Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η προστασία των εμπορικών σημάτων – Οι ρυθμίσεις του Ν. 4072/2012

Σύμφωνα με το άρθ. 156 παρ. 1α του Ν. 4072/2012: «Διώκεται κατ’ έγκληση και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον έξι χιλιάδων ευρώ: α) όποιος εν γνώσει χρησιμοποιεί σήμα κατά παράβαση του άρθρου 125 παράγραφος 3 περίπτωση α΄ ή β΄ […]». Περαιτέρω, δε, βάσει του άρθ. 125 παρ. 3 περίπτ. α΄ και β΄ του αυτού ως άνω νόμου, προβλέπεται ότι: «3. Ο δικαιούχος του σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές χωρίς την άδεια του: α) σημείο ταυτόσημο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί, β) σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας του με το σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης […]».

Προϋποθέσεις εφαρμογής των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 125 παρ. 3 περ. α΄ και 156 παρ. 1 περ. α΄ του Ν. 4072/2012 («διπλή ταυτότητα»), είναι οι ακόλουθες: i) χρήση σημείου πανομοιότυπου με καταχωρισθέν σήμα, ii) χρήση χωρίς την συγκατάθεση του δικαιούχου του καταχωρισθέντος σήματος, iii) χρήση στις συναλλαγές, ήτοι στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας με σκοπό την άντληση οικονομικού οφέλους[1], iv) χρήση «για προϊόντα ή υπηρεσίες», πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το προγενέστερο σήμα[2], v) χρήση που ενδέχεται να προσβάλει τις λειτουργίες του σήματος, ήτοι όχι μόνο την ουσιώδη λειτουργία του σήματος, η οποία συνίσταται στο να εγγυάται στους καταναλωτές την προέλευση του προϊόντος ή της υπηρεσίας, αλλά και τις λοιπές λειτουργίες του, όπως, μεταξύ άλλων, την λειτουργία που συνίσταται στην εγγύηση της ποιότητας του προϊόντος ή της υπηρεσίας αυτής, ή τις λειτουργίες του σήματος ως διαύλου επικοινωνίας, ως επενδυτικού στοιχείου ή ως μέσου διαφημίσεως[3] και vi) η προαναφερόμενη χρήση να λαμβάνει χώρα εν γνώσει του δράστη, ήτοι απαιτείται η συνδρομή άμεσου δόλου. Σημειωτέον ότι, προσβολή της ουσιώδους λειτουργίας συντρέχει όταν το σημείο χρησιμοποιείται από τρίτον για τα προϊόντα του ή για τις υπηρεσίες του κατά τρόπο, ώστε να υπάρχει η πιθανότητα να το ερμηνεύσουν οι καταναλωτές ως προσδιοριστικό της επιχειρήσεως από την οποία προέρχονται τα εν λόγω προϊόντα ή οι υπηρεσίες[4].

Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 125 παρ. 3 περ. β΄ και 156 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 4072/2012συνάγεται ότι γενική προϋπόθεση εφαρμογής τους – πέραν των όσων αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη σκέψη υπό στοιχεία β΄, γ΄ και στ΄ (κοινές προϋποθέσεις) – είναι η ταυτότητα ή ομοιότητα του σημείου που χρησιμοποιεί ο δράστης με το καταχωρημένο σήμα και η ταυτότητα ή ομοιότητα των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα. Ειδική – αναγκαία – προϋπόθεση είναι ο κίνδυνος σύγχυσης, ήτοι να πιστέψει το συναλλασσόμενο κοινό ότι τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή, ενδεχομένως, από οικονομικά συνδεόμενες επιχειρήσεις[5]. Δηλαδή, στην συγκεκριμένη περίπτωση η προστασία δεν είναι απόλυτη, όπως στην περίπτωση της διπλής ταυτότητας σημείων και προϊόντων ή υπηρεσιών[6], αλλά σχετική, αναφερόμενη μόνο στην βασική λειτουργία του σήματος.

Στα σήματα που χαίρουν φήμης στην Ελλάδα παρέχεται ευρύτερη προστασία από την προβλεπόμενη στις διατάξεις των περ. α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 125 του N. 4072/2012[7]. Γενικές προϋποθέσεις παροχής της προστασίας ενός φημισμένου σήματος συνιστούν: i) η χρήση του μεταγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου με το καταχωρισθέν σήμα σημείου χωρίς την συγκατάθεση του δικαιούχου, ii) η χρήση του σημείου στις συναλλαγές, ήτοι στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας με σκοπό την άντληση οικονομικού οφέλους και iii) η χρήση του σημείου «για προϊόντα ή υπηρεσίες», δηλαδή η επίθεσή του στα προϊόντα που εμπορεύεται ο τρίτος μη δικαιούχος ή η χρήση του κατά τρόπο ώστε να θεμελιώνεται σύνδεσμος μεταξύ του εν λόγω σημείου και των προϊόντων που εμπορεύεται ή των υπηρεσιών που παρέχει ο τρίτος. Ως ειδική προϋπόθεση της προστασίας τίθεται η άνευ εύλογης αιτίας χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου με καταχωρισθέν σήμα σημείου, η οποία επιφέρει ή θα μπορούσε να επιφέρει έστω μία από τις κατωτέρω τρεις διαζευκτικά αναφερόμενες προσβολές του προγενέστερου σήματος: α) βλάβη στον διακριτικό χαρακτήρα του, β) βλάβη στην φήμη του και γ) άντληση αθέμιτου οφέλους, είτε από τον διακριτικό χαρακτήρα, είτε από την φήμη του[8]. Για να χαρακτηρισθεί ένα σήμα ως φημισμένο απαιτείται επαρκής βαθμός γνώσεώς του από το κοινό, το οποίο αυτό αφορά, δηλαδή, ανάλογα με το διατιθέμενο στο εμπόριο προϊόν ή υπηρεσία, είτε το ευρύ κοινό είτε ένα πλέον εξειδικευμένο κοινό, π.χ. συγκεκριμένος επαγγελματικός κύκλος, χωρίς παράλληλα να απαιτείται όπως είναι γνωστό σε συγκεκριμένο ποσοστό του κατ` αυτόν τον τρόπο προσδιορισμένου κοινού. Ενώ, ο απαιτούμενος βαθμός γνώσεως υφίσταται όταν το προγενέστερο σήμα είναι γνωστό σε σημαντικό μέρος του οικείου κοινού[9]. Περαιτέρω, οι προπαρατεθείσες προσβολές του φημισμένου σήματος αποτελούν την συνέπεια ενός ορισμένου βαθμού ομοιότητας μεταξύ εκείνου και του υπό του μη δικαιούχου χρησιμοποιημένου σημείου, λόγω της οποίας το ενδιαφερόμενο κοινό συσχετίζει το σημείο με το σήμα, δηλαδή τα συνδέει μεταξύ τους, μολονότι δεν τα συγχέει. Συνεπώς, δεν απαιτείται η ύπαρξη τέτοιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του σήματος που χαίρει φήμης και του χρησιμοποιούμενου από τον τρίτο σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως του ενδιαφερομένου κοινού. Αρκεί για την διάγνωση της ύπαρξης του απαιτούμενου συνδέσμου το γεγονός ότι, όταν ο μέσος καταναλωτής, που έχει την συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, αντικρίζει το μεταγενέστερο σήμα, ανακαλεί συνειρμικά στη μνήμη του το προγενέστερο[10]. Εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι προστατεύεται αυτόνομα η διαφημιστική λειτουργία του φημισμένου σήματος, δηλαδή ανεξάρτητα από την δημιουργία κινδύνου συγχύσεως ως προς την προέλευση των προϊόντων ή υπηρεσιών από συγκεκριμένη επιχείρηση[11].

 

 

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

email: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. απόφαση Δ.Ε.Κ. της 25ης Ιανουαρίου 2007, C- 48/05, Adam Opel, ΕΕμπΔ 2007.150, σκέψεις 18, 50, της 12ης Νοεμβρίου 2002, C-206/01, Arsenal, ΧρΙΔ 2002.1016, σκέψη 40

[2] βλ. Google σκέψη 60, Adam Opel σκέψη 28, Arsenal σκέψη 41

[3] βλ. απόφαση Δ.Ε.Ε. – πρώην Δ.Ε.Κ. – της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, C-323/09, Interflora, ΕΕμπΔ 2012.195, σκέψεις 38-40, της 25ης Μαρτίου 2010, C-278/08, BergSpechte, σκέψεις 29-31, Google σκέψεις 75-77, Δ.Ε.Κ. της 18ης Ιουνίου 2009, C-487/07, L’Oreal, ΧρΙΔ 2010.355, σκέψη 58, Adam Opel σκέψη 21, Arsenal σκέψη 51

[4] βλ. απόφαση Δ.Ε.Κ. της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, C-17/06, Ce, σκέψη 27

[5] βλ. ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2008 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, αποφάσεις Δ.Ε.Κ. της 10ης Απριλίου 2008, C-102/07, Αdidas II, ΧρΙΔ 2008.942, σκέψη 28, της 22ας Ιουνίου 2000, C-425/98, Marca Mode, ΕλλΔνη 42.1462, σκέψεις 34-35, της 6ης Οκτωβρίου 2005, C-120/04, Medion, ΧρΙΔ 2006.739 σκέψεις 24-26

[6] βλ. την αμέσως προηγούμενη σκέψη, επίσης Interflora σκέψεις 36-37

[7] βλ. σχετ. ΠλημμΑθ 1089/2014 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[8] βλ. L’Oreal σκέψεις 34, 38, 42, της 27ης Νοεμβρίου 2008, C-252/07, Intel, ΧρΙΔ 2010.365, σκέψεις 26-28, Αdidas II και σκέψη 40, της 23ης Οκτωβρίου 2003, C-408/01, Adidas I, ΧρΙΔ 2004.273, σκέψη 27, ΑΠ 1030/2008 ΧρΙΔ 2009.264

[9] βλ. απόφαση Δ.Ε.Κ. της 6ης Οκτωβρίου 2009, C-301/07, PAGO, ΕΕμπΔ 2010.472, σκέψεις 22-24, της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C-375/97, General Motors, ΕΕμπΔ 2000.180, σκέψεις 23-25, 26

[10] βλ. L’Oreal, σκέψη 36, απόφαση Δ.Ε.Κ. της 12ης Μαρτίου 2009, C-320/07 P, Nasdaq, σκέψη 43, Intel σκέψεις 30, 60, Adidas ΙΙ σκέψη 41, Adidas Ι σκέψεις 28-29 και 31, ΑΠ 1030/2008 ό.π.

[11] βλ. Μ. – Θ. Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, 2007, σελ. 75 ενδέχεται πάντως να συντρέχει και η «διπλή ταυτότητα» σημείων και προϊόντων/υπηρεσιών, αλλά και ο κίνδυνος σύγχυσης που καταφάσκει την ύπαρξη συνειρμικού συνδέσμου βλ. σχετ. ΑΠ 1030/2008 ό.π., ΠολΠρΑθ 526/2011 ΕπισκΕΔ 2011.560 αρ. 9

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί