Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η ευθύνη του δικηγόρου και του συμβολαιογράφου (μετά τον Ν. 2251/94)

Η αγωγή κακοδικίας, κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, αποτελεί το μοναδικό βοήθημα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη προς αποζημίωση του δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή. Αντιθέτως, δεν είναι δυνατή ούτε η αξίωση αποζημιώσεως με βάση τις διατάξεις της συμβατικής ευθύνης κατά τις περί εντολής διατάξεις (ΑΚ 713) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΚ 914), ούτε η επίκληση του άρθρου 8 ν. 2251/1994 “περί προστασίας των καταναλωτών από πράξεις ή παραλείψεις προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες” (ΟλΑΠ 18/1999, ΟλΑΠ 20/2000, ΑΠ 592/2019, 1911/2013, ΝΟΜΟΣ) [1].

Στο άρθρο 1 του ν. 2251/1994 “περί προστασίας των καταναλωτών” εξαγγέλλεται η μέριμνα της Πολιτείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της ασφάλειας και των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών, καθώς και για την οργάνωση και λειτουργία του καταναλωτικού κινήματος. Στην παράγραφο 4 β` του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής του δραστηριότητας, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον κατά την έννοια της παρ. 4α του ίδιου άρθρου “καταναλωτή”. Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 εδαφ. β “ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσίες στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας”. Με τις παραγράφους 1, 3 και 4 του ίδιου άρθρου, η ευθύνη του ορίζεται ως νόθος αντικειμενική για κάθε ζημία που προκλήθηκε κατά την παροχή των υπηρεσιών του. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 10 του ανωτέρω νόμου προβλέπουν την οργάνωση και λειτουργία ενώσεων καταναλωτών και τα μέσα προστασίας αυτών, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα θέση κατέχει η συλλογική αγωγή. Με τη διάταξη του άρθρου 11 θεσπίζεται διαδικασία για την εξώδικη επίλυση των διαφορών ανάμεσα σε προμηθευτές και καταναλωτές ή ενώσεις καταναλωτών, από επιτροπή φιλικού διακανονισμού που συνιστάται σε κάθε νομαρχία από τον αρμόδιο νομάρχη. Η επιτροπή αυτή είναι τριμελής και, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου, αποτελείται από : “α) ένα δικηγόρο, β) έναν εκπρόσωπο του τοπικού εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου και γ) έναν εκπρόσωπο των τοπικών ενώσεων καταναλωτών, που ορίζεται, με τον αναπληρωτή του, από τα διοικητικά συμβούλια των ενώσεων. Οπού τέτοιες ενώσεις δεν υπάρχουν, στην επιτροπή συμμετέχει ως τρίτο μέλος εκπρόσωπος του τοπικού εργατικού κέντρου, που ορίζεται, με τον αναπληρωτή του, από τη διοίκηση του κέντρου. Ο γραμματέας της επιτροπής ορίζεται, με τον αναπληρωτή του, από το νομάρχη, μεταξύ των υπαλλήλων της υπηρεσίας εμπορίου της νομαρχίας“. Πέραν των μέτρων αυτών, που αποσκοπούν στη δικαστική και εξώδικη επίλυση των διαφορών μεταξύ προμηθευτών και καταναλωτών, η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του ν. 2251/94 προβλέπει επίσης τη δυνατότητα επιβολής διοικητικών κυρώσεων, ορίζοντας τα ακόλουθα : ” Για κάθε παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου από προμηθευτές επιβάλλεται από τον Υπουργό Εμπορίου πρόστιμο από 500.000 μέχρι 20.000.000 δραχμές. Σε περίπτωση επανειλημμένης υποτροπής, ο Υπουργός Εμπορίου, μετά από γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Καταναλωτών, μπορεί να διατάξει τη διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης ή τμήματός της, για χρονικό διάστημα μέχρι ενός έτους”. Τέλος, η παράγραφος 1 του ως άνω άρθρου 14 κατάργησε “και κάθε άλλη διάταξη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν”.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13-19, 22, 26, 35, 38, 44, 47, 63, 92 και 201 παρ. 6 του ν.δ. 3026/54 “περί του Κώδικος των Δικηγόρων”, συνάγεται ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, που διορίζεται, κατόπιν διαγωνισμού, με προεδρικό διάταγμα στην έδρα ορισμένου πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου ομνύει τον όρκο του δημοσίου υπαλλήλου, πριν απ` την ανάληψη των καθηκόντων του. Προάγεται σε δικηγόρο παρ` Εφετείω και Αρείω Πάγω, ασκεί δε. το λειτούργημά του χωρίς να υπόκειται “εις ουδεμίαν και καθ’ οιονδήποτε τρόπον προηγουμένην άδειαν οιασδήποτε αρχής” (άρθρο 44). Υποχρεούται να αναδέχεται κάθε υπόθεση δεκτική υπερασπίσεως που του ανατίθεται, ακόμη και όταν η ανάθεση αυτή χωρεί εξ επαγγέλματος και άνευ αμοιβής, είτε από το δικαστήριο (άρθρο 47 παρ. 4), είτε από το Συμβούλιο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου (άρθρο 201 παρ. 6). Στην παράγραφο 1 του άρθρου 63 ορίζεται ότι “είναι ασυμβίβαστος προς το λειτούργημα του δικηγόρου η άσκησις ετέρας επιστήμης, τέχνης ή εμπορίου και ιδία μεσιτείας, ως και πάσα εν γένει εργασία, υπηρεσία ή απασχόλησις, απάδουσα εις την αξιοπρέπειαν και ανεξαρτησίαν αυτού”. Στην παράγραφο 7 εδ. α` του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι “συντρεχούσης περιπτώσεως ασυμβιβάστου τινός εκ των εν παρ. 1, 2 και 3 αναφερομένων, ο δικηγόρος οφείλει να παύση ασκών το λειτούργημα και δηλώση τούτο αμελλητί εις τον Δικηγορικόν Σύλλογον, προς διαγραφήν αυτού εκ του μητρώου”.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι τα άρθρα 1 παρ. 4 περ. β` και 8 παρ. 2 εδαφ. β` του ν. 2251/1994 καθορίζουν με ευρύτητα την έννοια του παρέχοντος υπηρεσίες, αφού σ` αυτήν εμπίπτει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες κατά τρόπο ανεξάρτητο, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. Η ρύθμιση όμως της συλλογικής προστασίας των καταναλωτών περιορίζει την ίδια έννοια. Ειδικότερα, η άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος ανάγεται στην οργάνωση της απονομής της δικαιοσύνης και στην εμπέδωση της έννομης τάξης με παράλληλη διασφάλιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου.

Για τον λόγο αυτό, η μεν είσοδος στο δικηγορικό σώμα ακολουθεί το πρότυπο της εισόδου σε δημόσια υπηρεσία (διαγωνισμός, ορκωμοσία, προαγωγή), η δε άσκηση της δικηγορίας διέπεται από ειδικούς κανόνες (ασυμβίβαστα, πειθαρχική ευθύνη, εκπτώσεις, αμοιβές). Το σύστημα συλλογικής προστασίας των καταναλωτών που θεσπίζει ο νόμος 2251/1994, είτε με τη μορφή του φιλικού διακανονισμού των διαφορών από τις επιτροπές που συγκροτεί ο Νομάρχης, είτε με την επιβολή διοικητικών κυρώσεων από τον Υπουργό εμπορίου, είναι ασυμβίβαστο προς την ιδιότητα του δικηγόρου.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών, εκτιμώμενη τόσο από την πλευρά των σκοπών που επιδιώκει ο νόμος περί προστασίας των καταναλωτών, όσο και από την άποψη της ειδικής φύσης του δικηγορικού λειτουργήματος, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 2251/94, από τον οποίο και δεν καταργήθηκε η ειδική για τους δικηγόρους ρύθμιση της ευθύνης τους κατά το άρθρο 73 του ΕισΝΚΠολΔ[2].

Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. υπ’ αριθμόν 635/2023 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] Βλ. τις υπ’ αριθμόν 18/1999 και 1444/2017 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί