Η έκδοση δεύτερου και τρίτου απογράφου εκτελεστού τίτλου κατά το άρθρο 918 ΚΠολΔ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 918 ΚΠολΔ: «1. Αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει αντιγράφου του εκτελεστού τίτλου που έχει τον εκτελεστήριο τύπο (απόγραφο). Ο εκτελεστήριος τύπος συνίσταται στην έκδοσή του στο όνομα του ελληνικού λαού και στη διαταγή προς όλα τα αρμόδια όργανα να εκτελέσουν τον τίτλο. […] 3. Ένα μόνο απόγραφο δίνεται στον καθένα από εκείνους που έχουν έννομο συμφέρον. Άλλο Απόγραφο μπορεί να δοθεί, αν χαθεί εκείνο που δόθηκε ή για άλλο σοβαρό λόγο. 4. Απόγραφο δεν δίνεται, αν δεν μπορεί να γίνει εκτέλεση σύμφωνα με τα άρθρα 915 έως 917. 5. Αν ο αρμόδιος για την έκδοση απογράφου αρνηθεί να το δώσει, η έκδοση μπορεί να ζητηθεί από το μονομελές πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο αρμόδιος για την έκδοση του απογράφου, με την εφαρμογή της διαδικασίας των άρθρων 686 επ. 6. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει να χορηγεί στον επισπεύδοντα επίσημα αντίγραφα του δικαιογράφου που εκτελείται και των επιδοτηρίων της επιταγής, με τα οποία μπορεί αυτός να ενεργήσει νέα εκτέλεση κατά του οφειλέτη και κατά κάθε άλλου υποχρέου, με κατάσχεση άλλης περιουσίας ή με προσωπική κράτηση, αν έχει απαγγελθεί».
Κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 918 παρ. 3 ΚΠολΔ, ένα μόνο απόγραφο χορηγείται, προς τον σκοπό της προστασίας των συμφερόντων του οφειλέτη, για την αποτροπή ταυτόχρονης αναγκαστικής εκτέλεσης σε περισσότερα, σε διάφορους τόπους κείμενα περιουσιακά στοιχεία και κατ’ ακολουθία άσκοπης πρόσθετης επιβάρυνσής του με αυξημένα έξοδα, εξαιρετικώς, δε, και δεύτερο σε περίπτωση απώλειας του πρώτου ή συνδρομής άλλου σοβαρού λόγου ή αν προβλέπεται η ακύρωσή του. Για τρίτο απόγραφο δεν γίνεται αναφορά στον νόμο, αλλά πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα όσα ορίζονται για το δεύτερο απόγραφο εφαρμόζονται και για το τρίτο, όταν, για τους ίδιους λόγους, παρίσταται ανάγκη έκδοσής του. Πάντως, η για την έκδοση του ενός απογράφου διάταξη δεν είναι δημόσιας τάξης, αλλά, όπως αναφέρθηκε, έχει τεθεί προς το συμφέρον του οφειλέτη, γι’ αυτό και είναι δυνατή η με συναίνεση του τελευταίου έκδοση δεύτερου απογράφου. Αλλά και χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη η χορήγηση δεύτερου απογράφου και η βάσει αυτού ενεργούμενη εκτέλεση δεν είναι άκυρη. Η εκτέλεση όμως του ενός απογράφου καθιστά τυπικώς ανίσχυρο το άλλο.
Προσέτι, δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση απογράφου για μέρος της απαίτησης του τίτλου ή μόνο για τη δικαστική δαπάνη, αν δεν χωρήσει προηγουμένως κατά τις νόμιμες διατυπώσεις παραίτηση από την ενσωματωμένη στον τίτλο απαίτηση (μερική ή ολική, αντίστοιχα). Αυτό ισχύει και για τους τόκους.
Η κρίση για τη συνδρομή των προϋποθέσεων χορήγησης δεύτερου απογράφου ανήκει στον αρμόδιο, κατά τον νόμο, για την έκδοσή του και, σε περίπτωση διαφωνίας, μετά από αίτηση αυτού που έχει έννομο συμφέρον στο Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία των άρθ. 686 επ. ΚΠολΔ, σύμφωνα με την παρ. 5, η οποία καταλαμβάνει, λόγω της γενικότητάς της, και την περίπτωση αυτή. Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την έκδοση του δεύτερου απογράφου και να αποδεικνύονται. Δυνατή είναι η κλήτευση του αντιδίκου του αιτούντος, όχι όμως και απαραίτητη, ιδίως εάν παρήλθε εν τω μεταξύ ικανός χρόνος από την έκδοση του πρώτου απογράφου. Προς την απώλεια εξομοιώνεται και η για οποιονδήποτε λόγο αδυναμία ανεύρεσης του πρώτου απογράφου. Ποιοι είναι οι σοβαροί λόγοι για τους οποίους θα πρέπει να ζητηθεί η έκδοση άλλου απογράφου, δεν αναφέρονται στο νόμο. Ως προαναφέρθηκε, η κρίση για το αν υπάρχει ή όχι σοβαρός λόγος απόκειται στο αρμόδιο για τη χορήγηση απογράφου όργανο και, σε περίπτωση άρνησής του, μπορεί να ζητηθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο, του οποίου αντικείμενο της απόφασης είναι όχι η έκδοση του απογράφου, αλλά η έκδοση διαταγής προς το αρμόδιο όργανο για τη χορήγηση του απογράφου. Η ανωτέρω απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο, γι’ αυτό και κάθε αμφισβήτηση, ακόμη και αν ανάγεται σε θέματα που κρίθηκαν με αυτήν, μπορεί να κριθεί στις εκτελεστικές δίκες, από το αρμόδιο γι’ αυτές Δικαστήριο, μετά από άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Η αίτηση για τη χορήγηση απογράφου δεν απευθύνεται εναντίον κάποιου προσώπου, διότι πρόκειται ουσιαστικά για υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία κατά τη ρύθμιση του παραπάνω άρθρου δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), η ρύθμιση, δε, αυτή εξασφαλίζει την ταχύτερη έκδοση του απογράφου, διότι η απόφαση της εκούσιας δικαιοδοσίας επιτρέπεται να προσβληθεί με έφεση και αναίρεση [ΜΠρΠατρ 841/2022 (ασφ. μ.) – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 477/2013 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1247/2015 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr