (επιμ.), Το Δουκάτο του Αιγαίου. Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης (Νάξος – Αθήνα 2007), Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2009. &#8211; Αθανάσιος Κωτσάκης, Έλληνες Ορθόδοξοι και Λατίνοι στη Νάξο (13ος-19ος αι.). Ιστορικοπολιτισμική προσέγγιση με έμφαση στη μαρτυρία των υλικών καταλοίπων, Εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2017, σσ. 49-72.</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref2" name="_ftn2">[2]</a> Περικλής Ζερλέντης, Νησιωτική Επετηρίς, Ερμούπολη 1918, σσ. 49-67, 71-83, 92-97, 99-104, 106-108.</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref3" name="_ftn3">[3]</a> Απόστολος Βκαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Τουρκοκρατία, 1453-1669, τόμ. Γ΄, Θεσσαλονίκη, 1998, σσ. 285-286 / Ελένη Κούκου, Οι κοινοτικοί θεσμοί στις Κυκλάδες κατά την Τουρκοκρατία, Αθήνα 1984, σσ. 31-44 / Θανάσης Κωτσάκης, «Προνομιακοί ορισμοί (αχτιναμέδες) στη Νάξο και τις Κυκλάδες κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας», Φλέα 70 (Απρίλης – Ιούνης 2021), σσ. 91-97.</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stis-kiklades/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στις Κυκλάδες</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stis-kiklades/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στην Κρήτη</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-kriti/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-kriti/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 09 Oct 2026 13:42:20 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18786</guid>
		<description><![CDATA[<p>Με το άρθρο 2 § 3 του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ` εφαρμογή της με τον ν. ΔΣΙΓ` (4213) της 14/14-11-1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες Χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) &#8220;εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία, διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-kriti/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στην Κρήτη</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Με το άρθρο 2 § 3 του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ` εφαρμογή της με τον ν. ΔΣΙΓ` (4213) της 14/14-11-1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες Χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) &#8220;εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία, διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ’ αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι&#8221;. Ο με τον νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου &#8220;περί γαιών&#8221; μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ&#8217; αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσης, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην ελληνική επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά την 1-12-1913 , αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.</p>
<p style="text-align: justify;">Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, στις 22-11-1897 με την Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης η Κρήτη που κατεχόταν από τις Μεγάλες Δυνάμεις (Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία, Ρωσία), αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή επιτροπεία του Πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της και, συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της με την υπόλοιπη Ελλάδα (1-12-1913) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ. της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, δεδομένου ότι από τις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε η ισχύς του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 706/2023, ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 591/2021, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 555/2016).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Παρά δε την κατά τα ανωτέρω ενδιάμεση αυτονομία της Κρήτης και τη διατήρηση, δυνάμει του άρθρου 2§2 του ν. 147/1914, της ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα με τους εκεί αναφερόμενους περιορισμούς, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται ότι κατέστη διάδοχο του Δημοσίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι της Κρητικής Πολιτείας, όπως άλλωστε εν γένει συνέβη με την προσάρτηση των Νέων Χωρών στην Ελληνική Επικράτεια, με συνέπεια οι δημόσιες γαίες της Κρήτης να θεωρούνται ότι ανήκουν, κατ` αρχήν, στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 706/2023, ΑΠ 503/2021, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1139/2002, ΑΠ 572/2001).</strong> Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 4 του από 3/4-10-1906 διατάγματος της Κρητικής Πολιτείας περί διαδοχής αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το οποίο &#8220;Το Ελληνικόν Δημόσιον ως διάδοχο του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας δωσιδικεί προσωρινώς κατά τους κείμενους Κρητικούς Νόμους&#8221;, καθώς το άρθρο αυτό αναφέρεται σε άλλα ζητήματα και όχι στο ζήτημα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, επί των οποίων, κατ` εφαρμογή των ως άνω ειδικών διατάξεων ως προς τις προαναφερόμενες δημόσιες γαίες, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου (ΑΠ 706/2023, ΑΠ 1644/2022, ΑΠ 1343/2015).</p>
<p style="text-align: justify;">Με το άρθρο 3 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274/1856, ρητώς οριζόταν ότι οι δημόσιες γαίες, στις οποίες περιλαμβάνονταν τα χωράφια, λειμώνες, χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση και παραπλήσια, ανήκαν κατά κυριότητα (ρεκαμπέ) στο Οθωμανικό Κράτος, ενώ η εξουσίαση (&#8220;τεσσαρούφ&#8221;, &#8220;tassaruf&#8221;), δηλ. η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτες από ειδικό υπάλληλο του Οθωμανικού Κτηματολογίου έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού και την χορήγηση σχετικού έγγραφου τίτλου (αποδεικτικού και όχι συστατικού), ονομαζομένου ταπί (&#8220;tapu&#8221;), το οποίο έφερε το μονόγραμμα (&#8220;τουγρά&#8221;, &#8220;tugra&#8221;) του Σουλτάνου. Αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 8/2024, ΑΠ 957/2023).<a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a></p>
<p style="text-align: justify;">Επιπλέον, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα (1904), ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί &#8211; ρεζί). Επομένως ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία.<strong> Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του. Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου. Επιπλέον δε, κατά το άρθρο 293 του ΚρητΑΚ «Ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής» και κατά το άρθρο 294 αυτού «Καλή πίστει νομεύς είναι ο αγνοών, ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου. Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις.». Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εν λόγω κώδικα προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση και για τα οποία ρητά ορίζεται με το άρθρο 302 του ίδιου κώδικα ότι υπόκεινται στους ορισμούς περί χρησικτησίας. Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 199 και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ούτε οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και επομένως υπάγονται στο νομικό καθεστώς περί αυτών. Το τελευταίο άρθρο (302), καταργήθηκε σιωπηρά από το άρθρο 21 του Ν. Δ/τος της 22-4/16.5.1926 &#8220;περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ&#8221;, με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι την έναρξη ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του Ν. ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915 (που ενώθηκε με την Ελλάδα).</p>
<p style="text-align: justify;">Επιπλέον, επί των κειμένων στην Κρήτη Δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ. της 16-11-1836 &#8220;περί ιδιωτικών δασών&#8221;, με το άρθρο 1 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των αποτελουσών δάση εκτάσεων, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία προ της ενάρξεως του απελευθερωτικού αγώνα ανήκουν σε ιδιώτες βάσει εγγράφου αποδείξεως της Τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός του έτους από τη δημοσίευση του β.δ. αυτού. Τούτο άλλωστε καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ. 1 εδαφ. β` του Ν. 998/1979, όπως ισχύει, &#8220;Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας&#8221;, στο οποίο ορίζεται ότι το, κατά την § 1 εδ. α` του ίδιου άρθρου, τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων &#8220;δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσω όπου ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης (ΑΠ 11/2019). Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 17-11-1836 β.δ. &#8220;περί ιδιωτικών δασών&#8221;, με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στην Κρήτη, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ` αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους οι οποίοι προβλέπονται από τον τον Αστικό Κώδικα, ή τυχόν ειδικούς νόμους (Α.Π 341/2024, ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 908/2023, ΑΠ 881/2022). (ΑΠ 2070/2025 NOMOS, 1242/2025 ΑΠ (NOMOS)).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, από το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο ΚρητΑΚ (23-7-1904), επί γαιών που είχαν το χαρακτήρα δημόσιας γαίας του οθωμανικού δικαίου, μεταξύ των οποίων δάση, χορτολιβαδικές εκτάσεις κλπ. και αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η χρησικτησία συμπληρωνόταν το αργότερο έως τις 11-9-1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, έως δεκαπέντε (15) ετών, το πολύ, νομής πριν από τον χρόνο έναρξης ισχύος του ΚρητΑΚ (23-7-1904),δηλ. με χρόνο έναρξης νομής το αργότερο το 1889 και συμπλήρωση εικοσαετούς νομής το νωρίτερο το 1909, προκειμένου δε περί τακτικής χρησικτησίας, με συνυπολογισμό έως πέντε (5) ετών, το πολύ, νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη), πριν από το χρόνο έναρξης ισχύος του ΚρητΑΚ, δηλ. με χρόνο έναρξης νομής το αργότερο το 1899 και συμπλήρωση δεκαετούς νομής το νωρίτερο το 1909 (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 1345/2015).</strong></p>
<p style="text-align: justify;">Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. (384/2025 ΑΠ (NOMOS), 2070/2025 ΑΠ (NOMOS), 1579/2025 ΑΠ (NOMOS), 282/2021 ΑΠ (NOMOS)).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;"><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a> 2070/2025 ΑΠ (NOMOS)</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-kriti/">Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στην Κρήτη</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/kiriotita-ellinikou-dimosiou-epi-ton-dason-ke-ton-livadion-stin-kriti/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Χαρακτηρισμός δασικής έκτασης ως ιδιωτικής</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/charaktirismos-dasikis-ektasis-os-idiotikis/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/charaktirismos-dasikis-ektasis-os-idiotikis/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 08 Oct 2026 14:24:13 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18783</guid>
		<description><![CDATA[<p>Ο δασικός χάρτης μετά την εξέταση των αντιρρήσεων από ειδική επιτροπή και τις ανάλογες διορθώσεις, κυρώνεται από το Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθίσταται οριστικός, με την έννοια ότι έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή για τις εκτάσεις που αποτυπώνονται σε αυτόν αποκλειστικά για το δασικό ή μη χαρακτήρα αυτών. Έτσι, ο οριστικός δασικός χάρτης δεν αφορά [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/charaktirismos-dasikis-ektasis-os-idiotikis/">Χαρακτηρισμός δασικής έκτασης ως ιδιωτικής</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Ο δασικός χάρτης μετά την εξέταση των αντιρρήσεων από ειδική επιτροπή και τις ανάλογες διορθώσεις, κυρώνεται από το Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθίσταται οριστικός, με την έννοια ότι έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή για τις εκτάσεις που αποτυπώνονται σε αυτόν αποκλειστικά για το δασικό ή μη χαρακτήρα αυτών. Έτσι, <strong>ο οριστικός δασικός χάρτης δεν αφορά κατ’ αρχήν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εκτάσεων που περιλαμβάνονται σε αυτόν, πλην, όμως, ο οριστικός χαρακτηρισμός με αυτόν ορισμένης έκτασης ως δασικής ενεργοποιεί επ ’ αυτής το μαχητό τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου κατ ’ άρθρο 2 παρ. 3 του ν. </strong><strong>998/1979</strong><strong>, όπως ισχύει.</strong> [ Η επίδραση του Κτηματολογίου και του Δασικού Χάρτη στην έννοια της αναμφισβήτητης κατοχής ] (1669/2024 ΜΠρ Αθηνών NOMOS).</p>
<p style="text-align: justify;">Η αναγνώριση μίας δασικής έκτασης ή δάσους ως ιδιωτικής, μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, οι οποίοι ορίζονται στο άρθρο 10 του ν. 3208/2003, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει ως κατωτέρω:</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Άρθρο 10</em></p>
<ol style="text-align: justify;">
<li><em> Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου που:</em></li>
</ol>
<p style="text-align: justify;"><em> Ι. Αναγνωρίστηκαν ως ιδιωτικά:</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em> α) Με τη διαδικασία του νόμου από 17/29 Νοεμβρίου 136 &#8220;Περί ιδιωτικών δασών&#8221; (ΦΕΚ69/1.12.1836).</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em> β) Με τις διατάξεις του Ν. ΑΧΝ`/14.1.1888 &#8220;Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών)) (ΦΕΚ 20/21.1.1888), όπως τροποποιήθηκε με το Ν. ΒΛΠΖ`/12.7.1903 (ΦΕΚ 160) και τα β.δ. 11.12.1889 και 19.7.1904, εφόσον συντά3ηκαν πρωτόκολλα αποτερματισμού.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em> γ) Με αμετάκλητες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, στις οποίες διάδικος, αρχικός ή κατά παρέμβαση, ήταν το Ελληνικό Δημόσιο.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em> δ) Με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, που εκδόθηκαν μετά από γνωμοδοτήσεις των Συμβουλίων επί ιδιοτησιακών θεμάτων, κατά τις διατάξεις του Ν. 853/1917 Περί οργανισμού Υπουργείου Γεωργίας (ΦΕΚ 133 Α) του Α.Ν.1747/1939, περί συστάσεως παρά τω Υπουργείω Γεωργίας Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δασών&#8221; (ΦΕΚ 208 Α), των άρθρων 9 έως 13 του Ν.Δ. 86/1969, με τις οποίες κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις των δασικών κωδίκων του Ν. 3077/1924 &#8220;περί δασικού κώδικος&#8221; και Ν. 4173/1929 &#8221; περί κυρώσεως και τροποποιήσεως του από 11 Μαιου 1929 Ν.Δ. ,&#8221; περί δασικού κώδικος&#8221; (ΦΕΚ 205 Α) και τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 998/1979, καθώς και με αποφάσεις των Γενικών Διοικητών και του Επιτρόπου Διοίκησης του Ν.Δ. 1150/1942, με τις οποίες κρίθηκαν ιδιοκτησιακές υποθέσεις.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em> ε) Με αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας του Ν. 2201/1920 &#8220;περί συστάσεως Διοικητικού Δικαστηρίου&#8221; (ΦΕΚ 133 Α) και του Ν.Δ. 21 Σεπτεμβρίου 1926 (ΦΕΚ 328 Α).</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em> στ) Με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 29 του Ν.Δ. 841/1941 &#8220;περί λήψεως εκτάκτων μέτρων δια την εκμετάλλευσιν και διαχείρισιν των δασών, λόγω των εκ του πολέμου δημιουργηθεισών συνθηκών, (ΦΕΚ 445 Α), των άρθρων 42 και 49 του Ν.Δ. 2501/1953 &#8220;περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων των περί δασών νόμων,) (ΦΕΚ 200 Α΄) και των άρθρων 3 έως 8 του Δασικού Κώδικα (Ν.Δ. 86/1969).</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em> ζ) Με τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917 και του Ν. 1072/1917 (ΦΕΚ 305/1917) της Προσωρινής Κυβέρνησης.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em> η) Με αποφάσεις νομαρχών κατά τις διατάξεις του άρθρου 67 του Ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14του Ν.1734/1987.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>θ) Με τις διατάξεις του ν. 248/1976, σε ό,τι αφορά: α) τις δασικές εκτάσεις που με τον ανωτέρω νόμο κρίθηκε ότι δεν ανήκουν στο Δημόσιο, β) τις εκτάσεις που εμφανίζονται στον προσωρινό κτηματικό χάρτη του ν. 248/1976 ως μη δασικές, καθώς και εκείνες που κρίθηκε με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, κατά τη διαδικασία των άρθρων 12 επ. του ν. 248/1976, ότι δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση και αν ακόμη απέκτησαν μεταγενεστέρως δασικό χαρακτήρα, εφόσον έχουν εκδοθεί για τις εκτάσεις αυτές ή για τμήματα τους μέχρι τις 31.3.2011 από τις αρμόδιες δασικές αρχές διοικητικές πράξεις, βεβαιωτικές του διαπιστωθέντος, κατ` εφαρμογή του ν. 248/1976, μη δασικού χαρακτήρα αυτών, ι) Με τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>κ)  Με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 29 του ν. δ. 2185/1952 «περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων» (Α` 217) σε ό,τι αφορά τις δασικές εκτάσεις της παραγράφου 2, τις εκτάσεις της περίπτωσης α` της παραγράφου 5 και τις υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει, που αναγνωρίστηκαν ως ιδιωτικές με τις αποφάσεις των Επιτροπών Απαλλοτριώσεων.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em> λ) Με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3147/ 2003.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em> μ) Σύμφωνα με τις καταχωρήσεις στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου και Κω &#8211; Λέρου.»</em></p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><a href="mailto:info@efotopoulou.gr">info@efotopoulou.gr</a></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/charaktirismos-dasikis-ektasis-os-idiotikis/">Χαρακτηρισμός δασικής έκτασης ως ιδιωτικής</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/charaktirismos-dasikis-ektasis-os-idiotikis/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
