<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Δικηγορικό Γραφείο &#124; Ευγενία Φωτοπούλου &#124; Δικηγόροι Αθηνών &#187; evgenia</title>
	<atom:link href="https://efotopoulou.gr/author/administrator/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://efotopoulou.gr</link>
	<description>Το δικηγορικό γραφείο αναλαμβάνει αστικό, ποινικό, εμπορικό δίκαιο. Δικηγόροι Αθηνών για υπερχρεωμένα νοικοκυριά, δημόσιο, εργασιακά, κληρονομιά, ιατρική ευθύνη</description>
	<lastBuildDate>Fri, 08 May 2026 07:16:49 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=4.0.31</generator>
	<item>
		<title>Η αναγνωριστική αγωγή κατ’ άρθ. 70 ΚΠολΔ</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/i-anagnoristiki-agogi-kat-arth-70-kpold/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/i-anagnoristiki-agogi-kat-arth-70-kpold/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 08 May 2026 07:16:49 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18425</guid>
		<description><![CDATA[<p>Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 70 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «Όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει αναγνωριστική αγωγή», αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής είναι η αυθεντική διάγνωση, θετικά, της ύπαρξης και, αρνητικά, της ανυπαρξίας έννομης σχέσης, δηλαδή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και όχι απλώς πραγματικών γεγονότων ή αξιολογικών κρίσεων (ΑΠ 1154/2019, ΑΠ 134/2015, πρώτη δημοσίευση αμφοτέρων σε Τράπεζα [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/i-anagnoristiki-agogi-kat-arth-70-kpold/">Η αναγνωριστική αγωγή κατ’ άρθ. 70 ΚΠολΔ</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 70 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «Όποιος έχει έννομο <em>συμφέρον</em> να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει αναγνωριστική αγωγή», αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής είναι η αυθεντική διάγνωση, θετικά, της ύπαρξης και, αρνητικά, της ανυπαρξίας έννομης σχέσης, δηλαδή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και όχι απλώς πραγματικών γεγονότων ή αξιολογικών κρίσεων (ΑΠ 1154/2019, ΑΠ 134/2015, πρώτη δημοσίευση αμφοτέρων σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών &#8211; ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 § 1 του ιδίου Κώδικα, στο υποχρεωτικό περιεχόμενο της αγωγής περιλαμβάνονται η σαφής έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και το αίτημα δικαστικής προστασίας, που πρέπει να είναι ορισμένο. Η υποχρέωση αναφοράς συγκεκριμένου συνδέσμου του προσώπου που ενάγει ή ενάγεται με την επίδικη έννομη σχέση απαιτείται προκειμένου, στην κατά κανόνα νομιμοποίηση, να διαπιστώσει το δικαστήριο ότι οι διάδικοι είναι, βάσει των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, φορείς του δικαιώματος και της υποχρέωσης που κρίνεται, ώστε να καταστεί στη συνέχεια δυνατή η έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας της υποθέσεως (ΑΠ 343/2023 &#8211; ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, <em>Α. Πλεύρη</em>, Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη, 2014, σελ. 24), ενώ η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου, δεκτικού δικαστικής εκτίμησης. Για το λόγο αυτό, όταν τίθεται ζήτημα οφειλής χρηματικού ποσού, το ποσόν αυτό πρέπει να καθορίζεται, διαφορετικά το Δικαστήριο αδυνατεί να εκδώσει απόφαση σαφή και επιδεκτική εκτέλεσης (ΤριμΕφΔωδ 17/2016 &#8211; ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 883/2008 &#8211; Δνη 2009/186).</p>
<p style="text-align: justify;">Οι δικονομικές αυτές αρχές ισχύουν και όταν εγείρεται αναγνωριστική αγωγή, δεδομένου ότι, κατά τα προαναφερθέντα, ο έχων έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσεως δεν μπορεί να περιορισθεί στην υποβολή αιτήματος διαπιστώσεως απλών πραγματικών περιστατικών, χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή στην οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά (ΑΠ 102/2022, ΑΠ 1259/2020, ΑΠ 736/2019, ΑΠ 356/2013, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, η αναγνωριστική αγωγή, που εγείρεται με σκοπό να αναγνωρισθεί η συντέλεση ορισμένων πραγματικών γεγονότων και να διαπιστωθεί ότι, συνεπεία αυτών, ο διάδικος απέκτησε την ιδιότητα του οφειλέτη, ως και η έκταση της ενοχής του, απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, εφόσον στο δικόγραφό της δεν καθορίζεται το αντικείμενο της διαφοράς με ρητή μνεία της επίμαχης οφειλής. Απαράδεκτη θα είναι η ίδια αγωγή και όταν είτε στο δικόγραφό της δεν γίνεται αναφορά του συνδέσμου των διαδίκων προς την επίδικη έννομη σχέση, οπότε θα απορριφθεί ως αόριστη, είτε, υπό τα επικαλούμενα, κάποιος από τους διαδίκους (ή και αμφότεροι) δεν έχει εξουσία διεξαγωγής της δίκης, επειδή δεν μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση, δεν είναι δηλαδή φορέας του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος ή της αντίστοιχης υποχρέωσης, οπότε η αγωγή θα απορριφθεί ως ενεργητικώς ή παθητικώς ανομιμοποίητη. Και ναι μεν είναι αληθές ότι οι διάδικοι της αναγνωριστικής δίκης δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν προς τα υποκείμενα της αναγνωριστέας έννομης σχέσης (ΑΠ 508/2013 &#8211; ΕΠολΔ 2014/485), όμως αυτό ισχύει μόνον όταν η έννομη αυτή σχέση υπό τα εκτιθέμενα υφίσταται μεταξύ του ενός διαδίκου και τρίτου ή μεταξύ άλλων, οπότε το έννομο συμφέρον του ενάγοντος του προσδίδει την αναγκαία νομιμοποίηση προς έγερση της αγωγής (νομιμοποιητική λειτουργία του εννόμου συμφέροντος, βλ. σχετ. ΑΠ 1192/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντιθέτως, όταν η αναγνωριστέα έννομη σχέση υφίσταται μόνο μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς τους, τότε νομιμοποιούνται κατά κανόνα τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως και μόνον αυτά <strong>(ΕφΠειρ 64/2024 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)</strong>.</p>
<p style="text-align: justify;"><em> </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>e-mail: info@efotopoulou.gr</em></p>
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/i-anagnoristiki-agogi-kat-arth-70-kpold/">Η αναγνωριστική αγωγή κατ’ άρθ. 70 ΚΠολΔ</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/i-anagnoristiki-agogi-kat-arth-70-kpold/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Φιλάγαθη ερμηνεία διαθήκης – Εύνοια υπέρ διαθήκης – Κανόνας ρωμαϊκού δικαίου &#8211; § 2084 Γερμανικού Αστικού Κώδικα</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/filagathi-erminia-diathikis-evnia-iper-diathikis-kanonas-romaikou-dikeou-%c2%a7-2084-germanikou-astikou-kodika/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/filagathi-erminia-diathikis-evnia-iper-diathikis-kanonas-romaikou-dikeou-%c2%a7-2084-germanikou-astikou-kodika/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 07 May 2026 07:23:20 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18422</guid>
		<description><![CDATA[<p>Στο παλαιότερο ρωμαϊκό δίκαιο επικρατούσε η αρχή της «ευμενούς ερμηνείας» της διαθήκης (benigna interpretatio), γνωστή και ως «εύνοια υπέρ της διαθήκης» (favor testamenti). Σύμφωνα με αυτή, οι διαθήκες πρέπει να ερμηνεύονται πιο ευρέως σε σχέση με άλλες δικαιοπραξίες. Με άλλα λόγια, όταν μια διάταξη διαθήκης επιδέχεται δύο ερμηνείες, σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να προτιμάται εκείνη που διατηρεί την ισχύ της. Αν και η αρχή αυτή δεν προβλέπεται ρητά στον Κώδικα, [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/filagathi-erminia-diathikis-evnia-iper-diathikis-kanonas-romaikou-dikeou-%c2%a7-2084-germanikou-astikou-kodika/">Φιλάγαθη ερμηνεία διαθήκης – Εύνοια υπέρ διαθήκης – Κανόνας ρωμαϊκού δικαίου &#8211; § 2084 Γερμανικού Αστικού Κώδικα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Στο παλαιότερο ρωμαϊκό δίκαιο επικρατούσε η αρχή της «ευμενούς ερμηνείας» της διαθήκης (benigna interpretatio), γνωστή και ως «εύνοια υπέρ της διαθήκης» (favor testamenti). Σύμφωνα με αυτή, οι διαθήκες πρέπει να ερμηνεύονται πιο ευρέως σε σχέση με άλλες δικαιοπραξίες. Με άλλα λόγια, όταν μια διάταξη διαθήκης επιδέχεται δύο ερμηνείες, σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να προτιμάται εκείνη που διατηρεί την ισχύ της.</p>
<p style="text-align: justify;">Αν και η αρχή αυτή δεν προβλέπεται ρητά στον Κώδικα, κατά την επικρατέστερη άποψη εξακολουθεί να ισχύει, καθώς προκύπτει από διατάξεις όπως τα άρθρα 173, 1783 παρ. 2, 1794 και 1797, αλλά και από τη γενική αρχή ότι πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να εκπληρώνεται η βούληση του διαθέτη. Η αρχή αυτή απορρέει τόσο από τις συγκεκριμένες διατάξεις όσο και από το συνολικό πνεύμα του κληρονομικού δικαίου</p>
<p style="text-align: justify;">Παρατίθενται θεωρητικά και νομολογιακά αποσπάσματα που επιρρώνουν την ανωτέρω θέση:</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><em>«ΙΙ. Φιλάγαθη ερμηνεία. Βασικός κανόνας στην ερμηνεία της διαθήκης είναι ο κανόνας της «φιλάγαθης» ή της «καλοθελούς» ερμηνείας (interpretatio benigna), ο οποίος διατυπώθηκε ως κανόνας ρητά στο β.ρ.δ. αλλά δεν περιέχεται ρητά και στον αστικό κώδικα· παρόλα αυτά η αρχή αυτή ισχύει ως βασικός ερμηνευτικός κανόνας. Η φιλάγαθη ερμηνεία οδηγεί στην αποδοχή της αρχής ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας, θα πρέπει να ισχύσει η ερμηνεία εκείνη που σώζει το κύρος της διάταξης (favor testament). Η αρχή αυτή συνάγεται έμμεσα και τα άρθρα 173ΑΚ, 1783 εδ. β ΑΚ, 1784 ΑΚ, 1794 ΑΚ και 1797 ΑΚ αλλά και από το γενικότερο πνεύμα του κληρονομικού δικαίου, που δέχεται την «ευρεία» ερμηνεία χωρίς προσήλωση της λέξεις ή την «επιεικέστερη» για το πρόσωπο στο οποίο αποβλέπει η ερμηνευόμενη διάταξη, ενώ η εσφαλμένη διατύπωση δεν βλάπτει (falsa demonstration non nocet), δηλαδή δεν οδηγεί σε ακυρότητα ή σε ακυρωσία (β. 1790, 1791 ΑΚ).» </em>(Απόστολος Γεωργιάδης, ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 1781-1812 ΑΚ, παρ. 46).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Εις το προϊσχύον ρωμαϊκόν δίκαιον εκράτει η αρχή της «φιλαγάθου ερμηνείας» της διαθήκης («benigna interpretatio»), χαρακτηριζόμενη και ως «αρχή της ευνοίας της την διαθήκην» (favor testament). Συμφώνως της την αρχήν αυτήν αι διαθήκαι πρέπει να ερμηνεύωνται ευρύτερον (plenius) ή αι λοιπαί δικαιοπραξίαι. Δηλαδή, εάν θετική της διάταξις της διαθήκης είναι δεκτική δύο ερμηνειών, εν αμφιβολία πρέπει να προτιμάται η υπέρ της ισχύος της διατάξεως λύσις.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Καίτοι η αρχή αυτή δεν καθιερούται ρητώς υπό του Κώδικος, εν τούτοις κατά την ορθοτέραν γνώμην ισχύει αύτη και υπό την έποψιν αυτού, συναγομένη εκ των διατάξεων των άρθρων 173, 1783 εδ. 2, 1794 και 1797, ως και εκ της αρχής της κατά τον εφικτόν εκπληρώσεως της βουλήσεως του διαθέτου, η οποία απορρέει τόσον εκ των διατάξεων του΄των, όσον και εκ του όλου πνεύματος του κληρονομικού δικαίου». </em>(Βουζίκας, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 125).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Η υπόδειξις της η διαθήκη ερμηνεύεται «φιλαγάθως» ή «καλοθελώς» εδημιούργησε τον κανόνα ο οποίος αποτέλεσε την κεντρικήν γραμήν της ερμηνείας των διαθηκών, τον κανόνα της «benigna interpretatio», ότι δηλαδή επί περισσοτέρων δυνατών ερμηνειών, εν αμφιβολία είναι προτιμητέα η ερμηνεία, η διασώζουσα το κύρος της τελευταίας διατάξεως. Ο κανών της της «benigna interpretatio» περιελήφθη κι εις τον γερμανικό κώδικα, ως § 2084» </em>(Παπαντωνίου, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 84).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Β. Εις το βυζαντινορρωμαϊκόν κληρονομικόν δίκαιον υπήρχον πλήν άλλων οι εξής δύο βασικοί κανόνες: α) εκείνος καθ’ όν αι εν διαθήκη χριστικαί επιδόσεις της τρίτους και ιδίως αι εγκαταστάσεις κληρονόμου έπρεπε να ερμηνεύωνται κατά τρόπον ώστε να ισχύση η διάταξις αντί να ματαιωθεί («benigna intertretatio», «favor testamenti») και β) […]. </em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Ο Αστικός Κώδιξ δεν περιέλαβε ούτε τον πρώτον (ως ο γερμΑΚ § 2084) ούτε το δεύτερον κανόνα. Διδάσκεται εν τούτοις, καθ’ ερμηνείαν και του άρθρου 173, ότι και υπό τον Κώδικα φυσικόν είναι να γίνη δεκτός ο πρώτος κανών, διότι όταν ο διαθέτης αναγράφη χαριστικήν τινα επίδοσιν εις την διαθήκην, είναι λογικώτερον να δεχθώμεν ότι ήθελε επέλευσιν νομικού τινός αποτελέσματος εξ της παρά ότι δεν ήθελεν τοιούτον.» </em>(Λιτζερόπουλος, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 172).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«4. Φιλάγαθη ερμηνεία: Κατά το γνωστό κανόνα του β.ρ.δ., που επιβάλλει τη «φιλάγαθη» ή «καλοθελή» ερμηνεία της διαθήκης (inerpretatio benigna), σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας διάταξης τελευταίας βούλησης, θα πρέπει να προτιμάται η ερμηνεία που διασώζει το κύρος της. Από το γεγονός, ότι ο κανόνας της δεν επαναλήφθηκε στον ΑΚ, δεν συνάγεται, ότι δεν ισχύει σήμερα, αφού μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάγεται από της ΑΚ 173, 1783  εδ. 2, 1794 και 1979 καθώς και από τη γενικότερη αρχή της κατά το δυνατό εκπλήρωσης της θέλησης του διαθέτη, που απορρέει από το όλο πνεύμα του κληρονομικού δικαίου.» </em>(Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 1781-1812, παρ. 59).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Αν και δεν έχει περιληφθεί στον ΑΚ η αρχή της interpretation benigna του β.ρ.δ., της «φιλάγαθης» ή «καλοθελούς» δηλαδή ερμηνείας της διαθήκης, έτσι ώστε σε περίπτωση αμφιβολίας να προτιμάται η ερμηνεία που διασώζει το κύρος της, εντούτοις υποστηρίζεται ότι αυτή συνάγεται από σειρά διατάξεων (ΑΚ 173, 1783 εδ. 2, 1794, 1979), αλλά και από το όλο πνεύμα του κληρονομικού δικαίου.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Το αποτέλεσμα που προκύπτει από αυτήν εναρμονίζεται, εξάλλου, και με τη βούληση του διαθέτη, ο οποίος προφανώς και δεν θα ήθελε να κληρονομηθεί σύμφωνα με της κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής ή βάσει προηγούμενης διαθήκης του. Στη διατύπωση και όχι στη ματαίωση της διάταξης τελευταίας βούλησης αποσκοπεί και ο κανόνας της «εύνοιας υπέρ της διαθήκης (favor testament).» </em>(Ψούνη, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 16, σελ. 885-6).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«11.      Εύνοια διαθήκης.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Ο ερμηνευτής πρέπει να εξαντλήσει κάθε ερμηνευτική δυνατότητα για να διατηρήσει η διαθήκη το κύρος της, για να έχει αποτέλεσμα. Αυτό  εναρμονίζεται με τη βούληση του διαθέτη: ο τελευταίος με τη διάταξή του θέλει κάτι, θέλει συνήθως να αποστεί από την εξ αδιαθέτου διαδοχή ή από κάποια προηγούμενη διαθήκη. Έργο του ερμηνευτή είναι να εξασφαλίσει αυτό το κάτι με κάθε θεμιτό ερμηνευτικό τρόπο. Ο ΑΚ της δεν αναγνωρίζει ερμηνευτικό κανόνα, της άλλα δίκαια (λ.χ. § 2084 γερμ ΑΚ , β.ρ.δ. ), ότι η διαθήκη σε περίπτωση αμφιβολίας είναι έγκυρη . Κατά τα άλλα τα πιο πάνω ισχύουν, εφόσον έχει διαπιστωθεί ερμηνευτικά ότι υπάρχει διαθήκη. Δεν ισχύουν και για τη διαπίστωση, αν υπάρχει διαθήκη.» (Φίλιος, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 19<sup>Α</sup>, σελ. 114).</em></p>
<p style="text-align: justify;"> <strong>ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Αριθ. 188/1992 Τμ. Α’ </strong>[ΝοΒ ΜΑ’ 489]</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«[…] Η ερμηνεία αυτή, […] συμπορεύεται και με τη γενική αρχή ότι η ερμηνεία των διαθηκών πρέπει να γίνεται με κρίση φιλάγαθη που οδηγεί στη διατήρηση του κύρους των. […]»</em></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>Αριθμ. 517/1967 ΑΠ Τμ. Γ΄ </strong>[ΝοΒ IΣΤ’ 95]</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Προσέτι, κατά το επί του προκειμένου εφαρμοστέο ρ. δίκαιο (αλλά και κατά το ισχύον) ειδικότεροι ερμηνευτικοί κανόνες των διαθηκών είναι ότι η δήλωση του διαθέτη ερμηνεύεται ευρέως και όχι στενώς, επειδή των διαθηκών πλατύτερα ερμηνεύονται τα του διαθέτη γνώμην (νομ. 12 πανδ. 50.17, διδ. 12.2.3) «τας γνώμας των τελευτώντων ου δει στενώς ερμηνεύειν» (νομ. 12.2 πανδ. 7.8, διδ. 12.16.8) «εν αμφιβολία δε περί της έννοιας προτιμάται η ερμηνεία, η οποία είναι επικρατέστερη για εκείνον, τον οποίο αποβλέπει η διάταξη, στα αμφίβολα προτιμάται το καλύτερο».» (νομ. 192 § 1 πανδ. 50. 17, διδ. 192 2. 3).»</em></p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/filagathi-erminia-diathikis-evnia-iper-diathikis-kanonas-romaikou-dikeou-%c2%a7-2084-germanikou-astikou-kodika/">Φιλάγαθη ερμηνεία διαθήκης – Εύνοια υπέρ διαθήκης – Κανόνας ρωμαϊκού δικαίου &#8211; § 2084 Γερμανικού Αστικού Κώδικα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/filagathi-erminia-diathikis-evnia-iper-diathikis-kanonas-romaikou-dikeou-%c2%a7-2084-germanikou-astikou-kodika/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Χώροι στάθμευσης σε πυλωτή κτιρίου που έχει υπαχθεί στο σύστημα της διηρημένης ιδιοκτησίας</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/chori-stathmefsis-se-piloti-ktiriou-pou-echi-ipachthi-sto-sistima-tis-diirimenis-idioktisias/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/chori-stathmefsis-se-piloti-ktiriou-pou-echi-ipachthi-sto-sistima-tis-diirimenis-idioktisias/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 06 May 2026 19:29:47 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18420</guid>
		<description><![CDATA[<p>Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους», ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δια του άρθρου 54 του ΕισΝΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως χωριστή (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, καθώς και αναγκαστική, παρεπομένως [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/chori-stathmefsis-se-piloti-ktiriou-pou-echi-ipachthi-sto-sistima-tis-diirimenis-idioktisias/">Χώροι στάθμευσης σε πυλωτή κτιρίου που έχει υπαχθεί στο σύστημα της διηρημένης ιδιοκτησίας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p class="s3" style="text-align: justify;">Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους», ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δια του άρθρου 54 του ΕισΝΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως χωριστή (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, καθώς και αναγκαστική, παρεπομένως κτωμένη, συγκυριότητα, κατ’ ανάλογονμερίδα, επί των μερών του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν εις κοινή, υπό πάντων των οροφοκτητών χρήση, όπως αυτά ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3741/1929.</p>
<p class="s4" style="text-align: justify;">Με τις ανωτέρω διατάξεις, όμως δεν προσδιορίζεται επαρκώς η έννοια του «ορόφου» και του «διαμερίσματος»ορόφου. Εντούτοις, από το πνεύμα των διατάξεων για την οροφοκτησία, και ιδίως από τον σκοπό αυτών, ο οποίος, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του Ν. 3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ’ ύψος επέκταση των πόλεων, καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (άρθ. 11 του Γεν. Οικοδομικού Κανονισμού των ετών 1929, 1955 και 1973), συνάγεται, ότι «όροφος» ή «διαμέρισμα ορόφου» είναι το αναποχώριστοτμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά, διαιρετά ή αδιαίρετα, τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο ή ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή εν γένει οικιστική χρήση. Μόνο οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, υπό την ανωτέρω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από τον νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από τη στέγη (άρθ. 1002 εδάφ. β΄ ΑΚ και 1 παρ. 2 του Ν. 3741/1929) μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας.</p>
<p class="s4" style="text-align: justify;">Επομένως, δεν είναι δυνατό να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών που έχει μεταγραφεί νομίμως, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διηρημένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής αυτών (άρθρ. 201 ΑΚ). Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη ότι η θεσπιζομένη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του Ν. 3741/1929 χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα «superficies Solocedit», που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδάφ. α΄ του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου του ακινήτου, το οποίο δεν ορίσθηκε ή δεν ορίσθηκε εγκύρως, με τον συστατικό της οροφοκτησίαςτίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτου, υπάγεται αυτοδικαίως από τον νόμο, κατ’ εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι’ αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου.</p>
<p class="s4" style="text-align: justify;">Περαιτέρω, τα άρθρα 22 παρ. 9 και 32 παρ. 4 του Ν.Δ. 8/1973 «Περί Γενικού οικοδομικού Κανονισμού», όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 παρ. 22 και 33 του Ν.Δ.205/1974, προέβλεψαν για πρώτη φορά την κατασκευή της οικοδομής επί υποστηλωμάτων (PILOTΙS), για τη δημιουργία στο ισόγειο ανοικτού στεγασμένου χώρου, που αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός και χρησιμεύει για τη στάθμευση αυτοκινήτων. Ο κενός αυτός χώρος του ισογείου, που αναφέρεται σε μεταγενέστερα νομοθετήματα ως «PΙLOTΙS» (άρθρ. 1 παρ. 5 περ. γ΄ του Ν. 960/1997,όπως αντικαταστάθηκε με τον Ν. 1221/1981, 7 παρ. 1 περ. Α1 και 9 παρ. 10 ΓΟΚ/1985) είναι εξ ορισμού ανοικτός και συνεπώς ισχύουν γι’ αυτόν όσα προαναφέρθηκαν. Δηλαδή,η συμφωνία των οροφοκτητών να συστήσουν, σε τμήματα της PILOTIS, που θα παραμείνουν ανοικτά, αυτοτελείς (διηρημένες) ιδιοκτησίες, θα είναι άκυρη κατ’ άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικείμενη στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις που καθορίζουν τις θεμελιακές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας. Αν, όμως, προβλέπεται στην ως άνω συμφωνία, ότι στα ανωτέρω τμήματα της PILOTIS θα κατασκευασθούν κλειστοί χώροι, δημιουργούνται εγκύρως διηρημένες ιδιοκτησίες στους περίκλειστους χώρους που θα κατασκευασθούν, παρά το γεγονός ότι η κατασκευή τους επάγεται ενδεχομένως υπέρβαση του ορίου κάλυψης ή του συντελεστή δόμησης και είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του ΓΟΚ, αφού η παραβίαση των διατάξεων αυτών συνεπάγεται μόνο διοικητικές κυρώσεις και δε θίγει το κύρος της μεταξύ των οροφοκτητών συμφωνίας (ΟλΑΠ583/1983).</p>
<p class="s4" style="text-align: justify;">Η προεκτεθείσα έννοια των διατάξεων για την οροφοκτησία δεν είναι αντίθετη, αλλά επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από τις ειδικές ρυθμίσεις των Ν. 960/1979 και 1221/1981 για τις θέσεις στάθμευσης των αυτοκινήτων. Πράγματι, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 5 εδάφ. α΄ και β΄του Ν. 960/1979, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 1221/1981, προβλέπουν ότι, προκειμένου για θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων που βρίσκονται σε στεγασμένους χώρους κτιρίου, το οποίο έχει υπαχθεί στο σύστημα της διηρημένης ιδιοκτησίας, κάθε θέση στάθμευσης αποτελεί διηρημένη ιδιοκτησία, της οποίας επιτρέπεται η αυτοτελής μεταβίβαση και σε τρίτους που δεν έχουν σχέση με το κτίριο. Με τις διατάξεις, δηλαδή, αυτές, αναγνωρίζεται χωριστή κυριότητα και επί των θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων που δεν είναι περίκλειστοι, αλλά απλώς στεγασμένοι, κατ’ εξαίρεση του κανόνα ότι αντικείμενο διηρημένης ιδιοκτησίας αποτελούν μόνον οι κλειστοί χώροι ορόφων ή διαμερισμάτων. Ειδικώς, όμως, για την «PILOTIS», το τελευταίο εδάφιο γ΄ της παρ. 5 του ανωτέρου άρθρου ορίζει ότι «αι τυχόν δημιουργούμεναι θέσεις σταθμεύσεως εις τον ελεύθερον ισόγειον χώρον του κτιρίου, όταν τούτο κατασκευάζεται επί υποστηλωμάτων(PILOTIS), κατά τας ισχύουσας διατάξεις δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενον διηρημένης ιδιοκτησίας». Εκ τούτων παρέπεται ότι τα μεν κλειστά τμήματα της πιλοτής και οι περίκλειστες θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διηρημένης ιδιοκτησίας και να μεταβιβασθούν αυτοτελώς και σε τρίτους, που δεν έχουν σχέση με την πολυώροφη οικοδομή, τα δε ανοικτά τμήματα αυτής και οι ανοικτές θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων στον «ελεύθερο ισόγειο χώρο»της πιλοτής δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διηρημένης ιδιοκτησίας. Συνεπώς, οι ανοικτοί αυτοί χώροι της πιλοτής ανήκουν στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής <span class="s5">(</span><span class="s5">ΕφΑθ</span> <span class="s5">5914/2022</span><span class="s5"> – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)</span>.</p>
<p class="s6" style="text-align: justify;">
<p class="s8" style="text-align: justify;"><span class="s7"><span class="bumpedFont15">Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος</span></span></p>
<p class="s8" style="text-align: justify;"><span class="s7"><span class="bumpedFont15">e-mail</span></span><span class="s7"><span class="bumpedFont15">:</span></span><span class="s7"><span class="bumpedFont15"> info@efotopoulou.gr</span></span></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/chori-stathmefsis-se-piloti-ktiriou-pou-echi-ipachthi-sto-sistima-tis-diirimenis-idioktisias/">Χώροι στάθμευσης σε πυλωτή κτιρίου που έχει υπαχθεί στο σύστημα της διηρημένης ιδιοκτησίας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/chori-stathmefsis-se-piloti-ktiriou-pou-echi-ipachthi-sto-sistima-tis-diirimenis-idioktisias/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Επιγενόμενη μεταβολή των συνθηκών από διαθέτη – Απαγόρευση διαπλαστικής ερμηνείας διαθήκης λόγω άτυπης μεταδιαθηκικής βούλησης (post testamentum) του διαθέτη</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/epigenomeni-metavoli-ton-sinthikon-apo-diatheti-apagorefsi-diaplastikis-erminias-diathikis-logo-atipis-metadiathikikis-voulisis-post-testamentum-tou-diatheti/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/epigenomeni-metavoli-ton-sinthikon-apo-diatheti-apagorefsi-diaplastikis-erminias-diathikis-logo-atipis-metadiathikikis-voulisis-post-testamentum-tou-diatheti/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 05 May 2026 11:24:10 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18409</guid>
		<description><![CDATA[<p>Η διαπλαστική ερμηνεία βρίσκει εφαρμογή σε περίπτωση μεταγενέστερης αυτός σύνταξης αυτός διαθήκης μεταβολής των συνθηκών και τη δημιουργία λόγω αυτός αυτός επιγενόμενου κενού. Ωστόσο, η περίπτωση αυτή δεν βρίσκει εφαρμογή στην περίπτωση που η μεταβολή των συνθηκών τελέσθηκε από τον ίδιο τον διαθέτη και παρ’ όλα αυτά δεν ανακάλεσε ή τροποποίησε τη διαθήκη του, καθώς λαμβάνει χώρα με τον τρόπο αυτό μία άτυπη δήλωση μεταδιαθηκικής (post testamentum) βούλησης του διαθέτη [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/epigenomeni-metavoli-ton-sinthikon-apo-diatheti-apagorefsi-diaplastikis-erminias-diathikis-logo-atipis-metadiathikikis-voulisis-post-testamentum-tou-diatheti/">Επιγενόμενη μεταβολή των συνθηκών από διαθέτη – Απαγόρευση διαπλαστικής ερμηνείας διαθήκης λόγω άτυπης μεταδιαθηκικής βούλησης (post testamentum) του διαθέτη</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Η διαπλαστική ερμηνεία βρίσκει εφαρμογή σε περίπτωση μεταγενέστερης αυτός σύνταξης αυτός διαθήκης μεταβολής των συνθηκών και τη δημιουργία λόγω αυτός αυτός επιγενόμενου κενού. Ωστόσο, η περίπτωση αυτή δεν βρίσκει εφαρμογή στην περίπτωση που η μεταβολή των συνθηκών τελέσθηκε από τον ίδιο τον διαθέτη και παρ’ όλα αυτά δεν ανακάλεσε ή τροποποίησε τη διαθήκη του, καθώς λαμβάνει χώρα με τον τρόπο αυτό μία άτυπη δήλωση μεταδιαθηκικής (post testamentum) βούλησης του διαθέτη ότι δεν επιθυμεί να αλλάξει τη διαθήκη του.</p>
<p style="text-align: justify;">Παρατίθενται θεωρητικά και νομολογιακά αποσπάσματα:</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Η διαθήκη, ως δήλωση βούλησης, χρειάζεται ερμηνεία, προκειμένου να διαπιστωθεί και να διασαφηνισθεί τί ήθελε ο διαθέτης, δηλαδή αυτός είναι το περιεχόμενο αυτός τελευταίας του βούλησης. Ο ΑΚ δεν περιέλαβε στο πέμπτο βιβλίο κάποια γενική διάταξη για την ερμηνεία των διαθηκών. Επομένως, η ερμηνεία αυτός διαθήκης γίνεται κατά αυτός γενικούς κανόνες για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών (βλ. ΑΚ 173 και 200)’. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητα αυτός διαθήκης επιβάλλει στον ερμηνευτή να ακολουθήσει αποκλειστικά την υποκειμενική μέθοδο ερμηνείας αυτός ΑΚ 173, ώστε να προστατευτεί η αληθινή βούληση του διαθέτη. Εφόσον η βούληση αυτή έχει εξωτερικευτεί και έχει περιβληθεί κάποιον από αυτός νόμιμους τύπους διαθήκης, επιβάλλεται στον ερμηνευτή να αναζητήσει τί πραγματικά ήθελε ο διαθέτης και όχι τί ενδέχεται να αντιλαμβάνονται τρίτοι (π.χ. ο κληρονόμος ή οι δανειστές αυτός κληρονομιάς) ως αυτός το νόημα αυτός διαθήκης . Πρόκειται για την αναζήτηση αυτός αληθινής βούλησης του διαθέτη κατά τον χρόνο σύνταξης αυτός διαθήκης χωρίς προσήλωση αυτός λέξεις, αυτός επιτάσσει η ΑΚ 173. Ενδιαφέρει δηλαδή καταρχήν μόνο το νόημα που απέδιδε στη δήλωσή του ο συγκεκριμένος διαθέτης (υποκειμενικό νόημα), χωρίς να εξετάζεται η άποψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου στον οικείο συναλλακτικό κύκλο (ΑΚ 200: αντικειμενικό νόημα).</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Η απόκλιση αυτή από τη γενική μέθοδο ερμηνείας των δικαιοπραξιών (συνδυασμός 2 υποκειμενικής και αντικειμενικής μεθόδου) οφείλεται στην κυρίαρχη θέση που κατέχει στο δίκαιο των διαθηκών το λεγόμενο «δόγμα αυτός βούλησης». Η αληθινή βούληση του διαθέτη αποτελεί ουσιαστικά τον άξονα, γύρω από τον οποίο στρέφεται ολόκληρη η νομοθετική ρύθμιση αυτός εκ διαθήκης διαδοχής. Τα συμφέροντα των συναλλαγών (δηλαδή των τρίτων) έρχονται σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τη βούληση του διαθέτη, γεγονός που εκφράζεται και σε ορισμένες επιμέρους νομοθετικές ρυθμίσεις, αυτός εκείνες των ΑΚ 1783 εδ. β’, 1784,1794 και 1979. Ωστόσο, η ανάγκη τήρησης τύπου για να είναι ισχυρή η διαθήκη (ΑΚ 1718), διαγράφει τα απώτατα όρια κατά την αναζήτηση αυτός πραγματικής βούλησης του διαθέτη: αυτή δεν μπορεί να αναζητηθεί στο μέτρο που δεν βρίσκει κανέ¬να έρεισμα στο κείμενο αυτός διαθήκης.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>[…]</em></p>
<ol style="text-align: justify;">
<li><em> Μεταβολή των συνθηκών</em></li>
</ol>
<p style="text-align: justify;"><em>Είναι δυνατό, διάταξη τελευταίας βούλησης που είναι σαφής και ανταποκρινόταν στην εσωτερική βούληση του διαθέτη, όταν συνέτασσε τη διαθήκη, να εμφανίσει μεταγενέστερα κενό, επειδή μεταβλήθηκαν ουσιωδώς οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη σύνταξή αυτός. Στην περίπτωση αυτήν, είναι δυνατή η κάλυψη του επιγενόμενου κενού με διαπλαστική ερμηνεία αυτός διάταξης. Σε αντίθεση δηλαδή με τη συμπληρωτική ερμηνεία, όπου δεν θίγεται η αρχική διαθήκη, η πλήρωση των κενών που ανέκυψαν μεταγενέστερα λόγω ουσιώδους μεταβολής των συνθηκών γίνεται με προσθήκη, αλλοίωση ή κατάργηση όρων αυτός διαθήκης, ούτως ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός που επιδίωκε ο διαθέτης . Η διαπλαστική αυτή ερμηνεία θεμελιώνεται αυτός ΑΚ 200 και 288 και όχι στην ΑΚ 388 που αναφέρεται μόνο αυτός αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Ο προσδιορισμός αυτός εικαζόμενης βούλησης του διαθέτη στο πλαίσιο αυτός διαπλαστικής ερμηνείας θα γίνει με βάση τα εξής κριτήρια:</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>α) Αν η μεταβολή των συνθηκών έλαβε χώρα μετά τη σύνταξη της διαθήκης και ο διαθέτης, παρόλο που έμαθε τη μεταβολή, δεν άλλαξε τη διαθήκη του, τότε πρόκειται για άτυπη δήλωση μεταδιαθηκικής (post testamentum) βούλησης του διαθέτη ότι δεν επιθυμεί να αλλάξει τη διαθήκη του, επομένως η αναπροσαρμογή θα πρέπει να αποκλειστεί.» </em>(Απόστολος Γεωργιάδης, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, παρ. 18, παρ. 30-31)</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Είναι πάντως σκόπιμο, ο ερμηνευτής να επιχειρεί με πολλή επιφυλακτικότητα και προσοχή τη συμπληρωματική ερμηνεία αυτός διαθήκης. Και τούτο γιατί κατά τη διακρίβωση του τι θα ήθελε ο διαθέτης, ο ερμηνευτής θα πρέπει συχνά να στηριχθεί σε ελάχιστα πειστικές καταθέσεις μαρτύρων καθώς κι στα διδάγματα αυτός κοινής πείρας (τι θα ήθελε αυτός σώφρων διαθέτης), με ενδεχόμενο να οδηγηθεί έτσι στην ερμηνευτική διαμόρφωση μιας βούλησης που δεν θα είχε ποτέ στην πραγματικότητα ο διαθέτης.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Κρίσιμος για τον προσδιορισμό αυτός υποθετικής βούλησης του διαθέτη είναι ο χρόνος σύνταξης αυτός διαθήκης.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>[…]</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Αν η μεταβολή επήλθε όσο ζούσε ο διαθέτης και αυτός – μολονότι – τη γνώριζε- δεν ανακάλεσει ή δεν τροποποιήσει τη τελευταία διάταξη, ενώ είχε τη δυνατότητα, η μεταβολή αυτή δε επιδρά καταρχήν στην τελευταία διάταξη, αφού δεν είναι νοητή εδώ αναζήτηση υποθετικής βούλησης του διαθέτη.» </em>(Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 1781-1812, παρ. 64, 67).</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Ανασταλτικόν στοιχείον δια την τοιαύτην ερμηνείαν θα είναι αυτός το γεγονός ότι ενώ η μεταβολή των συνθηκών επήλθεν ζώντος του διαθέτου και ούτος είχε πλήρη αντίληψιν αυτός επελθούσης μεταβολής και επί πλέον είχε την ευκαιρίαν να ανακαλέση ή να μεταβάλη την διαθήκην του δεν το έπραξεν. Εις την περίπτωσιν αυτήν θα είναι εκτός πραγματικότητος να επιδιώκεται η ανεύρεσις «υποθετικής» βουλήσεως του διαθέτου, ποία δηλαδή θα ήτο αυτή εάν εγνώριζε την επελθούσαν μεταβολήν, ενώ είναι δεδομένον ότι δεν θα ενδιέφέρθη να αλλοιώση την δήλωσιν τελευταίας βουλήσεως, παρ’ όλον ότι εγνώριζε την επελθούσαν μεταβολήν και ηδύνατο – εάν ήθελε – να το πράξη. Εν προκειμένω και η νομολογία αυτός (ΑΠ 404/1966, εις ΝοΒ ΙΕ 203) αποκρούουσα εις την περίπτωσιν αυτήν την αναζητησιν «υποθετικής» βουλήσεως, κατ’ ουσίαν αποδέχεται – έστω και εμμέσως – ως αποφασιστικήν την </em><em>post</em> <em>testamentum</em><em>, ατύπως, και μάλιστα σιωπηρώς, εκδηλωθείσαν βουλησιν του διαθέτου αυτός μη αποστή των διατάξεων αυτός διαθήκης του.» </em>(Παπαντωνίου, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 83)</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Πάντως η συμπληρωματική ερμηνεία δεν πρέπει να ωθήται μέχρι του σημείου ώστε ο δικαστής να πλάσση αντί του διαθέτου τελευταίαν βούλησιν, περί αυτός οποίας ουδεμία υπάρχει ένδειξις εκ αυτός διαθήκης ότι θα διεμορφώνετο παρά τω διαθέτη.[…]</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Β. Η σπουδαιοτέρα πρακτικώς περίπτωσις εφαρμογής αυτός συμπληρωματικής ερμηνείας είναι η αυτός σημαντικής μεταβολής των περιστάσεων μετά την κατάρτισιν αυτός διαθήκης. Η μεταβολή δύναται να επιδράση κατά δύο τρόπους: είτε καθιστά ακατάλληλα ή ανεπαρκή τα μέσα, τα οποία αυτός ωρισμένον σκοπόν κατέλιπεν ο διαθέτης, είτε καθιστά ακατόρθωτον αυτόν τούτον τον σκοπόν. Και εις τας δύο περιπτώσεις θα επιτραπή κατά τ’ ανωτέρω η επέμβασις του ερμηνευτού.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>[…]</em></p>
<ol style="text-align: justify;" start="2">
<li><em> Αδυναμία πραγματοποιήσεως του σκοπού εκ μεταγενεστέρων γεγονότων γεννά το ερώτημα, αν αντί του αδύνατου καταστάντος σκοπού δύναται, κατ’ αναζήτησιν και πάλιν αυτός υποθετικής βουλήσεως του διαθέτου, να ορισθή αυτός παρεμφερής υπό του δικαστηρίου. Η απάντησις πρέπει και εδώ να είναι καταφατική.» </em>(Λιτζερόπουλος, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 172).</li>
</ol>
<p style="text-align: justify;"><em>«Γίνεται δεκτό ότι η συμπληρωματική ερμηνεία εφαρμόζεται για την πλήρωση αρχικών κενών και δεν θίγει την αρχική διαθήκη, ενώ στην περίπτωση αυτός ουσιώδους μεταβολής των συνθηκών (μεταγενέστερων ή επιγενόμενων κενών) εφαρμογή έχει η διαπλαστική ερμηνεία στο βαθμό που αναπροσαρμόζονται οι όροι αυτός διαθήκης.</em></p>
<p style="text-align: justify;"><em>Κατά τη νομολογία και την υποστηριζόμενη άποψη στη θεωρία η υποθετική βούληση του διαθέτη δεν αναζητείται, όταν αυτός γνώριζε τη μεταβολή που επήλθε μετά τη σύνταξη αυτός διαθήκης του και, παρότι είχε τη δυνατότητα (χρόνο και κατάλληλες συνθήκες), δεν την τροποποίησε. Η υποθετική βούληση του διαθέτη προσδιορίζεται με βάση το χρόνο σύνταξης αυτός διαθήκης.» </em>(Ψούνη, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 16, σελ. 888).</p>
<p style="text-align: justify;"><strong>ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ</strong></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>49/2021 Εφετείο Αιγαίου </strong>[NOMOS]</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«</em><em>Άλλωστε, τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται η ενάγουσα αυτός θεμελίωση αυτός μεταβολής των συνθηκών, η οποία επιτάσσει τη διερεύνηση αυτός εικαζόμενης βούλησης αυτός διαθέτιδος, είχαν ήδη συντελεστεί και ίσχυαν κατά τη διάρκεια αυτός ζωής αυτός κληρονομούμενης , αφού η επικαλούμενη από την ενάγουσα μεταβολή αυτός πολεοδομικής νομοθεσίας έγινε το έτος 1995 (το δε ΠΔ χαρακτηρισμού αυτός Μυκόνου ως παραδοσιακού οικισμού ίσχυε από το έτος 1978, ΦΕΚ 594Δ΄ αυτός 19-10/13-11-1978) και η κληρονομούμενη απεβίωσε το έτος 2006, ενώ το έτος 1998 ςυνέταξε συμπληρωματική διαθήκη και ουδέν τροποποίηςε στην προγενέστερη διαθήκη αυτός του έτους 1986, ως προς τούτο, η οποία διαθήκη επίσης είχε συνταχθεί, ενώ ίσχυε το ως άνω ΠΔ του 1978 και μετά την αναδιαμόρφωση και επισκευή του ισογείου με τη κατάργηση αυτός πόρτας εξόδου του δυτικού τμήματος και την υπογειοποίηση αυτού. Έτσι και ως εκ τούτου, η αναζήτηση αυτός εικαζόμενης βούλησης αυτός κληρονομούμενης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού η μεταβολή των συνθηκών επήλθε κατά τη διάρκεια αυτός ζωής αυτός, χωρίς αυτή να ανακαλέσει ή μεταβάλει την τελευταία αυτός διάταξη, ενώ μπορούσε και είχε την ευχέρεια να το πράξει (ΕφΑθ 1972/2002 δημ.</em><em> ΕλλΔ/νη 2005/255, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σημειωτέον, εξάλλου, στο σημείο αυτό ότι το παρεμπίπτον ζήτημα που καλείται να κρίνει το Δικαστήριο κατά τη διερεύνηση αυτός ουσιαστικής βασιμότητας αυτός υπό κρίση διεκδικητικής αγωγής, είναι αν υπήρξε μεταβολή των συνθηκών μετά το χρόνο σύνταξης αυτός διαθήκης και το χρόνο θανάτου αυτός διαθέτιδος, που να δικαιολογεί τη διερεύνηση αυτός εικαζόμενης βούλησης αυτός και όχι αν κατά το χρόνο θανάτου αυτής ήταν εφικτή από άποψη πολεοδομικών διατάξεων η σύσταση της οριζοντίου ιδιοκτησίας.»</em></p>
<p style="text-align: justify;"><strong>1972/2002 Εφετείο Αθηνών </strong>[NOMOS]</p>
<p style="text-align: justify;"><em>«Αντί αυτός πραγματικής βουλήσεως αναζητείται η εικαζόμενη (υποθετική) μόνο αυτός περιπτώσεις κατά αυτός οποίες επήλθε απρόοπτα ουσιώδης μεταβολή των πραγματικών περιστάσεων και συνθηκών, υπό αυτός οποίες ο διαθέτης τελούσε κατά τη σύνταξη αυτός. Εννοείται, αυτός ότι η αναζήτηση αυτή αυτός υποθετικής βούλησης δυσχερώς πρέπει να γίνεται δεκτή, όταν η μεταβολή των συνθηκών επήλθε κατά τη διάρκεια αυτός ζωής του διαθέτη, χωρίς αυτός να ανακαλέσει ή μεταβάλει την τελευταία του διάταξη, ενώ μπορούσε και είχε την ευχέρεια να το κάνει.»</em></p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/epigenomeni-metavoli-ton-sinthikon-apo-diatheti-apagorefsi-diaplastikis-erminias-diathikis-logo-atipis-metadiathikikis-voulisis-post-testamentum-tou-diatheti/">Επιγενόμενη μεταβολή των συνθηκών από διαθέτη – Απαγόρευση διαπλαστικής ερμηνείας διαθήκης λόγω άτυπης μεταδιαθηκικής βούλησης (post testamentum) του διαθέτη</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/epigenomeni-metavoli-ton-sinthikon-apo-diatheti-apagorefsi-diaplastikis-erminias-diathikis-logo-atipis-metadiathikikis-voulisis-post-testamentum-tou-diatheti/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου: Ζητήματα ως προς την αύξηση της περιουσίας</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-os-pros-tin-afxisi-tis-periousias/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-os-pros-tin-afxisi-tis-periousias/#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 04 May 2026 07:58:30 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18406</guid>
		<description><![CDATA[<p>Κατά το άρθρο 1400 §1 του Α.Κ.: «Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-os-pros-tin-afxisi-tis-periousias/">Απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου: Ζητήματα ως προς την αύξηση της περιουσίας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Κατά το άρθρο 1400 §1 του Α.Κ.: <em>«Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.».</em> Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου είναι καταρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996 Δ/νη 1997.28). Ως αύξηση νοείται, όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι, κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται, στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος, κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 144/2024, ΑΠ  312/2023, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1566/2017, ΑΠ 1029/2013, ΑΠ 1368/2013  www.areiospagos.gr).</p>
<p style="text-align: justify;">Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Έτσι, δεν αποτελεί απόκτημα με την προαναφερθείσα έννοια οτιδήποτε αποκτήθηκε από το σύζυγο πριν από την τέλεση του γάμου, ή, κατά τη διάρκεια μεν αυτού, από αιτία όμως που προϋπήρχε, όπως αυτό συμβαίνει σε περίπτωση είσπραξης από το σύζυγο διαρκούντος του γάμου μιας απαίτησης, η αιτία της οποίας είχε γεννηθεί πριν από την τέλεσή του. Ο δικαιολογητικός λόγος της προαναφερόμενης εξαίρεσης είναι ο ίδιος που αποκλείει τον υπολογισμό στα αποκτήματα των αποκτηθέντων από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία και συνίσταται στο ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου. Εάν όμως ένα περιουσιακό στοιχείο που απέκτησε ο σύζυγος από προϋπάρχουσα του γάμου αιτία, αξιοποιήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού, θεωρείται απόκτημα και εφόσον ο άλλος σύζυγος συνέβαλε στην εν λόγω αξιοποίηση, έχει, συντρεχουσών και των λοιπών προβλεπομένων από την προαναφερθείσα διάταξη προϋποθέσεων, αξίωση συμμέτοχης στην εκ μέρους της επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου (ΑΠ 1697/2018 https://www.areiospagos.gr). Σε ό,τι αφορά τις τιμές υπολογισμού των περιουσιακών στοιχείων (π.χ. ενός ακινήτου), όταν αυτό υπάρχει στην (αρχική) περιουσία και στο χρόνο γέννησης της αξίωσης (τελική περιουσία), για να αποφεύγονται οι τιμαριθμικές και πλασματικές αυξήσεις, γίνεται δεκτό ότι υπολογίζονται, τα ακίνητα κυρίως, με τις ίδιες τιμές που υπολογίζονται και στην τελική περιουσία ή δεν υπολογίζονται καθόλου, εφόσον δεν συγκαταλέγονται στην αύξηση (περιουσιακό στοιχείο κατά την τέλεση του γάμου και κατά τη λύση του γάμου)(Α. Κοτζάμπαση, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου, έκδ. 3η, 2023, παρ. 13, σελ. 112 σε sakkoulas-online). Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 3/2016 https://www.areiospagos.gr), ενώ οι ενδιάμεσες μεταβολές της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου δεν επιδρούν προσδιορισμό της τελικής περιουσίας και συνακόλουθα του αποκτήματος 363/2022, ΑΠ 804/2020, ΑΠ 1478/2017 <a href="https://www.areiospagos.gr">https://www.areiospagos.gr</a>).</p>
<p style="text-align: justify;">Η περιουσία του υποχρέου κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής (ΑΠ 825/2015 https://www. areiospagos.gr), ώστε να καθίσταται αυτή αόριστη από την παράλειψη αναφοράς ύπαρξης τέτοιας περιουσίας και των στοιχείων της. Εάν όμως ο δικαιούχος σύζυγος εκθέτει στην αγωγή ότι κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου ο υπόχρεος είχε περιουσία, αποτελούμενη από ακίνητα, είναι απαραίτητη η αναφορά της κατά τον χρόνο αυτό αξίας τους, ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι μεγάλη ή μικρή, καθόσον δεν νοείται &#8220;μηδενική&#8221; αξία αυτών (ΑΠ 1165/2015 https://www.areiospagos.gr). Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015 https://www.areiospagos.gr). Έτσι, εάν μεν στην αγωγή αναφέρεται ότι δεν υπήρχε κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων αρχική περιουσία του υπόχρεου συζύγου, ή δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με την αρχική περιουσία αυτού, ο τελευταίος, μπορεί κατ’ ένσταση να επικαλεστεί την ύπαρξη περιουσιακών του στοιχείων κατά την τέλεση του γάμου, ώστε με τον υπολογισμό τους και την αφαίρεση από την τελική περιουσία, να εμφανιστεί μειωμένο ποσό διαφοράς των δύο περιουσιών και συνεπώς μικρότερο ποσό στο οποίο θα υπολογιστεί το τυχόν δικαίωμα αποκτημάτων. Με τον ίδιο σκοπό, ο υπόχρεος, στην περίπτωση που ο δικαιούχος ενάγων αναφέρεται στην ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του υποχρέου, τα οποία αποτελούν αρχική περιουσία αυτού, μπορεί να ισχυριστεί κατ’ ένσταση ότι αντικείμενα της αρχικής περιουσίας δεν είναι μόνο τα αναφερόμενα στην αγωγή, αλλά και άλλα, τα οποία αυτός περιγράφει στον ισχυρισμό του. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, εάν ο δικαιούχος σύζυγος, στην περί αποκτημάτων αγωγή του, αναφέρει την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων στον υπόχρεο σύζυγο κατά την τέλεση του γάμου τους, ήτοι την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ως προς το ζήτημα της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου κατά τη διάρκεια του γάμου, θα λάβει υπόψη του την ύπαρξη της επικαλούμενης αρχικής περιουσίας αυτού, ανεξάρτητα από την προβολή ισχυρισμού από τον εναγόμενο υπόχρεο σχετικά με την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, ή διαφοροποίησης των στοιχείων αυτής που περιλαμβάνονται στην αγωγή (ΑΠ 1841/2017 https://www.areiospagos.gr).</p>
<p style="text-align: justify;">Επίσης, ο εναγόμενος στην εν λόγω αγωγή μπορεί κατ’ ένσταση να ζητήσει, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, να αφαιρεθεί το παθητικό αυτής, το οποίο υπάρχει κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 363/2022, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 1316/2017 https://www.areiospagos.gr). (βλ. ΕΦ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 86/2025, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><em>info</em><em>@</em><em>efotopoulou</em><em>.</em><em>gr</em></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-os-pros-tin-afxisi-tis-periousias/">Απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου: Ζητήματα ως προς την αύξηση της περιουσίας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-os-pros-tin-afxisi-tis-periousias/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα συζύγου: μαχητό τεκμήριο και βάρος απόδειξης</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/axiosi-simmetochis-sta-apoktimata-sizigou-machito-tekmirio-ke-varos-apodixis/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/axiosi-simmetochis-sta-apoktimata-sizigou-machito-tekmirio-ke-varos-apodixis/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 30 Apr 2026 07:23:24 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18403</guid>
		<description><![CDATA[<p>Οι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/axiosi-simmetochis-sta-apoktimata-sizigou-machito-tekmirio-ke-varos-apodixis/">Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα συζύγου: μαχητό τεκμήριο και βάρος απόδειξης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Οι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου (ΑΠ 804/2020, ΑΠ 492/2017 <a href="https://www.areiospagos.gr">https://www.areiospagos.gr</a>).</p>
<p style="text-align: justify;">Η αντίστοιχη αγωγική αξίωση είναι δυνατόν να στηρίζεται είτε κυρίως, είτε και επικουρικώς σε σχέση με τις αξιώσεις από την παρ. 1 -ου άρθρου 1400 ΑΚ και στην τεκμαρτή συμβολή από την παρ. 1 εδ. β’ του άρθρου 1400 ΑΚ, δηλαδή στο νόμιμο τεκμήριο, οπότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγόμενου και την τελική κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή την άσκηση της αγωγής επί τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγός, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική. Άρα, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθεαυτής ούτε του ποσοστού της, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1550/2018 https://www.areiospagos.gr). Επίσης στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη, ούτε και του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρέωσης για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (ΑΠ 421/2022, ΑΠ 1155/2017 https://www. areiospagos.gr). Δεν είναι επίσης αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής αυτής να αναφέρεται ότι η συμμετοχή του ενάγοντος συζύγου υπερέβαινε την υποχρέωσή του για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας αναλόγως των δυνάμεών του, όπως αυτή (η συνεισφορά) προσδιορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ και τις συνθήκες ζωής των διαδίκων, ούτε να προσδιορίζονται οι οικογενειακές ανάγκες, οι δυνάμεις του και συνακολούθως η υποχρέωσή του για συνεισφορά σ’ αυτές και να συγκρίνονται με την επίσης προσδιοριστέα συνολική συμβολή τους, ώστε να προκύπτει διαφορά υπέρ της τελευταίας (συνολικής συμβολής) (ΑΠ 1646/2014 <a href="https://www.areiospagos.gr">https://www.areiospagos.gr</a>).</p>
<p style="text-align: justify;">Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεστεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 421/2022 https://www.areiospagos.gr). Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1646/2014 https://www.areiospagos.gr), ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1526/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 804/2020, ΑΠ 566/2014 https://www.areiospagos.gr). Δηλαδή, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β’ ΑΚ ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020 https://www.areiospagos.gr). Με την ανωτέρω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020 <a href="https://www.areiospagos.gr">https://www.areiospagos.gr</a>).</p>
<p style="text-align: justify;">Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και δεν απέδειξε καμία πραγματική συμβολή του με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέστηκε ή, εάν επικαλέστηκε, δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου). Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων σύζυγος, κατ’ επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεστεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3 (ΑΠ 362/2022 https://www.areiospagos.gr). Στον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγόμενου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, εμπεριέχεται, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3 (ΑΠ 182/2021 https://www.areiospagos.gr), αφού ο τελευτάς ισχυρισμός είναι λιγότερο επωφελής για τον εναγόμενο από τον ισχυρισμό του για μηδενική συμβολή του ενάγοντος (ΑΠ 1548/2022 <a href="https://www.areiospagos.gr">https://www.areiospagos.gr</a>). (βλ. ΕΦ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 86/2025, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><em>info</em><em>@</em><em>efotopoulou</em><em>.</em><em>gr</em></p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/axiosi-simmetochis-sta-apoktimata-sizigou-machito-tekmirio-ke-varos-apodixis/">Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα συζύγου: μαχητό τεκμήριο και βάρος απόδειξης</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/axiosi-simmetochis-sta-apoktimata-sizigou-machito-tekmirio-ke-varos-apodixis/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου: Ζητήματα συμβολής</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-simvolis/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-simvolis/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 29 Apr 2026 10:42:26 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18400</guid>
		<description><![CDATA[<p>Κατά το άρθρο 1400 §1 του Α.Κ.: «Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-simvolis/">Απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου: Ζητήματα συμβολής</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Κατά το άρθρο 1400 §1 του Α.Κ.: <em>«Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.».</em></p>
<p style="text-align: justify;">Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμώμενων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1978/2014 https://www.areiospagos.gr). Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, και κατά τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου. Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 182/2021 https://www.areiospagos.gr). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της υπερβαίνουσας την τεκμαρτή, πραγματικής συμβολής (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1473/2019 https://www.areiospagos.gr). Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογιστούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο χρηματική αποτίμησή τους ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 1473/2019, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1280/2014 https://www.are.ospagos.gr). Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ’ είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 566/2014 https://www.areiospagos.gr).</p>
<p style="text-align: justify;">Όταν λοιπόν ο ενάγων θεμελιώνει την αγωγή του στον πραγματικό υπολογισμό και επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του, με παροχές οι οποίες συνιστούν ιδιαίτερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, τότε για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, πρέπει: α) να καθορίζει τη δαπάνη που απαιτήθηκε για την πραγματοποίηση της περιουσιακής αύξησης του εναγομένου, β) να αποτιμά τις παροχές του προς τον εναγόμενο καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έγιναν και γ) να καθορίζει είτε i) το ποσό το οποίο όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, είτε ii) το ποσό που υπερβαίνει την υποχρεωτική του συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες. Οι παροχές προς τον εναγόμενο σύζυγο μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς αποτελούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του εναγόμενου και παρέχουν δικαίωμα απόδοσης και όχι στο σύνολό τους, ώστε, από τον λόγο της αξίας των παροχών, κατά το μέρος που υπερβαίνουν την οφειλόμενη συνεισφορά, προς τη δαπάνη που απαιτήθηκε για την πραγματοποίηση της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου, να προκύπτει το αιτούμενο με την αγωγή ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος σε αυτήν. Δεν απαιτείται η αναφορά του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών, ούτε του κατά ποσό προσδιορισμού της συνεισφοράς στην οποία υποχρεούται ο ενάγων (ΕΦ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 86/2025, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 144/2024, ΑΠ  421/2022, ΑΠ ΑΠ 1553/2018, AΠ 1155/2017, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 825/2015).</p>
<p style="text-align: justify;">Ωστόσο, σε περίπτωση απευθείας διάθεσης ορισμένου χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου αρκεί η μνεία του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, χωρίς να απαιτείται προς τούτο να προσδιορισθεί το μέγεθος της νόμιμης υποχρεώσεώς του συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, δεδομένου ότι η διάθεση χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου δεν εμπίπτει στο πραγματικό των άρθρων 1389, 1390 ΑΚ και με την έννοια αυτή δεν περιλαμβάνεται στις οικογενειακές ανάγκες και την επιβαλλόμενη υποχρέωση από κοινού συνεισφοράς στην αντιμετώπισή τους (ΕΦ ΠΕΙΡΑΙΑ 38/2026 – δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 336/2010 www.areiospagos.gr, ΕφΠειρ 24/2025 TNΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης, εάν ως συμβολή προβάλλεται η διάθεση κεφαλαίου, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής και το πώς αποκτήθηκε το κεφάλαιο αυτό, αλλά τούτο θα εκτιμηθεί ως στοιχείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού είναι προφανές ότι εάν αποδειχθεί ότι καμία πηγή εισοδημάτων και γενικά απόκτησης κεφαλαίου δεν είχε εκείνος που αξιώνει συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, δεν μπορεί να εξαχθεί αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτός διέθεσε κεφάλαιο για την αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΕΦ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 86/2025, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1316/2017 <a href="https://www.areiospagos.gr">https://www.areiospagos.gr</a>).</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;"><em>info</em><em>@</em><em>efotopoulou</em><em>.</em><em>gr</em></p>
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-simvolis/">Απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου: Ζητήματα συμβολής</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/apetisi-ekastou-sizigou-pros-simmetochi-sta-apoktimata-tou-allou-sizigou-zitimata-simvolis/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Αίτηση διόρθωσης πρακτικών – Αναλογική εφαρμογή του άρθρου 315 ΚΠολΔ</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/etisi-diorthosis-praktikon-analogiki-efarmogi-tou-arthrou-315-kpold/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/etisi-diorthosis-praktikon-analogiki-efarmogi-tou-arthrou-315-kpold/#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 28 Apr 2026 09:36:12 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18396</guid>
		<description><![CDATA[<p>Κατά τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφαση. Αντικείμενο της διόρθωσης αποτελούν μόνο ακούσιες πλημμέλειες που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή καθαρογραφή της και συνιστούν ασυμφωνία μεταξύ αυτών [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/etisi-diorthosis-praktikon-analogiki-efarmogi-tou-arthrou-315-kpold/">Αίτηση διόρθωσης πρακτικών – Αναλογική εφαρμογή του άρθρου 315 ΚΠολΔ</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Κατά τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφαση. Αντικείμενο της διόρθωσης αποτελούν μόνο ακούσιες πλημμέλειες που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή καθαρογραφή της και συνιστούν ασυμφωνία μεταξύ αυτών που ήθελε το Δικαστήριο και εκείνων που διατυπώθηκαν στην απόφαση, ακόμα και εάν επιφέρει μεταβολή στο διατακτικό της (ΑΠ 968/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενώ, σε κάθε περίπτωση, η διόρθωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολή, παραλλαγή ή ανάκληση του περιεχομένου της απόφασης (βλ. Μακρίδου, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος I, Αθήνα 2000, αρ. 315, παρ. 1, σελ. 621). Σε διόρθωση υπόκειται και το προεισαγωγικό τμήμα της απόφασης και, συνεπώς, μπορεί να συμπληρωθεί και παράλειψη είτε ως προς τα ονόματα και λοιπά στοιχεία της σύνθεσης του δικαστηρίου, είτε ως προς την ταυτότητα των διαδίκων και τον τρόπο παράστασής τους. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 315<strong><b> </b></strong>ΚΠολΔ: <em><i>&#8220;Αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να την διορθώσει με νέα απόφαση του&#8221;.</i></em></p>
<p style="text-align: justify;"><strong><b>Για την διόρθωση των πρακτικών δεν προβλέπει ειδικά ο νόμος, κατ&#8217; αντίθεση με τον ΚΠοινΔ, όπου υπάρχει ρητή ρύθμιση (άρθ. 145 § 3 ΚΠοινΔ), θα πρέπει όμως αναλογικά να ισχύσει και για αυτά η ίδια ρύθμιση (ΑΠ 649/71 ΝοΒ 20. 2020, ΑΠ 619/70 ΕΕΝ 38/71, ΕΑ 1236/88 ΑρχΝ 1988/317, ΕΑ 7515/85 Δ 16/843 β. Βαθρακοκοίλη, Κωδ. Πολ. Δικον. υπ` αριθ. 315 τομ. Β σελ. 438, 8, 481).</b></strong></p>
<p style="text-align: justify;">Προς κάλυψη του κενού αυτού, πρέπει να εφαρμοσθεί αναλογικά και για τα πρακτικά η ως άνω διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ (ΑΠ 278/1996, ΕλλΔνη 1996/1552 και ΕφΑΘ 8276/2006, ΕλλΔνη 2007/1497). Και στην περίπτωση αυτή, όμως, πρέπει τα περιεχόμενα σε αυτά (τα πρακτικά) σφάλματα να είναι πρόδηλα και να προκύπτουν είτε από το κείμενο της απόφασης ή της απομαγνητοφώνησης ή το σύνολο των στοιχείων της δίκης, τις προτάσεις και τα δικόγραφα των διαδίκων, και όχι από νέα στοιχεία, ενώ σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται η διόρθωση του περιεχομένου των καταθέσεων των μαρτύρων και, εν γένει, η επανεξέταση των αποδεικτικών μέσων και η επανεκτίμηση της υπόθεσης (βλ. ΕφΑΘ 8276/2006, ό.π., και Μακρίδου, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, ό.π., άρθρο 315, παρ. 12, σελ. 623). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 318 παρ. 1<strong><b> </b></strong>ΚΠολΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο γίνεται κατά τη διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η απόφαση που διορθώνεται και αφού κληθούν οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι που αναφέρονται στην απόφαση. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί ειδική εφαρμογή της αρχής της «εκατέρωθεν ακρόασης», πρόδηλο έχει σκοπό την προστασία των συμφερόντων των διαδίκων, οι οποίοι μετείχαν στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προς διόρθωση απόφαση και στους οποίους πρέπει να δίδεται η ευχέρεια να διατυπώσουν προσηκόντως και νομοτύπως τις απόψεις τους περί του θέματος της διόρθωσης. Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία οι μη κληθέντες και μη παραστάντες διάδικοι της αρχικής δίκης δεν έχουν άμεσο ή έμμεσο έννομο συμφέρον από τη διωκόμενη διόρθωση της απόφασης, η οποία αφορά σε ζήτημα τυπικό, ούτε τα συμφέροντά τους θίγονται άμεσα ή έμμεσα σε περίπτωση αποδοχής της διωκόμενης διόρθωσης (ΑΠ 1837/2022, ΑΠ 383/2016, ΑΠ 1/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δεν απαιτείται να διατάσσεται η κλήτευση αυτών. <strong><b>[3652/2024 ΕΦ ΑΘΗΝΩΝ, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]</b></strong></p>
<p style="text-align: justify;">Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/etisi-diorthosis-praktikon-analogiki-efarmogi-tou-arthrou-315-kpold/">Αίτηση διόρθωσης πρακτικών – Αναλογική εφαρμογή του άρθρου 315 ΚΠολΔ</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/etisi-diorthosis-praktikon-analogiki-efarmogi-tou-arthrou-315-kpold/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Κληρονόμος επί δήλου – Εκποίηση δήλου από διαθέτη προ θανάτου – Επί του δήλου εγκατάσταση στο προκύψαν από την εκποίηση περιουσιακό στοιχείο</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/klironomos-epi-dilou-ekpiisi-dilou-apo-diatheti-pro-thanatou-epi-tou-dilou-egkatastasi-sto-prokipsan-apo-tin-ekpiisi-periousiako-stichio/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/klironomos-epi-dilou-ekpiisi-dilou-apo-diatheti-pro-thanatou-epi-tou-dilou-egkatastasi-sto-prokipsan-apo-tin-ekpiisi-periousiako-stichio/#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 27 Apr 2026 10:08:50 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18393</guid>
		<description><![CDATA[<p>Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1712 και 1800 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση, εγκαταστάσεως κληρονόμου επί δήλου [ορισμένου περιουσιακού αντικειμένου] αν στη συνέχεια ο διαθέτης πριν από το θάνατο του εκποίησε το δήλον πράγμα, το οποίο συνεπώς δεν αποτελεί στοιχείο της κληρονομιάς του, το γεγονός αυτό, δεν καθιστά εφόσον δεν συνάγεται αντίθετη βούληση του διαθέτη, κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση, η οποία συνεπάγεται καθολική διαδοχή, σε [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/klironomos-epi-dilou-ekpiisi-dilou-apo-diatheti-pro-thanatou-epi-tou-dilou-egkatastasi-sto-prokipsan-apo-tin-ekpiisi-periousiako-stichio/">Κληρονόμος επί δήλου – Εκποίηση δήλου από διαθέτη προ θανάτου – Επί του δήλου εγκατάσταση στο προκύψαν από την εκποίηση περιουσιακό στοιχείο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1712 και 1800 ΑΚ, προκύπτει ότι <strong><b>σε περίπτωση, εγκαταστάσεως κληρονόμου επί δήλου</b></strong> [ορισμένου περιουσιακού αντικειμένου] <strong><b>αν στη συνέχεια ο διαθέτης πριν από το θάνατο του εκποίησε το δήλον πράγμα</b></strong>, το οποίο συνεπώς δεν αποτελεί στοιχείο της κληρονομιάς του, <strong><b>το γεγονός αυτό, δεν καθιστά εφόσον δεν συνάγεται αντίθετη βούληση του διαθέτη, κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση</b></strong>, η οποία συνεπάγεται καθολική διαδοχή, σε αντίθεση με την δημιουργική ειδικής διαδοχής κληροδοσία, στην οποία και μόνο εφαρμόζεται ο κανόνας του άρθρου 1984 § 1 ΑΚ. Επομένως, <strong><b>στην περίπτωση αυτή, αν λόγω της εκποιήσεως του δήλου, υπεισήλθε στη θέση του άλλο περιουσιακό στοιχείο [ποσότητα χρημάτων, απαίτηση κατά του τρίτου κλπ], η επί του δήλου εγκατάσταση θεωρείται ότι έγινε στο άλλο αυτό περιουσιακό στοιχείο, που υποκαθίσταται στη θέση του δήλου, κατ` ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 1982 § 2,1984 § 3, 1987 § 2 και 1988 ΑΚ</b></strong> [ΑΠ 117/1998, Αστικός Κώδικας Γεωργιάδης Σταθόπουλος, άρθρο 1800 αριθ. 26,27, Φίλιος, ΕρμΑΚ 1800 αριθ. 56 επ]. (1345/2011ΑΠ, 117/1198 Εφετείο Αθηνών). Περαιτέρω, οι τρόποι ανάκλησης της διαθήκης καθορίζονται περιοριστικά από άρθρα 1763-1768 ΑΚ, που είναι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, και γι` αυτό δεν νοείται ανάκληση κατ` άλλο τρόπο. Συνεπώς, μεταξύ των ως άνω τρόπων ανάκλησης που καθορίζονται από τα άρθρα 1763-1768 ΑΚ δεν περιλαμβάνεται και η εκ μέρους του διαθέτη εκποίηση του περιουσιακού αντικειμένου, το οποίο άφησε με τη διαθήκη του (ο διαθέτης), στον κληρονόμο ως δήλο πράγμα. Με βάση τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις αν μετά την διαθήκη, ο διαθέτης προέβη σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, το δήλο πράγμα που αφέθηκε με την ως άνω διαθήκη, της οποίας το περιεχόμενο ως προς την εγκατάσταση κληρονόμων ήταν σαφές και δεν έχρηζε ερμηνείας, όπως και το περιεχόμενο της συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης της οροφοκτησίας, θεωρείται ότι αντικαταστάθηκε από το προκύψαν με την σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας διαμέρισμα. Ανάκληση της διαθήκης δεν είναι δυνατή με την πράξη σύστασης της οριζόντιας ιδιοκτησίας, που επακολούθησε της σύνταξης της διαθήκης. (ΑΠ 117/1998).</p>
<p style="text-align: justify;">Έλενα Ψαρρού</p>
<p style="text-align: justify;">Δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/klironomos-epi-dilou-ekpiisi-dilou-apo-diatheti-pro-thanatou-epi-tou-dilou-egkatastasi-sto-prokipsan-apo-tin-ekpiisi-periousiako-stichio/">Κληρονόμος επί δήλου – Εκποίηση δήλου από διαθέτη προ θανάτου – Επί του δήλου εγκατάσταση στο προκύψαν από την εκποίηση περιουσιακό στοιχείο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/klironomos-epi-dilou-ekpiisi-dilou-apo-diatheti-pro-thanatou-epi-tou-dilou-egkatastasi-sto-prokipsan-apo-tin-ekpiisi-periousiako-stichio/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα στην ποινική δίκη</title>
		<link>https://efotopoulou.gr/paranomos-ktithenta-apodiktika-mesa-stin-piniki-diki/</link>
		<comments>https://efotopoulou.gr/paranomos-ktithenta-apodiktika-mesa-stin-piniki-diki/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 24 Apr 2026 13:51:08 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[evgenia]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">https://efotopoulou.gr/?p=18390</guid>
		<description><![CDATA[<p>Κατά το άρθρο 177 παρ. 2 του ΚΠΔ, αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και έχει εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, η χρησιμοποίηση δε στη ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/paranomos-ktithenta-apodiktika-mesa-stin-piniki-diki/">Παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα στην ποινική δίκη</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify;">Κατά το άρθρο <strong><b>177 παρ. 2 του ΚΠΔ</b></strong>, αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και έχει εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, η χρησιμοποίηση δε στη ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και επάγεται την κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ&#8217; του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α&#8217; του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως.</p>
<p style="text-align: justify;">Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 177 παρ. 2 του ΚΠΔ θεσπίζεται, κατ&#8217; εξαίρεση της αρχής της ηθικής απόδειξης, που καθιερώνει η διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, η απαγόρευση της αξιοποιήσεως αποδεικτικού μέσου, που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών και επομένως δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με τέτοιες πράξεις, όπως π.χ. μαγνητοταινία ή βιντεοσκόπηση που αποτυπώνει ιδιωτική συνομιλία ή φωτογράφηση μεταξύ του ενδιαφερομένου και τρίτου, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Η αξιόποινη αυτή πράξη, προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 370Α&#8217; παρ. 2 του ΠΚ., η οποία (διάταξη) θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9Α και 19 του Συντάγματος, για την προστασία και το σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και ειδικότερα το δικαίωμα για πληροφοριακή αυτοδιάθεση ως συνταγματικά προστατευόμενη αξία που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρ. 2 παρ. 1 (ανθρώπινη αξιοπρέπεια), 5 παρ. 1 (δικαίωμα να αναπτύσσει καθένας ελεύθερα την προσωπικότητά του), 9 (κατοικία, ιδιωτική και οικογενειακή ζωή), 9 Α (δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων) και 19 (απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας) του Συντάγματος.</p>
<p style="text-align: justify;">Παρά δε τα αναφερόμενα στις διατάξεις των ως άνω άρθρων (370 Α&#8217; του Π.Κ. και 177 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.) και της θεσπισθείσης απολύτου απαγορεύσεως της χρήσεως ως αποδεικτικών μέσων μαγνητοταινιών ή μαγνητοφωνήσεων που αποκτήθηκαν παρανόμως, από πλευράς ποινικού δικονομικού δικαίου, η προβλεπόμενη απόλυτη απαγόρευση δικονομικής αξιοποιήσεως τέτοιων αποδεικτικών μέσων, πρέπει να ελέγχεται από το επιλαμβανόμενο της εκδικάσεως της υποθέσεως ποινικό δικαστήριο, αν είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1δ του Συντάγματος, που προστατεύουν το απόλυτο αγαθό της ανθρώπινης αξίας, για να μη τίθενται σε διακινδύνευση τα έννομα αγαθά της ζωής της τιμής και της ελευθερίας του ατόμου τα οποία απολαύουν απόλυτης συνταγματικής προστασίας.</p>
<p style="text-align: justify;"><strong><b>Ωστόσο, ο κανόνας αυτός της απαγόρευσης χρήσης αποδεικτικού μέσου παρανόμως κτηθέντος, που θεσπίζεται από την εν λόγω διάταξη και το άρθρο 19 § 3 του Συντάγματος, κάμπτεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όχι μόνον υπέρ αλλά και εναντίον του κατηγορουμένου. Έτσι, υπό τον περιορισμό της αρχής της αναλογικότητας (άρθρ. 25 §1 Συντ.) μπορεί να συνεκτιμηθεί από το Δικαστήριο ένα τέτοιο &#8220;παράνομο&#8221; αποδεικτικό μέσο,</b></strong> <strong><b>όταν αυτό αποτελεί το μοναδικό ενδεχομένως στοιχείο, στο οποίο ο παθών μπορεί να στηρίξει την καταγγελία του για να επιδιώξει την κατά το άρθρο 20 §1 Συντ. έννομη προστασία του ή όταν αυτό αποτελεί το μόνο προτεινόμενο από τον κατηγορούμενο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αθωότητάς του (ΑΠ 277/2014, 1202/2011, 816/2006, 611/2006) </b></strong><em><i>[ΑΠ 1367/2020 ΝΟΜΟΣ].</i></em></p>
<p style="text-align: justify;"><em><i> </i></em></p>
<p style="text-align: justify;">Βασιλική Φλωκατούλα – δικηγόρος</p>
<p style="text-align: justify;">info@efotopoulou.gr</p>
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">
<p style="text-align: justify;">
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr/paranomos-ktithenta-apodiktika-mesa-stin-piniki-diki/">Παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα στην ποινική δίκη</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://efotopoulou.gr">Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου | Δικηγόροι Αθηνών</a>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://efotopoulou.gr/paranomos-ktithenta-apodiktika-mesa-stin-piniki-diki/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
