Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, από το άρθρο 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837 “Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων”, για την κυριότητά του σε ακίνητο, επικαλούμενο ότι είναι αδέσποτο. Ορισμένο του ισχυρισμού και απόδειξη αυτού

Για τα αδέσποτα ακίνητα, καθιερώθηκε, για πρώτη φορά το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837 “Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων”. Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του νόμου 1539/1938 και, μετά την ισχύ του ΑΚ, με το άρθρο 972 του Κώδικα αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για να περιέλθει κάποιο πράγμα (κινητό ή ακίνητο) στην κατηγορία των αδεσπότων, ήτοι εκείνων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριός τους και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι, όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής τους, αλλά και η βούληση εγκατάλειψής τους, δηλαδή απόφαση του κυρίου τους για παραίτησή του από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο. Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν την καθιστούν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος είναι κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητά του, κατά το προϊσχύσαν βρδ, δεν απαιτούταν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ (ΑΠ 27/2019).

Όπως κρίθηκε και από αντίστοιχη νομολογία (27/2019 ΑΠ), αναφορικά με τον ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου, από το άρθρο 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837 “Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων”, για κυριότητά του στο επίδικο, επειδή ήταν αδέσποτο, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν επρόκειτο για αδέσποτο ακίνητο. Συγκεκριμένα, δέχτηκε, ότι: “Δεν αποδείχθηκε άλλωστε στην προκειμένη περίπτωση α) ότι πριν από την απελευθέρωση το ακίνητο αυτό δεν δεσποζόταν από ιδιώτη ή ανήκε σε άκληρο αποθανόντα, β) ότι μετά την απελευθέρωση το επίδικο ακίνητο κατέστη αδέσποτο με την εγκατάλειψή του από Οθωμανό ιδιοκτήτη του λόγω της οριστικής αποχώρησής του από την Ελλάδα, οπότε το Ελληνικό Δημόσιο θα μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητά του επ` αυτού είτε με κατάληψη (μη αποδειχθείσα επίσης), είτε αυτοδικαίως, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 16 του Ν. 21-6/10-7-1837…,γ) ότι υπό την ισχύ των διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου εγκαταλείφθηκε η νομή του επιδίκου ακινήτου από τον ιδιοκτήτη αυτού, με βούληση εγκατάλειψής του, δηλαδή απόφαση αυτού περί παραιτήσεώς του από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο και δ) ότι μετά την εισαγωγή του ….. υπήρξε παραίτηση από την κυριότητα του επιδίκου, περιβληθείσα τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφείσα”. Δέχτηκε, δηλαδή ότι ουδέποτε το επίδικο υπήρξε αδέσποτο, καθόσον δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα αυτή με κάποιον από τους τρόπους που προαναφέρθηκαν και ότι, επομένως, αφού δεν ήταν αδέσποτο, δεν περιήλθε, βάσει του άρθρου 16 του παραπάνω νόμου, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Επίσης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης με την υπ’ αριθ. 2/2016 απόφασή του, απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό του Δημοσίου ότι η επίδικη έκταση, ως αδέσποτη κατ` εφαρμογή του άρθρου 16 του νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων» της 10.7.1937, του ανήκει, καθώς αρκέστηκε σε απλή επανάληψη του πραγματικού του κρίσιμου κανόνα δικαίου του άρθρου 16 του νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων» της 10.7.1937, χωρίς να εξειδικεύει καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τη βάση αυτή, δηλαδή με ποιον ακριβώς τρόπο το επίδικο κατέστη αδέσποτο, και μάλιστα χωρίς να επικαλείται επιπροσθέτως, όπως πρέπει, ότι η εγκατάλειψη της νομής του έγινε με πρόθεση παραίτησης από το δικαίωμα της κυριότητας, ούτε προσδιορίζει ποιο πρόσωπο παραιτήθηκε από την κυριότητα, ενώ ουδόλως γίνεται σαφής επίκληση τέτοιων περιστατικών που θα επέτρεπαν την κρίση ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ περί αδέσποτων.

Λένα Πολύζου

Δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί