Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Δυνατότητα συνυπολογισμού των ετών σύνταξης αναπηρίας στα έτη σύνταξης γήρατος

Σχετικά με το ερώτημα αν οι συνταξιούχοι αναπηρίας δύνανται να εργάζονται κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησης και συνεπώς να λαμβάνουν ένσημα για την θεμελίωση σύνταξης γήρατος σε ύστερο χρόνο, το Ι.Κ.Α. εξέδωσε το 2016 μία εγκύκλιο προς απάντηση του ζητήματος. Με την υπ’ αριθ. πρωτ.: Σ32/15/ 22.7.2016 «Κρίση περί ασφαλιστικής αναπηρίας στη νομοθεσία του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Έλεγχος ασφαλιστικής αναπηρίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 του Ν. 2676/99, όπως ισχύει με το άρθρο 16 του Ν. 3863/2010 για συνταξιούχους που έχει διαπιστωθεί ότι εργάστηκαν ή συνέχισαν εργαζόμενοι κατά την ημερομηνία εφαρμογής του άρθρου 20 του Ν. 4387/2016», έγινε μία οριοθέτηση για τις προϋποθέσεις λήψης της σύνταξης αναπηρίας. Συγκεκριμένα, «Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 28 του ΑΝ 1846/1951, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 27 του Ν. 1902/1990, ανάπηρος θεωρείται ο ασφαλισμένος ο οποίος από πάθηση ή βλάβη ή εξασθένηση σωματική ή πνευματική, εξάμηνης -το λιγότερο- διάρκειας, δεν μπορεί να κερδίζει από εργασία που ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τις δεξιότητες, τη μόρφωση και τη συνηθισμένη επαγγελματική του δραστηριότητα και απασχόληση περισσότερο από ένα ορισμένο ποσοστό του εισοδήματος που συνήθως κερδίζει στην ίδια περιοχή και επαγγελματική κατηγορία σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος της ίδιας μόρφωσης. Ως εκ τούτου, η ικανοποίηση της αξίωσης για τη χορήγηση σύνταξης λόγω αναπηρίας, εκτός από τη συμπλήρωση των νόμιμων προϋποθέσεων ασφάλισης κατά περίπτωση, προϋποθέτει:

  1. πάθηση, βλάβη ή εξασθένηση, σωματική ή πνευματική (μη οφειλόμενη σε σκόπιμη ενέργεια του ίδιου του ασφαλισμένου προκειμένου να καταστεί ανάπηρος),
  2. τουλάχιστον εξάμηνη διάρκεια της πάθησης ή της βλάβης ή της εξασθένησης, κατά ιατρική πρόβλεψη,

iii. μείωση της βιοποριστικής ικανότητας του ασφαλισμένου (της ικανότητάς του προς απόκτηση εισοδήματος από εργασία) σε ορισμένο βαθμό, εξαιτίας της κατάστασης της υγείας του (ασφαλιστική αναπηρία)».

Παρέχεται όμως στους ασφαλισμένους η δυνατότητα να συνυπολογίσουν τα χρόνια που λαμβάνουν σύνταξη αναπηρίας για τη θεμελίωση σύνταξης γήρατος. Ειδικότερα, σύμφωνα με άρθρο 34 Ν. 4387/2016 «1. Από την 1.1.2020 χρόνος ασφάλισης στον Ε.Φ.Κ.Α. για τους ασφαλισμένους του Κεφαλαίου αυτού είναι: ………..γ. Οι πλασματικοί χρόνοι ασφάλισης του άρθρου 40 του ν. 2084/1992 (Α’ 165), της παραγράφου 18 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), των άρθρων 39, 40 και 41 του ν. 3996/2011 (Α’ 170), του άρθρου 6 παράγραφος 12 και του άρθρου 17 του ν. 3865/2010 (Α’ 120), καθώς και ο χρόνος άσκησης δικηγορίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 1090/1980 (Α’ 263)». Ενώ δυνάμει του άρθρου 40 του ν. 2084/1992 όπως ισχύει σήμερα «4. Οι ασφαλιστικές εισφορές για τις αναγνωρίσεις των προηγούμενων παραγράφων καταβάλλονται είτε εφάπαξ, εντός τριμήνου από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης αναγνώρισης, οπότε παρέχεται έκπτωση 15%, είτε σε μηνιαίες δόσεις, ο αριθμός των οποίων ισούται με τους αναγνωριζόμενους μήνες. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα της κοινοποίησης της απόφασης. Καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται επιβάρυνση της με τα εκάστοτε προβλεπόμενα πρόσθετα τέλη.

 Σε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή προσαύξησης του ποσού της σύνταξης πριν από το χρόνο εξόφλησης της εισφοράς εξαγοράς, παρακρατείται κάθε μήνα από τη σύνταξη και μέχρι την εξόφληση ποσό ίσο με το 1/4 του ποσού της σύνταξης. Η σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία που ορίζουν οι καταστατικές διατάξεις του ασφαλιστικού φορέα, αν το οφειλόμενο ποσό από οποιαδήποτε αιτία δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίζεται στο άρθρο 61 του ν. 3863/2010, όπως ισχύει.

 Ο χρόνος κατά τον οποίο ο ασφαλισμένος έλαβε σύνταξη αναπηρίας συνυπολογίζεται για τη συμπλήρωση των ελάχιστων προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος.

  1. Οι αναγνωριζόμενοι χρόνοι, καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίο ο σφαλισμένος έλαβε σύνταξη λόγω αναπηρίας συνυπολογίζονται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον 3.600 ημέρες ή δώδεκα (12) έτη πραγματικής ή/και προαιρετικής ασφάλισης. Ο συνολικός χρόνος, ο οποίος, με βάση τα ανωτέρω, συνυπολογίζεται ή αναγνωρίζεται τόσο για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για προσαύξηση του ποσού της σύνταξης, δεν μπορεί να υπερβεί τα επτά (7) έτη, συνυπολογιζόμενου σε αυτά και κάθε άλλου χρόνου, πραγματικού ή πλασματικού, που έχει τυχόν αναγνωρισθεί ή αναγνωρίζεται με βάση άλλες διατάξεις ή αποφάσεις διοικητικών συμβουλίων ασφαλιστικών οργανισμών.

Ειδικότερα, ο χρόνος αυτός καθορίζεται κατ’ ανώτατο όριο:

  α) σε τέσσερα (4) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν για το έτος 2011,

  β) σε πέντε (5) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν για το έτος 2012,

  γ) σε έξι (6) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν για το έτος 2013 και

  δ) σε επτά (7) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν από το έτος 2014 και εξής.

  Το δικαίωμα αναγνώρισης για καθέναν από τους παραπάνω χρόνους ασκείται μόνο σε έναν φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο και σε έναν φορέα επικουρικής ασφάλισης».

Συνεπώς, οι ασφαλισμένοι που έχουν λάβει σύνταξη αναπηρίας για ορισμένα χρόνια, μπορούν να συνυπολογίσουν τα χρόνια αυτά για τη θεμελίωση σύνταξης γήρατος, με τον περιορισμό όμως το διάστημα που θα συνυπολογιστεί να μην υπερβαίνει τα 4, 5, 6 ή 7 χρόνια, ανάλογα με το έτος που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα.

Χριστίνα Ρήγα, ασκ. δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί