Ο χώρος της πυλωτής ή ανοικτά τμήματα αυτού, καίτοι στεγασμένα, δεν ήταν δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενα διαιρεμένης ιδιοκτησίας ούτε πριν τους ν. 960/1979 και ν. 1221/1981 (βλ. ΕφΛαρ 3/2015, δημ. Αρμ 2015, 944= ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2§1, 3§1, 4§1, 5, 13 του ν. 3741/1929, προκύπτει ότι, επί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών.
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθ. 17 § 2 ΚΠολΔ οι διαφορές ανάμεσα σε ιδιοκτήτες ορόφων υπάγονται στην αρμοδιότητα των Μονομελών Πρωτοδικείων ανεξαρτήτως της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς και δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθ. 648 επ. ΚΠολΔ. Στη διαδικασία αυτή υπάγονται τόσο οι διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ των συνιδιοκτητών από τον κανονισμό και την πράξη σύστασης συνιδιοκτησίας, όσο και από την ερμηνεία και εφαρμογή του ν. 3741/1929 και τα άρθ. 1002 και 1117 ΑΚ, ανεξαρτήτως αν αφορούν τις διαιρεμένες ιδιοκτησίες ή τα κοινά μέρη της οικοδομής (ΕφΛαρ 296/2011 ΝΟΜΟΣ). Αντικείμενα οροφοκτησίας κατ’ άρθ. 1002 ΑΚ μπορούν να είναι οι όροφοι και τα διαμερίσματα και τα εξομοιούμενα προς αυτά υπόγεια (Τασίκας σε ΣΕρμΑΚ τ. II υπό άρθ. 1117, σελ. 286, αριθ. 4).
Οι ως άνω βασικές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας προκύπτουν σαφώς από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες όμως δεν προσδιορίζουν επαρκώς την έννοια του ορόφου και διαμερίσματος ορόφου. Από το πνεύμα, εντούτοις, των διατάξεων για την οροφοκτησία και ιδίως από το σκοπό τους, συνάγεται ότι όροφος ή διαμέρισμα ορόφου είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση.
Μόνον οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, με την παραπάνω έννοια, καθώς και τα, εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους, υπόγεια και δωμάτια κάτω από τη στέγη (άρθρ. 1002 ΑΚ και 1 § 2 ν. 3741/1929), μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επομένως, δεν είναι δυνατό να συσταθεί διαιρεμένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών που έχει μεταγράφει νόμιμα, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τους (άρθρο 201 ΑΚ). Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ’ εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι’ αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου. Οι αξιώσεις που πηγάζουν από τη σχέση της οροφοκτησίας, είναι αξιώσεις από το γειτονικό δίκαιο και ως τέτοιες ασκούνται με αγωγή από τον κύριο (συγκύριο) του ακινήτου. Εναγόμενος είναι ο κύριος του γειτονικού ακινήτου ή κατ’ αναλογία ο κύριος χωριστής διαιρεμένης ιδιοκτησίας και συγκύριος του κοινοχρήστου, ως εμπραγμάτως δικαιούχος αυτού και κατ` εξαίρεση και όποιος χρησιμοποιεί το ακίνητο ως μισθωτής ή κάτοχος, έλκων δικαιώματα από τον εναγόμενο (Γ. Γεωργιάδης ΣΕρμΑΚ τ. II υπό άρθ. 1002 αριθ. 16- 18 σελ. 115).
Περαιτέρω, τα άρθρα 22 §9 και 32 §4 του ν.δ/τος 8/1973 περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, όπως αντικαταστάθηκαν από τις παραγράφους 22 και 33 του άρθρου του ν.δ/τος 205/1974, προέβλεψαν για πρώτη φορά την κατασκευή της οικοδομής επί υποστηλωμάτων για τη δημιουργία στο ισόγειο ανοικτού στεγασμένου χώρου, που αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός και χρησιμεύει για τη στάθμευση αυτοκινήτων. Ο κενός αυτός χώρος του ισογείου, που ονομάστηκε πυλωτή και αναφέρεται σε μεταγενέστερα νομοθετήματα ως «PILOTIS» (άρθρ. 1 §5γ ν. 960/1979, όπως αντικ. με ν. 1221/1981, 7 §1 και 9 §10 ΓΟΚ/1985), είναι εξ ορισμού ανοικτός και συνεπώς ισχύουν γι’ αυτόν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, δηλαδή η συμφωνία των οροφοκτητών να συστήσουν, σε τμήματα της πυλωτής που θα παραμείνουν ανοικτά, αυτοτελείς (διαιρεμένες) ιδιοκτησίες, θα είναι άκυρη, ως αντικείμενη στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις που καθορίζουν τις θεμελιακές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας (άρθρ. 174 ΑΚ) και συνακόλουθα τα τμήματα αυτά είναι κοινόκτητα και κοινόχρηστα. Αν, όμως, προβλέπεται στην άνω συμφωνία ότι στα πιο πάνω τμήματα της πυλωτής θα κατασκευαστούν κλειστοί χώροι, δημιουργούνται έγκυρα διαιρεμένες ιδιοκτησίες στους περίκλειστους χώρους που θα κατασκευαστούν, παρά το γεγονός ότι η κατασκευή τους μπορεί να επάγεται υπέρβαση του ορίου καλύψεως ή του συντελεστή δομήσεως και να είναι αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις του ΓΟΚ/1973 που ορίζουν ότι ο χώρος της πυλωτής αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός, αφού η παραβίαση των διατάξεων αυτών επιφέρει μόνο διοικητικές κυρώσεις και δεν θίγει το κύρος της μεταξύ των οροφοκτητών συμφωνίας (ΟλΑΠ 23/2000,857/2012, ΕφΛαρ 2011/2011 ΝΟΜΟΣ). Πρέπει να σημειωθεί, ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 §5 του ν. 900/1979, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 1221/1981, προβλέπουν ότι προκειμένου για θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων που βρίσκονται σε στεγασμένους χώρους κτιρίου, το οποίο έχει υπαχθεί στο σύστημα της διαιρεμένης ιδιοκτησίας, κάθε θέση σταθμεύσεως αποτελεί διαιρεμένη ιδιοκτησία, της οποίας επιτρέπεται η αυτοτελής μεταβίβαση και σε τρίτους που δεν έχουν σχέση με το κτίριο. Με τις διατάξεις αυτές, δηλαδή, αναγνωρίζεται χωριστή κυριότητα και επί των θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων που δεν είναι περίκλειστοι, αλλά απλώς στεγασμένοι, κατ’ εξαίρεση του κανόνα ότι αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας αποτελούν μόνον οι κλειστοί χώροι ορόφων ή διαμερισμάτων. Ειδικά όμως για την πυλωτή, το τελευταίο εδάφιο γ` της παρ. 5 του άνω άρθρου ορίζει ότι οι δημιουργούμενες στην πυλωτή θέσεις σταθμεύσεως δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας. Οι παραπάνω ρυθμίσεις και ιδίως αυτές των εδαφίων α` και βζ καθώς και εκείνη του εδαφίου γ`, θα ήταν ασφαλώς περιττές, αν ήταν δυνατό, με βάση τις ισχύουσες μέχρι τότε διατάξεις, να συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία επί ορισμένων ανοικτών χώρων του κοινού ακινήτου για να χρησιμοποιηθούν ως θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων. Ενόψει αυτών, γίνεται φανερό ότι ο χώρος της πυλωτής ή ανοικτά τμήματα του χώρου αυτού, παρ’ ότι στεγασμένα, δεν ήταν δυνατό ούτε πριν από τους ν. 960/1979 και 1221/1981, να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας. Εξαίρεση θεσπίσθηκε για τους λοιπούς στεγασμένους χώρους της οικοδομής (π.χ. στο υπόγειο), όπου επιτρέπεται η σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε χώρους που δεν είναι περίκλειστοι και μπορούν να λειτουργούν ως θέσεις πάρκινγκ σε υπόγεια, ενώ η απαγόρευση παρέμεινε, ως προς τους χώρους της πυλωτής. Οι χώροι της πυλωτής ανήκαν και τότε στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, επί των οποίων μπορούσε μόνο να παραχωρηθεί, με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, ή με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων ή άλλων οριζόντιων ιδιοκτησιών της ίδιας οικοδομής (άρθρ. 4 §1 και 13 ν. 3741/1929) (ΟλΑΠ 23/2000 ΕλλΔνη 2001.58, ΑΠ 635/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2302/2009 ΝΟΜΟΣ).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και 13 §1 και 3, 4 §1 του ν. 3741/1929, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθ. 54 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι, με την συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ή με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, η οποία γίνεται συμβολαιογραφικούς και υποβάλλεται σε μεταγραφή, ρυθμίζονται εγκύρως ακόμη και κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες είναι ενδοτικού δικαίου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών στα κοινά και αδιαίρετα μέρη της οικοδομής. Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί εγκύρως να παραχωρηθεί δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως ορισμένου από τα εν λόγω κοινόχρηστα και κοινόκτητα πράγματα σε ιδιοκτήτες χωριστών ιδιοκτησιών, ορόφων ή διαμερισμάτων ή υπογείων της ίδιας οικοδομής, δεδομένου ότι με τη συμφωνία αυτή δεν αναιρείται η συγκυριότητα αλλά καθορίζεται η χρήση. Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός της χρήσεως των λοιπών οροφοκτητών έχει απλώς τον χαρακτήρα ιδιόμορφης δουλείας, ήτοι δουλείας η οποία δεν είναι πραγματική, με την έννοια των άρθρων 1118 και 1119 ΑΚ, και έχει την έννοια ότι δεσμεύει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των συμβληθέντων και αντιτάσσεται κατά των τρίτων (ΑΠ 635/2010 ΝΟΜΟΣ). Με την πράξη σύστασης οροφοκτησίας και τον κανονισμό διοίκησης της συνιδιοκτησίας, εγκύρως καθιερώνονται περιορισμοί και απαγορεύσεις στη χρήση των κοινών και αδιαιρετών πραγμάτων της οικοδομής και πέραν των αναφερομένων στο άρθρο 3 του ανωτέρω νόμου. Οι τιθέμενες απαγορεύσεις στις περιπτώσεις αυτές ισχύουν, όταν από την απαγορευμένη πράξη δεν παραβλάπτεται η χρήση, ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών, ούτε μειώνεται η ασφάλεια των ιδιοκτησιών των ή του όλου οικοδομήματος, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός του (ΑΠ124/2010 ΝΟΜΟΣ).
Συμπερασματικά και εν κατακλείδι πρέπει να αναφερθεί ότι με τις διατάξεις αυτές του νόμου, στην οριζόντια ιδιοκτησία ιδρύεται, κυρίως χωριστή (διαιρεμένη) κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, οι αυλές κλπ. Ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 §1, 5 και 13 του ως άνω ν. 3741/1929. Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτε από την ως άνω δικαιοπραξία ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις πιο πάνω διατάξεις του νόμου. Το ίδιο συμβαίνει, όταν η προαναφερόμενη δικαιοπραξία, ή οι συμφωνίες, αντίκεινται στις διατάξεις αυτές όταν δηλαδή ο καθορισμός των κοινοχρήστων, κατ’ έκταση και περιεχόμενο, με βάση τις ανωτέρω συμφωνίες έρχεται σε ευθεία αντίθεση με ρητή πολεοδομική διάταξη που απαγγέλλει ρητώς ή σαφώς ακυρότητα. Έτσι σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1 §5 εδ. τελευταίο του ν. 960/1979 “περί επιβολής υποχρεώσεων προς δημιουργίαν χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων δια την εξυπηρέτησιν των κτιρίων”, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 1221/1981, κατά την οποία “αι τυχόν δημιουργούμενοι θέσεις σταθμεύσεως εις τον ελεύθερον ισόγειον χώρον του κτιρίου όταν τούτο κατασκευάζεται επί υποστηλωμάτων (pilotis) κατά τις ισχύουσες διατάξεις, δεν δύνανται ν’ αποτελέσουν διηρημένας ιδιοκτησίας”, στον προβλεπόμενο από την άδεια της οικοδομής ισόγειο ακάλυπτο χώρο, ο χώρος αυτός δεν μπορεί να αποτελέσει διαιρεμένες ιδιοκτησίες, που να ανήκουν είτε σε οροφοκτήτες είτε σε τρίτους, αλλά θα παραμείνει ως κοινόχρηστος, με την πιο πάνω έννοια υπέρ των οροφοκτητών της οικοδομής, δυναμένων να προβούν μόνο στο διαφορετικό καθορισμό μόνον της χρήσεως του χώρου αυτού. Για το λόγο αυτό η συμφωνία των οροφοκτητών για κατάργηση του κοινόχρηστου χαρακτήρα της πυλωτής και η μεταβίβαση του χώρου αυτής σε τρίτους κατά διαιρεμένες ιδιοκτησίες, έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς την άνω αναγκαστικού δικαίου πολεοδομική διάταξη του ν. 1221/1981, η οποία είναι αναγκαστικού δικαίου και είναι απολύτως άκυρη κατ’ άρθ. 174 ΑΚ, η ακυρότητα δε αυτή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον (ΟλΑΠ 5/1991). Ειδικότερα έννομο συμφέρον για την προβολή της ως άνω ακυρότητας έχουν όλοι οι ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, ως συγκύριοι του κοινοκτήτου και κοινοχρήστου μέρους της πυλωτής, το οποίο (έννομο συμφέρον) έγκειται στο δικαίωμα τους να μην ανέχονται την παρουσία τρίτων – μη συνιδιοκτητών, ως προς τη χρήση των κοινών μερών της πολυκατοικίας, παρά μόνον, είτε των συνιδιοκτητών, είτε τρίτων, οι οποίοι, κατόπιν συμβάσεως (π.χ. μισθώσεως) με τον συνιδιοκτήτη, έχουν και τη χρήση του διαμερίσματος, παρακολουθηματικό χαρακτήρα του οποίου έχει η δυνατότητα χρήσεως του χώρου σταθμεύσεως στην πυλωτή. Με άλλη διατύπωση οι θέσεις σταθμεύσεως στην πυλωτή δεν είναι αυθύπαρκτες, αλλά έχουν χαρακτήρα παρακολουθηματικό της οριζόντιας διαιρεμένης ιδιοκτησίας (διαμερίσματος ή ορόφου) και συνεπώς δεν είναι δυνατή ούτε η αυτοτελής διάθεση αυτών, ούτε η παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσεως αυτών σε τρίτο μη ιδιοκτήτη, ενώ είναι δυνατή με τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, να αναγνωρισθεί δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως σε ιδιοκτήτες διαιρεμένων ιδιοκτησιών ορόφων ή διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής (ΟλΑΠ 23/2000), ο περιορισμός δε αυτός έχει χαρακτήρα δουλείας κατ’ άρθ. 13 §3 ν. 3741/1929, η οποία όμως δεν είναι πραγματική δουλεία με την έννοια των άρθρων 1118 και 1119 ΑΚ και έχει την έννοια ότι δεσμεύει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των συμβληθέντων και αντιτάσσεται κατά των τρίτων (ΑΠ 2174/2009 ΝΟΜΟΣ). Η δουλεία αυτή συνιστάται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του νόμου και συνίσταται στην υποχρέωση των συνιδιοκτητών να εξασφαλίσουν είτε σε ακάλυπτο είτε σε καλυμμένο (μεταξύ των υποστηλωμάτων της οικοδομής-pilotis), χώρο για την στάθμευση των αυτοκινήτων τους.
Κατά λογική συνέπεια των ανωτέρω, τέλος, σε περίπτωση που ο συνιδιοκτήτης υπέρ του οποίου έχει συμφωνηθεί η αποκλειστική χρήση κάποιας ή κάποιων θέσεων στάθμευσης, παύσει να έχει την ιδιότητα αυτή διότι πώλησε τις οριζόντιες αυτοτελείς ιδιοκτησίες υπέρ των οποίων είχε συμφωνηθεί η αποκλειστική ιδιοκτησία των θέσεων στάθμευσης χάνει και το δικαίωμα χρήσεως των θέσεων αυτών, οι οποίες επανακτούν τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τους (ΕφΑΘ 5971/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ). Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι εν προκειμένω δεν έχει εφαρμογή το π.δ. 1340/1981, κατά το οποίο δεν προβλέπεται θέση στάθμευσης για επιφάνεια μικρότερη των 40 τ.μ., καθώς αυτό αφορούσε τον τρόπο υπολογισμού του εμβαδού και του πλήθους των θέσεων στάθμευσης στην οικοδομή, είχε εφαρμογή μόνο για τον καθορισμό χρήσης κτιρίων εντός της μείζονος περιοχής πρωτευούσης (βλ. σχετικά την ΑΠ 2155/2009, 942/2012 δημ. ΝΟΜΟΣ) και σε κάθε περίπτωση έχει καταργηθεί και σήμερα ισχύει το π.δ. 111 /2004, το οποίο επίσης αφορά την περιφέρεια Αττικής.
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr