Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Υποχρέωση λογοδοσίας (άρθ. 303 ΑΚ) – Ποιες περιπτώσεις περιλαμβάνονται στη σχετική ρύθμιση – Πότε ασκείται αγωγή λογοδοσίας και πότε η άσκηση αυτής αποκλείεται – Τα στάδια της δίκης                

Κατά το άρθρο 303 ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Για το σκοπό αυτόν, ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα σχετικά δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται[1]. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η γενική υποχρέωση για εξώδικη ή δικαστική λογοδοσία εκείνου στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις του νόμου και ρυθμίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο θα εκπληρωθεί στην πράξη η υποχρέωση λογοδοσίας, ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο έγγραφο λογαριασμό για τις διαχειριστικές πράξεις και για το χρόνο για τον οποίο ζητείται η λογοδοσία, στον οποίον πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς τα έσοδα και τα έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της διαχείρισης, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, ακόμη, δε, να επισυνάψει και τα δικαιολογητικά έγγραφα, εφόσον η έκθεσή τους συνηθίζεται, κατά τρόπο ώστε να παρέχεται στο δεξίλογο πλήρης εικόνα της υπόθεσης, που διαχειρίστηκε αυτός (δοσίλογος) και να διευκολύνεται έτσι ο έλεγχος των επί μέρους κονδυλίων[2]. Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού ή εάν ο λογαριασμός που ανακοίνωσε ο δοσίλογος δεν είναι σαφής, ορισμένος και λεπτομερειακός, για όλο το χρονικό διάστημα της διαχείρισης, δεν εκπληρώνεται η ως άνω υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου για ανακοίνωση του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473 – 477 ΚΠολΔ[3].  Μάλιστα, αυτός που ασκεί την αγωγή λογοδοσίας μπορεί να περιλάβει σε αυτήν, κατ’ άρθρο 473 ΚΠολΔ, και αίτημα περί καταβολής του καταλοίπου του λογαριασμού, χωρίς να χρειάζεται να προσδιορίσει αυτό στο δικόγραφο της αγωγής, κατά παρέκκλιση των ορισμών του άρθρου 216 ΚΠολΔ, οπότε και δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου[4]. Ωστόσο όταν ζητείται η καταβολή ορισμένου ελλείμματος ή καταλοίπου του λογαριασμού απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου.               Εκ των ανωτέρω συνάγεται, λοιπόν, ότι έγερση αγωγής λογοδοσίας αποκλείεται εάν ο δοσίλογος έχει προβεί σε εξώδικη λογοδοσία σύμφωνα με τους όρους και τον τύπο που αναφέρθηκαν ανωτέρω ή εάν ο δεξίλογος έχει αποδεχθεί και εγκρίνει τον υπό τους ανωτέρω τύπους λογαριασμό που έδωσε ο δοσίλογος. Και τούτο, διότι έτσι συνάπτεται μεταξύ αυτών σύμβαση με την οποία δηλώνεται αμοιβαίως η θέλησή τους ότι εφεξής θα ισχύσει μόνο το αποτέλεσμα του εγκριθέντος λογαριασμού και ότι οι συμβαλλόμενοι δεν θα επανέλθουν στο μέλλον στα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού[5].

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 ΚΠολΔ και 303 ΑΚ, προκύπτει ότι όποιος από οποιαδήποτε αιτία, είτε από το νόμο είτε από σύμβαση (π.χ. εντολή, εταιρεία) ή από οιονεί σύμβαση ή από διάταξη τελευταίας βουλήσεως, διαχειρίστηκε ξένη, ολικά ή μερικά, περιουσία (ή έστω και μια υπόθεση) η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, υποχρεώνεται σε λογοδοσία προς εκείνον την περιουσία ή την υπόθεση του οποίου διαχειρίστηκε. Υποχρέωση, δηλαδή, για λογοδοσία μπορεί να γεννηθεί από οποιαδήποτε έννομη σχέση, ενοχικού ή εμπραγμάτου ή άλλου δικαιώματος. Στη ρύθμιση του άρθρου 303 ΑΚ περιλαμβάνεται και η «de facto» διαχείριση, καθώς και αυτή βάσει της δικαστικής εντολής του άρθρου 28 ΚΠολΔ[6], ενώ εμπίπτει μεταξύ άλλων και η αγωγή λογοδοσίας σε κοινωνία[7], αλλά και από τις διατάξεις των άρθρων 789 – 790 ΑΚ (διαχείριση κοινού πράγματος – ΑΠ 497/2008 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).

Εξάλλου, η κατ’ άρθρ. 473 επ. ΚΠολΔ δικαστικώς επιδιωκόμενη λογοδοσία αποτελείται από δύο (2) στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, αντικείμενο της υπόθεσης είναι η υποχρέωση προς λογοδοσία και όχι οι λεπτομέρειες του λογαριασμού, δηλαδή των κατ’ ιδίαν εισπράξεων και δαπανών. Προς τούτο, λαμβάνει χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου η συζήτηση της ως άνω αγωγής κατά τις γενικές διατάξεις, κατά την οποία ερευνάται εάν υπάρχει υποχρέωση του εναγομένου για λογοδοσία, που να προκύπτει είτε από το άρθρο 303 ΑΚ είτε από άλλη διάταξη νόμου, ήτοι εάν ο εναγόμενος προέβη σε πραγματική διαχείριση, που συνεπάγεται το ανωτέρω αποτέλεσμα[8]. Όταν αποδεικνύεται η υποχρέωση προς λογοδοσία, το Δικαστήριο εκδίδει μη οριστική απόφαση, που διατάσσει λογοδοσία και υποχρεώνει τον εναγόμενο μέσα σε ορισμένη προθεσμία να καταθέσει γραπτό λογαριασμό με αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων, που έγιναν στο πλαίσιο της διαχειριστικής του εξουσίας, καθώς και όλες τις δικαιολογητικές αποδείξεις, ενώ συγχρόνως με την ίδια απόφαση καταδικάζεται σε χρηματική ποινή και σε προσωπική κράτηση, σύμφωνα με το άρθρο 946 ΚΠολΔ. Με την αγωγή λογοδοσίας μπορεί να ζητηθεί, για την περίπτωση που δεν κατατεθεί ο λογαριασμός, να καταβληθεί ορισμένο κατάλοιπο ή έλλειμμα.

Από τα παραπάνω σε συνδυασμό και με το άρθ. 216 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στην περίπτωση που ο δεξίλογος με την αγωγή του σωρεύει και αίτημα (καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό) για καθορισμό συγκεκριμένου ελλείμματος ή καταλοίπου του λογαριασμού, θα πρέπει για το ορισμένο του αιτήματος αυτού, να επικαλείται σε αυτήν περιστατικά που να δικαιολογούν την επιδίκασή του (π.χ. πράξεις που ενήργησε ο δοσίλογος στα πλαίσια της γενομένης από αυτόν διαχείρισης και το ποσό της δαπάνης στην οποία υποβλήθηκε γι’ αυτές, καθώς και τις γενόμενες δαπάνες), κάτι που δεν απαιτείται να γίνει λεπτομερειακά (αφού πρόκειται για κονδύλια κατ’ αρχήν άγνωστα στον ενάγοντα), αλλά αρκεί μια γενική περιγραφή τους, ώστε να διαταχθούν σχετικές αποδείξεις και να προσδιορισθεί το κατάλοιπο[9]. Αν το κατάλοιπο ή έλλειμμα πιθανολογείται, το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει λογοδοσία μπορεί να διατάξει ως πρόσθετο δικονομικό μέσο – βάρος εξαναγκασμού του δοσίλογου να εκπληρώσει εμπρόθεσμα την υποχρέωση λογοδοσίας (παράλληλα με την απαγγελία προσωπικής κράτησης και την απειλή χρηματικής ποινής), και την καταβολή αυτού του καταλοίπου ή ελλείμματος[10].

Αν ο εναγόμενος δεν καταθέσει το λογαριασμό εντός της ταχθείσας προθεσμίας ή αν ο λογαριασμός που καταθέσει δεν έχει την προαναφερόμενη λεπτομερή αναγραφή των μερικότερων κονδυλίων, οπότε και ο εναγόμενος δοσίλογος δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του, η απόφαση που έχει εκδοθεί γίνεται οριστική από την παρέλευση της προθεσμίας που ορίστηκε, ως προς την υποχρέωση λογοδοσίας και την υποχρέωση για καταβολή του πιθανολογημένου καταλοίπου ή ελλείμματος και, όταν τελεσιδικήσει, μπορεί να εκτελεστεί ως προς τις διατάξεις της για τη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση[11], όσο και ως προς την υποχρέωση για καταβολή του πιθανολογημένου καταλοίπου ή ελλείμματος[12]. Αν ο εναγόμενος συμμορφωθεί προς την απόφαση και καταθέσει λογαριασμό ή κατάλογο με όλα τα σχετικά έγγραφα, η οποία κατάθεση γίνεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί περί αυτής σχετική έκθεση, τίθεται στον φάκελο της δικογραφίας[13], η δίκη προχωρεί στο δεύτερο στάδιο, του άρθρου 475 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά το οποίο επιδιώκεται η εξακρίβωση του αποτελέσματος της λογοδοσίας, οι διάδικοι υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους, προσδιορίζουν σαφώς τα κονδύλια του λογαριασμού ή τα στοιχεία του καταλόγου που αμφισβητούν, τις ελλείψεις ή παραλείψεις αυτών και γενικά προβάλλουν όλα τα μέσα επίθεσης και άμυνας που αφορούν το λογαριασμό ή τον κατάλογο[14].   

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

email: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΑΠ 1263/2010 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] βλ. ΑΠ 1122/2006 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5224/2008 ΕλλΔνη 51.825

[3] βλ.ΑΠ 977/1997 ΕλλΔνη 39.110, ΑΠ 934/1995 ΝοΒ 1997.1106, ΑΠ 526/1992 ΕλλΔνη 34.1477

[4] βλ. ΠΠρΡοδ 113/2004 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΒερ 92/2000 Αρμ 2000.1478, Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, άρθρο 303, σελ. 135, Β. Βαθρακοκοίλη ΕρμΚΠολΔ, έκδοση 2000, άρθρο 473, αρ. 8, Ορφανίδη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 473 αρ. 1.

[5] βλ. ΑΠ 437/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 977/1997 ΕλλΔνη 39.109, ΑΠ 934/1995 ΝοΒ 1997.1106, ΕφΑθ 5224/2008 ΕλλΔνη 51.825, ΕφΘεσσαλ 109/2004 ΕΕμπΔ 2004.475, ΕφΠατρ 215/2003 ΝΟΜΟΣ.

[6] βλ. ΑΠ 1184/1980 ΝΟΜΟΣ, βλ.και Μιχαήλ Μαργαρίτη και Άντα Μαργαρίτη, Επίτομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, άρθρο 303 ΑΚ, σελ. 270, Κεραμέα/Κονδύλη Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος I, σελ. 837, άρθρο 473 ΚΠολΔ, Μιχαήλ Μαργαρίτη/Άντα Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας Τόμος I, άρθρο 473 επ ΚΠολΔ, σελ. 809.

[7] βλ. ΠΠρΙωαν 169/1985 ΝΟΜΟΣ.

[8] βλ. ΑΠ 1651/1987 ΕΕΝ 1988.883, ΕφΠατρ 321/1984 ΝοΒ 33.137, Β. Βαθρακοκοίλη ΕρΝομΑΚ, έκδοση 2003, άρθρο 303, σελ. 130.

[9] βλ. ΕφΠατρ 215/2003 ΑΧΑΝΟΜ 2004.224, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΕρμΚΠολΔ, 2000, άρθρο 473 παρ. 8, σελ. 839, Μιχαήλ Μαργαρίτης/Άντα Μαργαρίτη Ερμηνεία ΚΠολΔ, 2012, τόμος I, άρθρο 473 αριθμ. 6, σελ. 812.

[10] βλ. ΑΠ 978/1997 ΕλλΔνη 39.110, ΕφΠατρ 215/2003 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 461/2002 ΕλλΔνη 45.577, ΠΠρΑθ 4485/2005 ΝΟΜΟΣ

[11] βλ. ΑΠ 42/1999 ΕΕΝ 2000.37, ΑΠ 978/1997 ΕλλΔνη 39.110, ΕφΘεσσαλ 26/1991 Αρμ 45.168.

[12] βλ. ΑΠ 934/1996 ΝοΒ 45.1106, ΕφΠατρ 215/2003 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[13] βλ. ΕφΘεσσαλ 25/1991 Αρμ. 45.570, ΠΠρΘεσσαλ 33410/1997 Αρμ 52.480.

[14] βλ. ΠΠρΚέρκ 1461/2017 -ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί