Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Δημόσιες Συμβάσεις: Η αυστηρότητα της εφαρμογής της διακήρυξης προϋποθέτει τη σαφήνεια και την ορθή διατύπωση των όρων αυτής – Η παραβίαση ασαφών ή αμφίσημων όρων δεν οδηγεί αναγκαστικά στον αποκλεισμό διαγωνιζόμενου

Σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 1 του Ν. 4412/2016: «Οι όροι των εγγράφων της σύμβασης πρέπει να είναι σαφείς και πλήρεις ώστε να επιτρέπουν την υποβολή άρτιων και συγκρίσιμων μεταξύ τους προσφορών», ενώ κατά την παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου του ιδίου νόμου ορίζεται – μεταξύ άλλων – ότι: «Τα έγγραφα της σύμβασης […] περιέχουν ιδίως: […] ιβ) τους όρους και τα κριτήρια επιλογής, καθώς και τα ελάχιστα επίπεδα αυτών, σχετικά με τους λόγους αποκλεισμού, την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια και την τεχνική ή/και επαγγελματική ικανότητα των υποψηφίων ή προσφερόντων […] ιε) το κριτήριο ανάθεσης, τη διαδικασία και τα κριτήρια αξιολόγησης των προσφορών, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα άρθρα 86 και 87 […] ιζ) τους απαράβατους όρους, απόκλιση από τους οποίους συνεπάγεται την απόρριψη της προσφοράς […] κ) τα απαιτούμενα αποδεικτικά μέσα (δηλώσεις, δικαιολογητικά κ.λπ.), κα) τον κατάλογο και τη σειρά ισχύος των εγγράφων της σύμβασης».

Κατά πάγια αρχή του εθνικού και κοινοτικού δικαίου, οι όροι μιας διακήρυξης πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται αυστηρά. Ωστόσο, η αυστηρή αυτή ερμηνεία και εφαρμογή των όρων της διακήρυξης έχει ως προαπαιτούμενο και πρέπει να σχετίζεται με τη σαφήνεια αυτής, λόγω της αρχής της διαφάνειας, η οποία προϋποθέτει ότι όλοι οι όροι και τρόποι διεξαγωγής της διαδικασίας ανάθεσης πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια και ακρίβεια στην προκήρυξη του διαγωνισμού, χωρίς αντιφατικότητα και αμφισημία, κατά τρόπον ώστε, αφενός, μεν, να παρέχεται σε όλους τους ευλόγως ενημερωμένους και κανονικά επιμελείς υποψηφίους η δυνατότητα να κατανοούν το ακριβές περιεχόμενό τους και να τους ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο, αφετέρου, δε, να καθίσταται δυνατός ο εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής αποτελεσματικός έλεγχος του αν οι προσφορές των υποψηφίων ανταποκρίνονται στα κριτήρια που διέπουν την εν λόγω σύμβαση (βλ. υπόθεση C-496/1999 CAS Succhi di Frutta SpA). Κατά πάγια, δε, νομολογία, επιβάλλεται στις Αναθέτουσες Αρχές να συντάσσουν τους όρους της Διακήρυξης, χωρίς ατελή ή δυσνόητη διατύπωση, η οποία να εγείρει ζητήματα ερμηνείας.

Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται αντιληπτό ότι η αυστηρότητα της εφαρμογής της διακήρυξης προϋποθέτει τη σαφήνεια και την ορθή διατύπωση των όρων αυτής, και ότι η παραβίαση ασαφών ή αμφίσημων όρων δεν οδηγεί αναγκαστικά στον αποκλεισμό διαγωνιζόμενου (Χ. Μητκίδης, Συμβάσεις Δημοσίων Έργων, 2009, σελ. 87 επ.). Και τούτο διότι η ερμηνεία των όρων των εγγράφων της σύμβασης δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος του καλόπιστου διαγωνιζομένου, εφόσον η Διοίκηση ήταν αυτή που όφειλε να εκφραστεί σαφέστερα (ΕφΑΘ 1959/1970 Αρμ. 1970 σελ. 1111, Εφθεσ 501/1987 ΕΔημΕργ 1990/1, σελ. 84, Α. Τάχος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, εκδ. θ’, σελ. 776). Υπό άλλη διατύπωση, δηλαδή, τυχόν ασάφειες ή πλημμέλειες των εγγράφων της διακήρυξης δεν μπορούν να ερμηνεύονται εις βάρος των διαγωνιζομένων και να οδηγούν άνευ άλλου τινός στον αποκλεισμό τους, γιατί κάτι τέτοιο αντιμάχεται τις αρχές του ανταγωνισμού και της παροχής ίσων ευκαιριών. Τουναντίον, αποτελεί πανθομολογούμενη κρίση ότι θα πρέπει να παρέχεται και σε αυτούς οι οποίοι βλάπτονται από την ασάφεια ή την πλημμέλεια της διακήρυξης, η δυνατότητα να συμπληρώσουν την τυχόν ελαττωματική προσφορά τους (Ε.Α. ΣτΕ 423/2011, 424/2011, 425/2011).

Κι αυτό διότι είναι παραδεκτή η συμπλήρωση και η διόρθωση της προσφοράς, όταν από το ίδιο το περιεχόµενο και αντικείµενο του σφάλµατος προκύπτει ότι αυτό είναι έλασσον σε σχέση µε το αποδεικτικό αντικείµενο της διακήρυξης, σύνηθες και ιδιαίτερα ευχερές να λάβει χώρα κατά τη σύνταξη της προσφοράς και κατά τα διδάγµατα της κοινής λογικής και πείρας, και όταν το σφάλµα είναι τέτοιου είδους, ώστε η αναγωγή του σε απλή, εύλογη και συνήθη, άρα και συγγνωστή, παραδροµή είναι αντικειµενικά προφανής στην κρίση κάθε ευλόγως σκεπτόµενου τρίτου και δη των οργάνων αξιολόγησης, τα οποία ακριβώς για το λόγο αυτό έχουν την ευχέρεια κατά την ακριβώς παραπάνω κρίση τους και συνεπεία αυτής να καλέσουν κατ’ άρθ. 102 παρ. 1 τον οικονοµικό φορέα για διευκρινίσεις. Μάλιστα, υπό το φως της αρχής της αναλογικότητας, έχει κριθεί ότι κρίσιμα κριτήρια για την κατάφαση του στοιχείου του συγγνωστού, άρα και συµπληρώσιµου/ διορθώσιµου ενός σφάλματος/ έλλειψης αποτελούν – μεταξύ άλλων – και η τυχόν ασάφεια ή/ και ελλειπτικότητα των σχετικών όρων της διακήρυξης, το πλήθος των πληροφοριών που αυτή περιελάμβανε, ο γενικός όγκος των αποδεικτικών εγγράφων που απαιτούσε η οικεία διαδικασία και η εν γένει επιμέλεια που επέδειξε ο προσφέρων φορέας ως προς τις λοιπές αποδεικτικές υποχρεώσεις του και όλα τα παραπάνω µαζί σε σχέση µε το εύρος και περιεχόμενο της έλλειψης προς τη συνολική διαδικασία (βλ. και απόφαση με αρ. 253/2017 ΑΕΠΠ). Ειδικώς, δε, η πλημμέλεια της ασαφούς ή ελλιπούς διατύπωσης των όρων της διακήρυξης, που αναφέρθηκε ανωτέρω, θα πρέπει να ήτο ικανή να δημιουργήσει στον υποψήφιο φορέα δικαιολογημένη σύγχυση ως προς την ορθή διαμόρφωση της προσφοράς του, κατά τρόπο που να καθίσταται επιβεβλημένη, δυνάμει των άρθρων 102 και 310 παρ. 5 του Ν. 4412/2016 και δη της αρχής της ίσης μεταχείρισης, η υποχρέωση της Αναθέτουσας Αρχής να καλέσει τον υποψήφιο ανάδοχο, για διευκρίνιση ή συμπλήρωση της προσφοράς του (βλ. ενδεικτικά ΑΕΠΠ 393/2019). Και ο λόγος είναι ο ίδιος που αναφέρθηκε παραπάνω, ότι δηλαδή τυχόν ασάφειες ή πλημμέλειες των εγγράφων της διακήρυξης δεν μπορούν να ερμηνεύονται εις βάρος των διαγωνιζομένων, κατά παράβαση των αρχών του ανταγωνισμού και της παροχής ίσων ευκαιριών, αλλά θα πρέπει να παρέχεται και σε αυτούς, οι οποίοι βλάπτονται από την ασάφεια ή την πλημμέλεια αυτή, η δυνατότητα να συμπληρώσουν την τυχόν ελαττωματική προσφορά τους (Ε.Α. ΣτΕ 423/2011, 424/2011, 425/2011).

Εξάλλου, ως έχει κριθεί, η ευχέρεια που παρέχει το άρθ. 102 του Ν. 4412/2016 δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία σοβαρής ολιγωρίας του οικονομικού φορέα ή για τη διάσωση μίας προσφοράς που τελεί σε πλήρη αοριστία και πλήρη έλλειψη ενός συνόλου στοιχείων τα οποία αποτελούν προαπαιτούμενο για το παραδεκτό της συμμετοχής του οικονομικού φορέα και όχι απλώς επί μεμονωμένου στοιχείου της προσφοράς.

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί