Κατανομή δαπανών σε περίπτωση “κοινωνίας ετεροειδών δικαιωμάτων”
Στην περίπτωση της «κοινωνίας κατ’ ιδανικά μέρη», όταν ένας μόνο από τους κοινωνούς προβαίνει σε αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος, οι υπόλοιποι κοινωνοί έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν απ’ αυτόν ανάλογη μερίδα από το όφελος που αποκόμισε, το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσης του κοινού – Το αυτό ισχύει και επί «κοινωνίας ετεροειδών δικαιωμάτων», όταν δηλ. στο ίδιο αντικείμενο υπάρχουν περισσότερα ετεροειδή δικαιώματα ανήκοντα σε διαφορετικά πρόσωπα (όταν π.χ. ο ένας είναι κύριος του πράγματος ενώ ο άλλος έχει σ’ αυτό επικαρπία ή δουλεία οίκησης ή ενοχικό δικαίωμα χρήσης του ή όταν ο ένας είναι επικαρπωτής και ο άλλος μισθωτής)
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων ΑΚ 785, 786, 787, 792 § 2, 794, 961 και 962, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν μόνο από τους κοινωνούς, δικαιούνται[1] οι λοιποί -κι αν ακόμη δεν προέβαλαν αξίωση για σύγχρηση- να απαιτήσουν απ’ αυτόν που έκανε αποκλειστική χρήση, ανάλογη μερίδα από την ωφέλεια που αυτός αποκόμισε και η οποία συνίσταται στην -κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης- αξία της χρήσης του κοινού (ΑΠ 1208/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1362/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1524/2004 ΕλλΔ 46, 807 και ΧρΙΔ 5325, ΑΠ 232/2004 ΕλλΔ 46, 146, ΑΠ 74/2004 ΕλλΔ 45, 781, ΑΠ 255/2000 ΕλλΔνη 41, 1026, ΑΠ 1480/2000 ΕλλΔ 42, 670, ΕΦΑΘ 238/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΠΠΡΑΘ 2160/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠΡΑΘ 313/2013 ΤΝΠ Νόμος). Η αποδοτέα κατά τις ανωτέρω διατάξεις ωφέλεια αυτή συνίσταται, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το οποίο, δηλαδή, προορίζεται ως εκ της κατασκευής του για τη χρησιμοποίησή του ως κατοικία, γραφείο ή κατάστημα, στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών (η οποία, σημειωτέον, δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση) και προσδιορίζεται από τη μισθωτική αξία του κοινού πράγματος, δηλαδή του ποσού του μισθώματος που θα κατέβαλε ο κοινωνός που το χρησιμοποιεί για τη χρήση άλλου όμοιου ακινήτου, με βάση τις εν γένει μισθωτικές συνθήκες της περιοχής που επικρατούν κατά τον κρίσιμο χρόνο και της κατάστασης που βρίσκεται το κοινό πράγμα (ΑΠ 1208/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1455/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 232/2004 ΕλλΔνη 46, 146, ΑΠ 74/2004 ΕλλΔνη 45, 781, ΑΠ 440/2000 ΕλλΔ 41, 1629, ΑΠ 46/1994 ΕλλΔνη 37, 134, ΕΦΑΘ 134/2008 ΕλλΔνη 49, 893, ΕΦΑΘ 238/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΑΘ 4916/1999 ΕλλΔνη 41, 183, ΕΦΑΘ 3908/1999 ΕλλΔνη 40, 1610, ΕΦΑΘ 1286/1999 ΕλλΔνη 41, 521, ΕΦΘΕΣΣ 1714/2003 Αρμ 2003, 1425, ΠΠΡΑΘ 2160/2010 ΤΝΠ Νόμος).
Εξάλλου, εκτός από την κοινωνία κατ’ ιδανικά μέρη, την οποία ρυθμίζουν τα άρθρα ΑΚ 785 επ., υπάρχουν και άλλες μορφές κοινωνιών. Μία απ’ αυτές είναι και η «κοινωνία ετεροειδών δικαιωμάτων», η οποία συντρέχει όταν στο ίδιο αντικείμενο (λ.χ. ένα πράγμα) υπάρχουν περισσότερα ετεροειδή δικαιώματα που ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα, είτε τα επιμέρους αυτά δικαιώματα είναι πλήρη (π.χ. ο ένας είναι κύριος του πράγματος, ενώ ο άλλος έχει σ’ αυτό επικαρπία ή δουλεία οίκησης ή ενοχικό δικαίωμα χρήσης του ως μισθωτής), είτε ανήκουν στο φορέα τους κατ’ ιδανικό μερίδιο (π.χ. ο επικαρπωτής ή ο μισθωτής είναι συνδικαιούχοι κατά το 1/2) (ΑΠ 1208/2018, ΕΦΑΘ 238/2006, ΜΠΡΑΘ 313/2013 ΤΝΠ Νόμος. Κατά την ΠΠΡΑΘ 617/2012 «Κοινωνία κατά την έννοια του άρθρου ΑΚ 785 μπορεί να υπάρξει μόνο σε ένα δικαίωμα και μάλιστα της ίδιας φύσης. Επί διασπάσεως του δικαιώματος της κυριότητας, μεταξύ του ψιλού κυρίου και του επικαρπωτή, δεν δημιουργείται κοινωνία με την κλασική έννοια του όρου, αλλά κοινωνία ετεροειδών δικαιωμάτων (Λ. Πίψου, Δικαστική Διανομή, έκδοση 2006, σελ. 54-55»). Πρόκειται και εδώ για μορφή διαιρετής κοινωνίας, όπου η διαίρεση αναφέρεται στο δικαίωμα. Στην περίπτωση αυτή, δεν αποκλείεται η ανάλογη εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της κοινωνίας δικαιώματος (ΑΠ 1208/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΠΠΡΑΘ 2160/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΘΕΣΣ 611/1985 Αρμ 1986, 415, Φίλιος σε ΕρμΑΚ, Εισαγωγή στα άρθρα 785-805, αριθ. 25, 28 και 29, I. Δεληγιάννης – Π. Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Τόμος 4ος έκδ. 1998 § 415, σελ. 11-12, Σκούρας σε ΑΚ Γεωργιάδη- Σταθόπουλου, Εισαγωγικές Παρατηρήσεις στα άρθρα 785-805 αριθμ. 9). Κατά συνέπεια, αν υπάρχει τέτοιας μορφής “κοινωνία”, ο επικαρπωτής κατ’ ιδανικό μερίδιο έχει -κατ’ άρθρο ΑΚ 786- ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού αντικειμένου (ΕΦΘΕΣ 611/1985 ό.π), στους οποίους περιλαμβάνονται, τόσο οι φυσικοί ή άμεσοι καρποί, όσο και οι πολιτικοί καρποί του κοινού πράγματος (ΑΚ 961), αλλά και όλα τα ωφελήματα με την έννοια του άρθρου ΑΚ 962, δηλαδή κάθε όφελος, το οποίο παρέχει η χρήση του πράγματος (ΕΘΑΘ 238/2006 ΕλλΔνη 48. 1716, ΠΠΡΑΘ 2160/2010 ΤΝΠ Νόμος).
Στη σχετική αγωγή αποζημίωσης / απόδοσης της ωφέλειας, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί να αναφέρεται: 1) το κοινό ακίνητο, 2) η μερίδα του ενάγοντος σε αυτό, 3) ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και 4) το κατά τον κρίσιμο χρόνο όφελος του εναγόμενου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται άλλη έννομη σχέση, βάσει της οποίας ο εναγόμενος συγκοινωνός κάνει χρήση του κοινού πράγματος και κατά τη μερίδα του ενάγοντος, αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ένστασης), ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το πέραν της μερίδας του ποσοστό βάσει ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης, με την αγωγή αποζημίωσης, ωφέλειας (ΑΠ 276/2016, ΑΠ 564/2012 ΤΝΠ Νόμος).
Από τη διάταξη δε του άρθρου ΑΚ 794 -αναλόγως εφαρμοζόμενη και στην κοινωνία ετεροειδών δικαιωμάτων- που ορίζει ότι κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς κατά την αναλογία της μερίδας του για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 785, 788, 789, 790, 730 επ., 904 επ., 1101, 1107 και 1113 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο κοινωνός που κατέβαλε έξοδα πέραν της μερίδας του, δικαιούται να αναζητήσει από τους λοιπούς, κατ’ αναλογία των μερίδων τους, τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε, καθώς και τα έξοδα και τα βάρη που κατέβαλε, πέραν της αναλογίας του. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου ΑΚ 794, στα έξοδα διοίκησης και χρησιμοποίησης περιλαμβάνονται και τα βάρη του κοινού πράγματος, δηλαδή όλες οι τακτικές επιβαρύνσεις ενός πράγματος ανάλογα με τη φύση του, όπως είναι, μεταξύ άλλων, φόροι, τέλη και οι πληρωμές σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, ενώ δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο κοινωνός, όταν χρησιμοποιεί προσωπικά ή αποκλειστικά το πράγμα. Η αναζήτηση των παραπάνω εξόδων γίνεται απ’ ευθείας, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου ΑΚ 794, εφόσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν με τις προϋποθέσεις των άρθρων ΑΚ 788-790, δηλαδή κατόπιν απόφασης όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου ή αφορούν μέτρα που λήφθηκαν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου. Εάν όμως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, οι εν λόγω δαπάνες αναζητούνται κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλότριων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον βεβαίως πληρούνται οι όροι εφαρμογής των τελευταίων αυτών διατάξεων (ΑΠ 825/2014, ΑΠ 251/2014 ΤΝΠ Νόμος).
Ειδικότερα, εάν η αναζήτηση των δαπανών γίνεται κατά τις περί διοίκησης αλλότριων διατάξεις, απαιτείται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες και πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση: α) ότι εκείνος που υποβλήθηκε στα έξοδα και τα βάρη ανέλαβε αυτοβούλως τη διοίκηση αλλότριας υπόθεσης, χωρίς, δηλαδή, τη ρητή εντολή του κυρίου της β) ότι ο διοικητής διαχειρίζεται την υπόθεση, εν γνώσει του ότι είναι ξένη. Το γεγονός ότι με τη διαχείριση της ξένης υποθέσεως εξυπηρετείται συγχρόνως έμμεσα ή εν μέρει και το συμφέρον του διοικητή, έστω και αν τούτο προέχει, δεν εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων περί διοικήσεως αλλότριων. Αν, όμως, η υπόθεση είναι ταυτόχρονα εν μέρει ξένη και εν μέρει του διοικητή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του συγκυρίου που διεξάγει τις υποθέσεις του κοινού πράγματος, τότε υπάρχει διοίκηση αλλότριων μόνον ως προς το μη ανήκον σε αυτόν μέρος γ) ότι η πρόθεση αυτού ήταν να διοικήσει την αναληφθείσα υπόθεση σαν ξένη δ) ότι ο τελευταίος διεξήγαγε την εν λόγω υπόθεση κατά το συμφέρον και κατά την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου της και ε) ότι γίνεται αναφορά των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο διοικητής κατά την διεξαγωγή της υπόθεσης. Η αξίωση του διοικητή για απόδοση των δαπανών περιλαμβάνει τις δαπάνες που έκανε αυτός για την κανονική διεξαγωγή της υποθέσεως, θεωρώντας δικαιολογημένα με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως ότι αυτές ήταν εύλογες. Σε αυτές περιλαμβάνεται, ειδικότερα, κάθε δαπάνη που ο διοικητής έκρινε χρήσιμη και επωφελή για την υπόθεση, συνυπολογιζομένων, όμως, των συναλλακτικών συνηθειών, των συντρεχουσών περιστάσεων και των επιδιώξεων του κυρίου (ΑΠ 825/2014, ΑΠ 1604/2013, ΑΠ 1024/2009 ΤΝΠ Νόμος).
Μπενάκη Βικεντία – Άννα
Δικηγόρος Αθηνών Μ.Δ.Ε.
info@efotopoulou.gr
[1] Το δικαίωμα αυτό των υπολοίπων κοινωνών υπόκειται κατά την άσκηση του, όπως κάθε άλλο ιδιωτικό δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου ΑΚ 281. Έτσι, η αναζήτηση αποζημίωσης από τους υπόλοιπους κοινωνούς κατά εκείνου που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού αποβαίνει ανενεργός, αν η άσκηση της αξίωσης υπερβαίνει προφανώς τα όρια άσκησης του δικαιώματός τους, όπως αυτά προσδιορίζονται από το ως άνω άρθρο. Γι’ αυτό, όμως, δεν αρκεί μόνο η επί μακρό χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος από το δικαιούχο, αλλά απαιτείται προσθέτως και η συνδρομή άλλων περιστατικών, από τα οποία εμφανίζεται συμπεριφορά, που δημιουργεί εύλογα την πεποίθηση στον υπόχρεο ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμα του, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος αυτού, που τείνει στην ανατροπή μιας κατάστασης, η οποία δημιουργήθηκε κάτω από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο και προκαλεί δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, να αντίκειται προφανώς στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΟλΑΠ 8/2001 ΕλλΔνη 42, 382, ΟλΑΠ 1/1997 ΝοΒ 4617, ΟλΑΠ 17/1995 ΝοΒ 44, 410, ΑΠ 1362/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1524/2004 ΕλλΔνη 46, 807, ΑΠ 938/2003 ΕλλΔνη 44, 1596, ΑΠ 291/2003 ΕλλΔνη 45, 427, ΑΠ 1741/2002 ΕλλΔνη 44, 1596, ΑΠ 554/1998 ΕλλΔνη 39, 1318, ΕΦΑΘ 238/2006 ΕλλΔνη 48, 1716, ΕΦΘΕΣΣ 176/2008 Αρμ 2008, 1027).