Η ταυτότητα νομικής και ιστορικής αιτίας ως προϋπόθεση του δεδικασμένου – Μη επέκταση του δεδικασμένου σε αγωγή στηριζόμενη σε διαφορετική νομική βάση
Κατά τις διατάξεις των άρθρ. 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που τέθηκε σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού, όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ειδικότερα ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια μ’ αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 1198/1997 ΕφΠειρ 3/2026, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Δεδικασμένο για το κριθέν δικαίωμα αναπτύσσεται, δηλαδή, όχι μόνον αναφορικά με την προταθείσα και κριθείσα ιστορική βάση, αλλά και αναφορικά με την ad hoc κριθείσα νομική αιτία της αγωγής. Κριθείσα νομική αιτία είναι η νομική βάση, ο νομικός χαρακτηρισμός του επίδικου δικαιώματος. Η ταυτότητα νομικής αιτίας ως εξατομικευτικό στοιχεία της ταυτότητας της διαφοράς συντείνει λοιπόν και αυτή στον περιορισμό των αντικειμενικών ορίων του δεδικασμένου, ώστε η νέα αγωγή για το ίδιο δικαίωμα και για την ίδια ιστορική αιτία, να μην προσκρούει στο δεδικασμένο της προηγούμενης τελεσίδικης αποφάσεως, εφόσον εμφανίζεται ήδη με νέο νομικό ένδυμα, ήτοι εφόσον στηρίζεται σε άλλη νομική διάταξη (Νίκας, Ν. Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, Εκδόσεις Σάκκουλα, Γ’ έκδοση, 2018, σελ. 562). Επομένως, από την τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής δεν αντιτάσσεται δεδικασμένο, εφόσον η μεταγενέστερη αγωγή στηρίζει το δικαίωμα επί άλλης νομικής βάσης (άλλου κανόνα δικαίου),που δεν προβλήθηκε, ούτε κρίθηκε κατά την προηγούμενη δίκη (ΑΠ 139/2010, δημ. σε areiospagos.gr).
Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος
info@efotopoulou.gr