Αίτηση ακύρωσης κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρής αρνητικής απάντησης του Συμβουλίου Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων (Σ.Α.Ε.Π.) επί της ασκηθείσας ενδικοφανούς προσφυγής κατά της προηγούμενης ρητής απορριπτικής απάντησης στο αίτημα αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων
Σύμφωνα με το άρθρο 45 του Π.Δ. 18/1989 (άρθρο 27 ν. 702/1977, 3 παρ. 2 ν. 1470/1984), το οποίο καθορίζει τις προσβαλλόμενες με την αίτηση ακύρωσης πράξεις «1. Η αίτηση ακυρώσεως για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου επιτρέπεται μόνο κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν υπόκεινται σε άλλο ένδικο μέσο ενώπιον δικαστηρίου.
- Η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη αν στρέφεται κατά εκτελεστής πράξης, κατά της οποίας προβλέπεται από το νόμο ενδικοφανής προσφυγή, που ασκείται κατά νόμο μέσα σε ορισμένη προθεσμία ενώπιον του οργάνου που έχει εκδώσει την πράξη ή άλλου οργάνου και καθιστά δυνατή την επανεξέταση της υπόθεσης κατ` ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση ακυρώσεως επιτρέπεται μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται επί της προσφυγής.
Αν παρέλθει η προθεσμία που τάσσει τυχόν ειδικώς ο νόμος για την έκδοση αποφάσεως επί της ανωτέρω προσφυγής ή, σε περίπτωση που δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, αν παρέλθει άπρακτο τρίμηνο από την υποβολή της προσφυγής, η αίτηση ακυρώσεως ασκείται κατά της τεκμαιρόμενης, από την πάροδο της προθεσμίας, απορρίψεως της προσφυγής.
Με την αίτηση ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης λογίζεται ότι συμπροσβάλλεται και η απόφαση επί της προσφυγής που τυχόν εκδόθηκε οποτεδήποτε έως τη συζήτηση. Η απόφαση αυτή μπορεί πάντως και αυτοτελώς να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως.
- Σε περίπτωση διοικητικής διαδικασίας που προβλέπει περισσότερα στάδια για την κατ`ουσίαν κρίση της υπόθεσης, αν το όργανο ενδιάμεσης βαθμίδας παραλείψει να αποφανθεί μέσα στη νόμιμη προθεσμία επί της προσφυγής που απευθύνεται σ` αυτό, ή, αν δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, μέσα σε ένα τρίμηνο από την υποβολή της προσφυγής, ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να προσφύγει μέσα στην νόμιμη προθεσμία κατά της παράλειψης στο σύνολό της. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.
- Στις περιπτώσεις που ο νόμος επιβάλλει σε κάποια αρχή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής πράξης, η οποία υπάγεται στους όρους της παραγράφου 1, η αίτηση ακυρώσεως είναι δεκτή και κατά της παράλειψης της αρχής να προβεί σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια.
Η αρχή θεωρείται ότι αρνείται την ενέργεια αυτή όταν παρέλθει άπρακτη η ειδική προθεσμία που τυχόν τάσσει ο νόμος, διαφορετικά όταν παρέλθει τρίμηνο από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως στη Διοίκηση, η οποία είναι υποχρεωμένη να χορηγεί ατελώς βεβαίωση για την ημέρα υποβολής της αίτησης αυτής. Αίτηση ακυρώσεως που ασκείται πριν παρέλθουν οι παραπάνω προθεσμίες είναι απαράδεκτη.
Με την αίτηση ακυρώσεως που ασκείται παραδεκτώς κατά σιωπηρής αρνήσεως λογίζεται ότι συμπροσβάλλεται και η τυχόν μεταγενέστερη ρητή αρνητική πράξη της Διοίκησης, η οποία μπορεί πάντως να προσβάλλεται και αυτοτελώς….».
Kατά την έννοια της παρ. 4 του ως άνω άρθρου, εκτελεστή παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας της Διοίκησης προσβλητή με αίτηση ακύρωσης συντελείται, εφόσον δεν ορίζεται άλλη ειδική προθεσμία από τον νόμο, με την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της σχετικής αίτησης του ενδιαφερομένου. Το τρίμηνο αυτό, με την πάροδο του οποίου συντελείται εκτελεστή παράλειψη, δεν μεταβάλλεται από τη γενική υποχρέωση της Διοίκησης να διεκπεραιώνει ταχέως, εντός εξήντα ημερών, τις υποθέσεις των πολιτών, η οποία απορρέει από το μεταγενέστερο άρθρο 4 του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄45), Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.
Όπως προκύπτει από το «γράμμα» της ως άνω διάταξης, για να υπάρχει παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης διοικητικής ενέργειας πρέπει η πράξη που παραλείπεται να είναι εκτελεστή, ώστε από αυτήν να συνάγεται κατά πλάσμα δικαίου και ο εκτελεστός χαρακτήρας της παράλειψης.
Η πάροδος του τριμήνου αποτελεί όρο για τη συντέλεση παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενεργείας και επομένως αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αίτησης ακύρωσης, εξ αυτού δε παρέπεται ότι αίτηση ακύρωσης κατά παράλειψης απαραδέκτως ασκείται πριν από την πάροδο τριμήνου και είναι, κατ’ αρχήν, απορριπτέα για τον λόγο αυτό, άνευ ετέρου, έστω, δηλαδή, και αν, κατά τον χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης, έχει παρέλθει το τρίμηνο (βλ. Σ.τ.Ε. 1332/2014, 3254/2011, 2073 – 4/2008 7μ.).
Η απόφαση που εκδίδεται μετά την παρέλευση της οριζόμενης προθεσμίας ή του τριμήνου, αλλά μέχρι τη συζήτηση του ενδίκου βοηθήματος κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης θεωρείται συμπροσβαλλόμενη, ανεξαρτήτως του αν το ένδικο βοήθημα έχει ασκηθεί εμπροθέσμως κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης (άρθρα 63 και 45 παρ. 2 ΠΔ 18/1989 και ΣτΕ 3492/2011). Μετά τη συζήτηση, θεωρείται αναρμοδίως εκδοθείσα (ΣτΕ 1382/2006).
Σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 57 του ΠΔ 38/2010 (Αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων-Προσαρμογή στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ), το οποίο προβλέπει τη διαδικασία αναγνωρίσεως επαγγελματικών προσόντων «Ο ενδιαφερόμενος δύναται να ασκήσει άπαξ ενδικοφανή διοικητική προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων και να ζητήσει την ακύρωση ή την τροποποίηση της απόφασης της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου (ενν. της αρνητικής – απορριπτικής απόφασης του Σ.Α.Ε.Π. επί του αιτήματος αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων) εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της. Η προσφυγή συνοδεύεται από παράβολο υπέρ του Δημοσίου ύψους πενήντα (50) ευρώ. Το Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων γνωστοποιεί στον προσφεύγοντα την απόφαση του το αργότερο μέσα σε τρεις (3) μήνες». Εν προκειμένω, λοιπόν, προβλέπεται ειδικώς από την προαναφερθείσα διάταξη η προθεσμία μέσα στην οποία οφείλει το Σ.Α.Ε.Π. να απαντήσει επί της ενδικοφανούς προσφυγής του ενδιαφερομένου, η οποία τυγχάνει να συμπίπτει με την γενική τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 45 του Π.Δ. 18/1989. Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, εάν το Σ.Α.Ε.Π. δεν απαντήσει στην ενδικοφανή προσφυγή επί της αρνητικής απόφασης (του Σ.Α.Ε.Π.) στην αίτηση αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων μέσα στην προθεσμία που ορίζεται, ήτοι εντός τριών μηνών από την υποβολή της προσφυγής αυτής, η αίτηση ακύρωσης ασκείται κατά της σιωπηρής απόρριψης της προσφυγής που τεκμαίρεται από την πάροδο της προθεσμίας.
Αμυγδαλιά Τσιάρα, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr