Χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη λόγω εξωσυζυγικής σχέσης
Πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου (Α.Π. 125/2019) έκρινε ότι προκειμένου να λογιστεί μία πράξη του ενός συζύγου ως προσβολή της προσωπικότητας του άλλου, πρέπει αυτή να επιφέρει προσβολή ή να συνιστά αδικοπραξία ανεξάρτητα από τις υποχρεώσεις της συζυγικής σχέσης. Κι αυτό γιατί με το άρθρο 16 του ν. 1329/1983 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 1453 ΑΚ, με την οποία ρυθμιζόταν το θέμα της χρηματικής ικανοποιήσεως που μπορούσε να επιδικασθεί από το δικαστήριο με την περί διαζυγίου απόφαση στον αναίτιο σύζυγο για την ηθική βλάβη που υπέστη, λόγω βαριάς προσβολής του προσώπου του από τον υπαίτιο σύζυγο από γεγονός που αποτελούσε το λόγο διαζυγίου, χωρίς να θεσπισθεί άλλη σχετική διάταξη. Συνεπώς, το αντίστοιχο δικαίωμα ρυθμίζεται πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 299ΑΚ, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 932 αυτού, κατά τις οποίες για τη θεμελίωση του εν λόγω δικαιώματος πρέπει τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν παράβαση συζυγικών υποχρεώσεων (παραπτώματα) να είναι πρόσφορα και ικανά, αυτοτελώς κρινόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από τη συζυγική σχέση, να επιφέρουν την προσβολή της προσωπικότητας του άλλου συζύγου ή να συνιστούν αδικοπραξία (ΑΠ 686/2004).
Διαφορετικά είχε ορίσει στο παρελθόν η απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης 735/1993, παρά το ότι είχε εκδοθεί μετά την κατάργηση των σχετικών άρθρων του Αστικού Κώδικα το 1983, και όρισε τα εξής: “Κατά το άρθρον 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋπόθέσιες της αδικοπρακτικής ευθύνης που πηγάζει από αυτήν είναι: α) παράνομη και υπαίτια ανθρώπινη συμπεριφορά β) επέλευση ζημιάς και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της άνω συμπεριφοράς και της ζημίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 919, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντιβαίνοντα προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Η διάταξη αυτή έχει τεθή, για να αναπληρώσει την πρώτη (ΑΚ 914) και να καλύψει όλες εκείνες τις περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν σ’ αυτήν γιατί λείπει το στοιχείο του παρανόμου της συμπεριφοράς, απαιτεί όμως η συμπεριφορά αυτή να αντίκεινται στα χρηστά ήθη και να συνοδεύεται από πρόθεση επαγωγής ζημίας. Αρκεί και ενδεχομένος δόλος. Δεν απαιτείται δηλαδή ο δράστης να ενήργησε με αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλο, αλλά αρκεί να γνώριζε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από την συμπεριφορά του και εντούτοις δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη (Αποστολίδη, Ενοχ. άρθρο 919, αριθ. 2α`, Καυκά, Ενοχ. άρθρο 919, παρ. 3β`). Η υποχρεωτική αποζημιώσεως κατά το άρθρο 919 ΑΚ είναι μεν συμπληρωματική της υποχρεώσεως κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όχι όμως και επιβοηθητική ή επικουρική εκείνης. Συνεπώς, δεν αποκλείει να θεμελιωθεί η αξίωση αποζημιώσεως και στις δύο αυτές διατάξεις, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτών (Γεωργιάδης, στον ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθρο 919, αριθ. 24).
Εξάλλου, για την ύπαρξη παρανομίας, ως προϋποθέσεως του άρθρου 914 ΑΚ, αρκεί η προσβολή κάποιου απόλυτου δικαιώματος, εφόσον αυτή καθεαυτή ενέχει εναντίωση στην αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου. Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι τα οικογενειακά δικαιώματα είναι πρωτίστως δικαίωματα επί ορισμένης καταστάσεως ή ιδιότητας, όπως είναι η ιδιότητα του συζύγου ή γονέα ή τέκνου και από την άποψη αυτή είναι δικαιώματα απόλυτα. Εκτός από τα βασικά αυτά οικογενειακά δικαιώματα, υπάρχουν και τα ειδικότερα οικογενειακά δικαιώματα, τα οποία πηγάζουν από εκείνα και τα οποία επιβάλλουν υποχρεώσεις του ενός συζύγου έναντι του άλλου για την επίτευξη του σκοπού του γάμου, δηλαδή για την κοινωνία του βίου. Τέτοιο δικαίωμα είναι και το αμοιβαίο δικαίωμα των συζύγων για συμβίωση (ΑΚ 1386), το οποίο περιλαμβάνει δέσμη υποχρεώσεων για συνοίκηση, αμοιβαία αρωγή και συμπαράσταση, τήρηση της συζυγικής πίστεως κλπ. Τα προσωπικά αυτά οικογενειaκά δικαιώματα δημιουργούν κατ’ αρχήν υποχρεώσεις του ενός συζύγου έναντι του άλλου και κατά τούτο είναι σχετικά. Δεν αποκλείεται όμως αυτά να δεχθούν προσβολή από οποιονδήποτε τρίτο, ακόμα και αν αυτός είναι έξω από τον οικογενειακό δεσμό, οπότε είναι απόλυτα και η προσβολη αυτή του τρίτου είναι παράνομη (Μπαλή, Οικογ. παρ. 3 και 37 αριθ. 1 και 4 και Ι. Δεληγιάννη, Οικογεν., παρ. 27, εκδ. 1986, σελ. 44). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην πραγματικότητα του μπορεί, εκτός από τα δικαιώματα που του παρέχονται με το άρθρο 57 ΑΚ, να ζητήσει να καταδικασθεί αυτός που την προσβάλλει σε ηθική ικανοποίηση του, συνισταμένη σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ό,τι επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Μεταξύ των προστατευομένων αγαθών που περιλαμβάνονται στην προσωπικότητα ενός ατόμου είναι και η τιμή αυτού, ως ηθικό και κοινωνικό αγαθό, δηλαδή η αξία που αποδίδεται σε κάθε άνθρωπο από την κοινωνία (Γεωργιάδη – Σταθόπουλου ΑΚ, άρθρ. 57, αριθ. 6, Γαζή, Γεν. Αρχ., παρ. 44 ΙΙ, Ιβ`)”.
Σύμφωνα με την τελευταία απόφαση, μία από τις υποχρεώσεις της συζυγικής σχέσης είναι και η υποχρέωση για συμβίωση (ΑΚ 1386) όπως αυτή συνίσταται στο εξωτερικό και εσωτερικό στοιχείο της, ήτοι τη συγκατοίκηση του ζεύγους και τη βούληση να είναι ζεύγος αντίστοιχα.[1] Αν παραβιασθούν αυτές οι υποχρεώσεις, ο ένας σύζυγος μπορεί να εγείρει κατά του άλλου αγωγή. Παράλληλα όμως μπορεί να στραφεί και κατά του τρίτου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή αρκεί να στηρίξει την αγωγή του σε άλλης φύσης δικαίωμα (νομής, προσωπικότητας κ.ά.)[2]Άλλωστε, η αξίωση για αποκατάσταση της έγγαμης συμβίωσης έχει απόλυτο χαρακτήρα.[3] Επίσης, η δικαιοπραξία ενός συζύγου με τρίτο, που είναι αντίθετη προς συναπόφαση των συζύγων, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι συνιστά αθέτηση υποχρέωσης οικογενειακού δικαίου, έχει ισχύ και είναι δεσμευτική για τον τρίτο και για το σύζυγο που συμβλήθηκε έναντι του τρίτου, χωρίς όμως να αποκλείεται η δημιουργία ευθύνης του τρίτου προς αποζημίωση του άλλου, αμέτοχου, συζύγου, αν είναι κακής πίστης και συντρέχουν και οι άλλες νόμιμες προϋποθέσεις ευθύνης του (ΑΚ 919).[4]
Χριστίνα Ρήγα
Ασκ. δικηγόρος
info@efotopoulou.gr