Η αποδοχή από τον προσεπικαλούντα της δικής του συνυπαιτιότητας ως προϋπόθεση νομιμότητας της προσεπικλήσεως δικονομικού εγγυητή
Στα πλαίσια του άρθρου 88 ΚΠολΔ προβλέπεται ρητά το δικαίωμα του ενάγοντος, εναγομένου καθώς και οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο άσκησε κύρια παρέμβαση και ως εκ τούτου έχει προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου, να προσεπικαλέσουν στην εκκρεμούσα δίκη τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, από τα οποία έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας τους.
Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η ανωτέρω διάταξη δεν αναπτύσσει ισχύ, αν στα πλαίσια προσεπικλήσεως περιέχεται ο ισχυρισμός ότι ο προσεπικαλούμενος και όχι ο προσεπικαλών ευθύνεται για τη ζημία ή όταν ο προσεπικαλών αρνείται τη δική του ευθύνη. Ο προσεπικαλών εναγόμενος από αδικοπραξία θα πρέπει, λοιπόν, ν’ αποδέχεται και τη δική του συνυπαιτιότητα (Κεραμεύς Κ./Κονδύλης Δ./Νίκας Ν., Ερμηνεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Τόμος Ι (άρθρα 1-590), Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, σελ. 202). Αν στην παρεμπίπτουσα αγωγή, όπως και στην προσεπίκληση, περιέχεται ο ισχυρισμός ότι ο προσεπικαλών δε βρίσκεται σε κανένα δεσμό με τον ενάγοντα και ότι ο προσεπικαλούμενος υπέχει εξ ολοκλήρου την ευθύνη από τη ζημία που προκλήθηκε από παράβαση συμβατικής υποχρέωσης ή από αδικοπραξία, τότε δεν υφίσταται ο θεσμός της έννομης σχέσης που θέτει ως βάση η ανωτέρω διάταξη για την εφαρμογή της, γιατί η αλήθεια του αρνητικού αυτού ισχυρισμού της κύριας αγωγής που επιφέρει την απόρριψή της αίρει ταυτοχρόνως και το νομικό λόγο της προσεπικλήσεως και της παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης, που αποβλέπει στην ικανοποίηση του κύριου διαδίκου που ηττήθηκε. Συνεπώς, η αγωγή που ασκείται κατά του προσεπικαλουμένου, όπως και η προσεπίκληση, έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την αποδοχή προκαταβολικώς από τον προσεπικαλούντα και της δικής του υπαιτιότητας (Βασίλης Αντ. Βαθρακοκοίλης, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ερμηνευτική – νομολογιακή ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Α΄ (άρθρα 1-220), Αθήνα, 1996, σελ. 600-601).
Η ανωτέρω ερμηνευτική προσέγγιση αναδεικνύεται και μέσα από τη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, στα πλαίσια της οποίας καθίσταται ευκρινές ότι για τη νομιμότητα της προσεπικλήσεως και της ενωμένης με αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής εξ αναγωγής, απαιτείται ο προσεπικαλών – εναγόμενος να δέχεται τη δική του συνυπαιτιότητα. Δηλαδή ο εναγόμενος σε περίπτωση αδικοπραξίας πρέπει να δέχεται τη συνευθύνη, διότι διαφορετικά, αν ισχυρίζεται αποκλειστική υπαιτιότητα του κυρίως ενάγοντος παθόντος ή τρίτου προσώπου, αποτέλεσμα θα είναι ν’ απορριφθεί και η κατ’ αυτού αγωγή. Συνεπώς, η αποδοχή συνυπαιτιότητας του ιδίου έστω επικουρικά, αποτελεί προϋπόθεση νομιμότητας της κατ’ αυτού προσεπικλήσεως και παρεμπίπτουσας αγωγής. (ΕφΑθ 7038/2002, ΕφΛαρ 401/2013, ΕφΑθ 7038/2002, ΤΝΠ NOMOS). Υπό το αυτό πρίσμα, ως ανωτέρω έχει επισημανθεί, σε περίπτωση αδικοπραξίας η εκ των προτέρων αποδοχή από τον προσεπικαλούντα και της δικής του υπαιτιότητας ανάγεται σε απαραίτητη προϋπόθεση για τη νομική βασιμότητα της ασκηθησομένης προσεπίκλησης δικονομικού εγγυητή. (ΠΠΡΑθ 4796/2011, ΠΠΡΑθ 1975/2011, ΠΠΡΑγρ 110/2005, ΤΝΠ NOMS)
Γιάννης Μπάλλιας, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr