Κατάπτωση/καταβολή ποινικής ρήτρας λόγω μη έγκαιρης παράδοσης του μισθίου
Κατά τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα) για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 405 ΑΚ η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή περιέλθει σε υπερημερία, η κατάπτωση δε της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημιά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, η ποινή δε αυτή καταπίπτει, αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία κατά την έννοια του άρθρου 340 ΑΚ, η οποία επέρχεται κατ’ άρθρο 341 παρ.1 ΑΚ με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής συμφωνηθείσας ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη κατ’ άρθρο 342 ΑΚ (ΑΠ 1848/2007 ΕλΔ 48.1434). Η ποινική ρήτρα αποτελεί μέσον εξαναγκασμού της εκπλήρωσης της σύμβασης ερχόμενο σε ενίσχυση αυτής (ΕφΑΘ 3264/2003 ΕλΔ 45.1509), παρεπόμενη δε συμφωνία και μέσο πίεσης στην εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κύριας ενοχής (ΑΠ 611/1998 ΕλΔ 40.141, ΕφΑθ 1413/2008 ΕλΔ 49.926). Σε περίπτωση συνομολογήσεως ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη προσήκουσας, υπό τη μορφή της μη έγκαιρης, εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, απαιτώντας την ποινή, οφείλει για το ορισμένο της αγωγής του (άρθρα 111 παρ.2 118 περ.4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ) να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει: α) τη σύμβαση που πρέπει να εκπληρωθεί, β) τη συμφωνία για την ποινική ρήτρα και γ) τις προϋποθέσεις της υπερημερίας, δηλαδή την όχληση του οφειλέτη ή ότι παρήλθε η ημέρα εκπλήρωσης της παροχής (ΑΠ 1460/2005 ΕλΔ 47.185).
Κατά το άρθρο 409 παρ. 1 του ΑΚ, αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το Δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, στη διαμόρφωση της κρίσης του για τον χαρακτήρα της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης και στη συνέχεια για το μέτρο που πρέπει να μειωθεί, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που συντρέχουν κατά περίπτωση, ιδίως δε το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που πλήγηκαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από την μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα της αθέτησης και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή [ΑΠ 762/2000 ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, 24/2016 ΕφΔωδ ΝΟΜΟΣ]. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για την ορθή υπαγωγή στα ανωτέρω κριτήρια του άρθρου 409 Α.Κ. των περιστατικών που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, χωρίς να ελέγχεται ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα (Α.Π. 1439/2012). Η περί μειώσεως της ποινής, κατά την ως άνω διάταξη, αίτηση μπορεί να ασκηθεί είτε με αγωγή ή ανταγωγή είτε με ένσταση. Κατά το άρθρο 405 ΑΚ, η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν υπέστη ζημία (ΑΠ 1705/2002, ΑΠ 148/2002). Εκ τούτων προκύπτει, ότι ο ζητών τη μείωση της ποινής ως υπέρμετρης πρέπει να επικαλεσθεί στην αίτηση του ορισμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων παρίσταται υπέρμετρη η ποινή, και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως τους, να αποδείξει αυτά, μη αρκούντος, μόνο του περιστατικού, ότι η ζημία του δανειστή είναι μικρότερη της συμφωνημένης ποινής (ΑΠ 303/1982, ΑΠ 1460/2005). Εν όψει δε του χαρακτήρα της διατάξεως του άρθρου 409 ΑΚ ως δημοσίας τάξεως, η αξίωση του οφειλέτη περί μειώσεως της ποινής μπορεί να ασκηθεί σε κάθε στάση της δίκης και επομένως, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με το δικόγραφο της εφέσεως κατ’ αρθρ. 527 παρ.3 ΚΠολΔ (ΑΠ 96/1984 ΑΠ 762/2000). Το δικαστήριο λαμβάνει ως βάση για τον σχηματισμό της ως άνω κρίσεως του τον χρόνο της αποφάσεώς του (ΑΠ 303/1982, ΑΠ 811/2013).
Ευγενία Φωτοπούλου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr