Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Παραχώρηση της άσκησης της επικαρπίας από τον επικαρπωτή σε τρίτον – Ενοχική η σχετική δικαιοπραξία

Κατά το άρθρο ΑΚ 1166 «η επικαρπία, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, είναι αμεταβίβαστη. Η άσκησή της μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον για χρόνο που δεν υπερβαίνει τη διάρκεια της επικαρπίας, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1164».

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, παρά το αμεταβίβαστο της επικαρπίας, ο επικαρπωτής μπορεί να μεταβιβάσει σε άλλον την άσκηση αυτής ολικά ή μερικά ή για ορισμένες μόνο, μεμονωμένες ωφέλειές της και για ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια, με ή χωρίς αντάλλαγμα. Η παραχώρηση της άσκησης της επικαρπίας, με την οποία ο επικαρπωτής, ο οποίος παραμένει ο φορέας του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας και οιονεί νομέας του πράγματος, μεταβιβάζει στον ασκούντα την επικαρπία μόνο την οιονεί κατοχή αυτού, έχει ενοχική απλώς ενέργεια, δηλαδή, γεννά μόνο ενοχική αξίωση κατά του επικαρπωτή, καθότι, αν η μεταβίβαση της άσκησης παρείχε εμπράγματο δικαίωμα, το αμεταβίβαστο της επικαρπίας θα αποτελούσε γράμμα κενό. Ο αποκτών το ενοχικό δικαίωμα άσκησης της επικαρπίας, ως οιονεί κάτοχος του πράγματος, προστατεύεται ως εξής: α) έναντι του επικαρπωτή μόνον ενοχικά, β) έναντι τρίτων με τις αγωγές της νομής, ενώ γ) έναντι του ψιλού κυρίου μπορεί να αντιτάξει τις ενστάσεις των άρθρων ΑΚ 1095 και 1108 § 2. Η μεταβίβαση της άσκησης της επικαρπίας, ως ενοχική δικαιοπραξία, είναι άτυπη και δεν απαιτείται κατά νόμο μεταγραφή ή καταχώριση επί ακινήτου. Ο επικαρπωτής παραμένει έναντι του κυρίου υπόχρεος από την ενοχική σχέση της επικαρπίας, ενώ δεν γίνεται δεκτή η δυνατότητα του κυρίου να μεταβιβάσει απευθείας το ενοχικό δικαίωμα άσκησης της επικαρπίας σε τρίτο, χωρίς προηγούμενη σύσταση του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας, σύμφωνα με την άποψη κατά την οποία η άσκηση ενός δικαιώματος προϋποθέτει την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού, το ίδιο, δε, ισχύει και για τη διεύρυνση του κύκλου των προσώπων που νομιμοποιούνται σε άσκησή του, όπως είναι και η περίπτωση πολλαπλασιασμού των προσώπων που νομιμοποιούνται να ασκήσουν το δικαίωμα της επικαρπίας, δυνάμει της συμφωνίας που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου ΑΚ 1166 εδ. β’, αφού με την εξουσιοδότηση που παρέχεται στον τρίτο, ο τελευταίος αποκτά το δικαίωμα να ασκεί ως μη δικαιούχος το δικαίωμα της επικαρπίας. Η από την πλευρά του τρίτου άσκηση των δικαιωμάτων που ανήκουν στο περιεχόμενο της επικαρπίας προϋποθέτει, όμως, υφιστάμενο το δικαίωμα αυτό, συνακόλουθα, δε, η παραχώρηση (ενοχικώς) της άσκησης μιας επικαρπίας που δεν υφίσταται (ως εμπράγματο δικαίωμα), δεν είναι νοητή.

Η άκυρη σύσταση πραγματικής ή προσωπικής δουλείας μπορεί, κατά μετατροπή (ΑΚ 182), να θεωρηθεί σαν έγκυρη παραχώρηση της εξουσίας άσκησης της επικαρπίας με ενοχική μόνο ενέργεια (ΑΠ 698/1970, ΑΠ 14507/1981, ΝοΒ 29, 1583), εφόσον φυσικά πληρούνται οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου ΑΚ 182. Σύμφωνα με αυτό “όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, αυτή ισχύει, εφόσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα”. Από την διάταξη τούτη προκύπτει ότι για τη μετατροπή της άκυρης δικαιοπραξίας σε άλλη έγκυρη απαιτείται: 1) η ακυρότητα της πρώτης και η άγνοια των μερών για την ακυρότητα αυτή 2) η άκυρη δικαιοπραξία να περιέχει και τα στοιχεία της κατά μετατροπή έγκυρης και 3) η υποθετική βούληση των μερών να ισχύσει η κατά μετατροπή άλλη δικαιοπραξία, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα (ΑΠ 1208/2018, ΑΠ 1843/2009, ΑΠ 841/2009, ΑΠ 594/2000, ΤΝΠ Νόμος). Γενικά, η βούληση των μερών για τη μετατροπή μιας άκυρης δικαιοπραξίας πρέπει να θεωρείται ότι υπάρχει όταν, ολικά ή μερικά, η άλλη δικαιοπραξία έχει τις ίδιες συνέπειες ή ουσιωδώς αντίστοιχες με εκείνες που θα είχε η άκυρη δικαιοπραξία, αν ήταν ισχυρή. Και τούτο διότι, εκείνο που επιδιώκεται με τη μετατροπή είναι η πραγμάτωση -όσο είναι δυνατό- της βούλησης των μερών. Η υποθετική θέληση των μερών (επί συμβάσεως) πρέπει να προβάλλεται και να αποδεικνύεται από τα ίδια τα μέρη, διαφορετικά δεν χωρεί μετατροπή, δεδομένου ότι ο δικαστής δεν υποκαθιστά τη μη δυνάμενη να συναχθεί υποθετική βούληση των μερών με δική του αντικειμενική εκτίμηση (ΑΠ 121/ 2014, ΑΠ 594/2000 ΤΝΠ Νόμος). Αν η μετατροπή προτείνεται από τον εναγόμενο, πρόκειται για καταλυτική ένσταση, γνήσια μη αυτοτελή (ΑΠ 792/2006, ΑΠ 274/2004, ΑΠ 551/2003, ΤΝΠ Νόμος).

Στην περίπτωση πλειστηριασμού, αν ο καθ’ ου η εκτέλεση απολέσει το εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας, το ενοχικό δικαίωμα άσκησής της που είχε παραχωρήσει στον τρίτο δεν έχει πλέον έρεισμα και παύει να υφίσταται, αφού δεν μπορεί να αντιταχθεί έναντι του υπερθεματιστή (χωρίς βέβαια αυτό να επιδρά στις τυχόν ενοχικές αξιώσεις του τρίτου σε βάρος του αντισυμβαλλομένου του επικαρπωτή, όχι όμως και σε βάρος επισπεύδοντος την εκτέλεση ή του υπερθεματιστή, με τους οποίους δεν συνδέεται ενοχικώς). Τούτο δε διότι ο υπερθεματιστής δεν είναι υποχρεωμένος -εκτός αν υπάρχει ειδική από το νόμο ρύθμιση (όπως επί παραδείγματι εκείνη των άρθρων ΑΚ 614 και 1009 ΚΠολΔ) ή συμβατική δέσμευση- να εκπληρώσει τις ενοχικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει ο καθ’ ου η εκτέλεση έναντι τρίτου, σχετικά προς το πλειστηριαζόμενο, διότι οι δεσμεύσεις αυτές, λόγω της σχετικότητάς τους, συνάπτονται με το πρόσωπο εκείνου που τις αναλαμβάνει και δεν ακολουθούν το πράγμα κατά τη μεταγωγή του στο νέο κύριο (ΕΦΑΘ 1600/1987 Δνη 1988, 534).

→ Ίδετε επίσης σχετικώς: ΑΠ 1522/2006, ΠΠΡΑΘ 5697/2011, ΠΠΡΑΘ 4379/2011, ΠΠΡΑΘ 7494/2009, ΜΠΡΠΕΙΡ 5580/2011, ΕΦΘΕΣΣ 3102/1992, ΠΠΡΘΕΣΣ 1136Ν/1989, όλες ΤΝΠ Νόμος. Επίσης, Απόστολου Γεωργιάδη, Η παραχώρηση άσκησης της επικαρπίας πριν από τη σύστασή της – Συμβολή στην ερμηνεία της ΑΚ 1166 εδ. β’, ΧρΙΔ 2002, σελ. 769 επ., του ίδιου, Εμπράγματο δίκαιο, δεύτερη έκδοση, 2010, παρ. 7615, σελ. 947- 948.

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών Μ.Δ.Ε.

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί