Η άσκηση της αιτούμενης συνεπιμέλειας προστατεύει όχι προσωπικές σκοπιμότητες των γονέων, υποκινούμενες από τις τεταμένες διαπροσωπικές σχέσεις τους, αλλά υπεράνω όλων το συμφέρον του τέκνου και αποσκοπεί σε αυτό (ΜΠρωτΑθ 3940/2020, αδημ.)
Από τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 του ΑΚ συνάγεται ότι η γονική μέριμνα για το ανήλικο τέκνο, η οποία αποτελεί γενικότερη και ευρύτερη έννοια σε σχέση με την επιμέλεια, συγκροτείται: α) από την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, β) τη διοίκηση της περιουσίας του και γ) τη νομική εκπροσώπησή του στις προσωπικές και περιουσιακές σχέσεις του, κατά δε το άρθρο 1518 του ΑΚ η επιμέλεια συγκροτεί μέρος και υποδιαίρεση της γονικής μέριμνας και είναι αναμφισβήτητα η σπουδαιότερη από τις τρεις προαναφερθείσες λειτουργίες της, αφού συμπεριλαμβάνει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση, την εκπαίδευση και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του παιδιού. Συνεπώς, πρόκειται για κάθε φροντίδα ή μέτρο σχετικό με την πνευματική, ψυχική, αλλά και τη σωματική ανάπτυξη του ανηλίκου, και προφανώς για την επί καθημερινής βάσης μέριμνα για την τροφή, το ντύσιμο, τη μόρφωση, την άθληση, την ψυχαγωγία, την υγεία του παιδιού, τη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση, τη λήψη σωφρονιστικών μέτρων που το αφορούν, καθώς και τη μέριμνα περί του προσδιορισμού του τόπου διαμονής του, δηλαδή του σπιτιού, όπου θεωρείται ωφελιμότερο να διαμένει το παιδί.
Περαιτέρω, σε περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, οπότε ανατρέπονται οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος και δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση των γονέων και συνεπώς, ενόψει των νέων αυτών συνθηκών, μοναδική κατευθυντήρια γραμμή για τη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας, σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων και προσφυγής στο Δικαστήριο, αλλά και πυρήνα για τον προσδιορισμό της άσκησής της, αποτελεί το αληθινό συμφέρον του ανήλικου τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξή του σε ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση του συμφέροντος του ανηλίκου δεν παρέχονται από το νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στο Δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μη κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής – οικονομικής κατάστασής τους. Επίσης, η μικρή ηλικία του ανήλικου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά το νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντός του, αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας, γιατί η άποψη ότι η επιμέλεια των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους, λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, ισχύει μόνο για τη βρεφική – νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ισοτίμως ο σοβαρός και αναγκαίος ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.
Στη δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανήλικου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανήλικου τέκνου και οι έως τότε δεσμοί του με τους γονείς του, ενώ μεγάλης σημασίας είναι και η κατά το δυνατόν μικρότερη διατάραξη του μέχρι τούδε τρόπου ζωής του, έτσι ώστε να διαφυλαχθεί, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ο ψυχικός και συναισθηματικός κόσμος του, δεδομένου ότι η διάσπαση της οικογενειακής συνοχής, έχει ήδη κλονίσει την ψυχική ισορροπία και την αίσθηση ασφάλειας του τέκνου. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής, το συμφέρον του ανηλίκου μπορεί να επιβάλει να συμβιώνει τόσο με τη μητέρα του όσο και με τον πατέρα του και ακολούθως, εφόσον έτσι προκαλείται η μικρότερη δυνατή διατάραξη του τρόπου ζωής του, να ανατίθεται η άσκηση της επιμέλειας αυτού από κοινού στους δυο τους, οι οποίοι θα οφείλουν να φροντίζουν για την ομαλή ανάπτυξη και το καλό του τέκνου τους από κοινού.
Ωστόσο, σε πραγματικό – βιωματικό επίπεδο, για να εφαρμοστεί η συνεπιμέλεια, διασφαλίζοντας το συμφέρον του τέκνου πρωτίστως, απαιτείται αφενός μεν να μην υπάρχουν κοντινοί τόποι διαμονής των γονέων, ώστε να εξασφαλίζεται η εύκολη και ασφαλής πρόσβαση του παιδιού και στις δύο χωριστές κατοικίες και από αυτές στο σχολείο και τις λοιπές δραστηριότητές του, αφετέρου δε να τηρούν οι γονείς μεταξύ τους καλές και αρμονικές σχέσεις, έτσι ώστε η παράλληλη ύπαρξη δύο κέντρων ζωής του παιδιού να μην αναστατώνουν και απορρυθμίζουν τη ζωή του, ούτε να δημιουργούν σε αυτό έλλειψη σταθερότητας και ανασφάλειας, όπως θα συμβαίνει αν συνεχίζει να ζει σε κλίμα συνεχών εντάσεων και τριβών μεταξύ των γονέων του, καθόσον η εναλλασσόμενη ανατροφή απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ των γονέων στις επιλογές και στη διαχείριση του ανηλίκου κατά τρόπο παραγωγικό.
Επομένως, το αίτημα των διαζευγμένων ή σε διάσταση γονέων για τη συνεπιμέλεια του τέκνου τους, όταν υποβληθεί στο Δικαστήριο και προκειμένου να συντρέχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνει αποδεκτό, θα πρέπει να υποστηρίζει και να τεκμηριώνει, ενόψει του παιδοκεντρικού συστήματος των ρυθμίσεων του οικογενειακού δικαίου, ότι η άσκηση της αιτούμενης συνεπιμέλειας προστατεύει όχι προσωπικές σκοπιμότητες των γονέων, υποκινούμενες από τις τεταμένες διαπροσωπικές σχέσεις τους, αλλά υπεράνω όλων το συμφέρον του τέκνου και αποσκοπεί σε αυτό (ΜΕφΑθ 504/2019, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρωτΑθ 3940/2020, αδημ.).
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος