Παραγραφή απαιτήσεων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 8/2014)
Όπως έχει κριθεί από την Γνωμοδότηση του ΝΣΚ με αριθμό 8/2014 (του ΣΤ’ τμήματος):
Σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. Α υποπαραγραφ. 1α του Ν. 3655/2008:
«Α. Παραγραφή απαιτήσεων υπέρ των ΦΚΑ.
- Κάθε απαίτηση των ΦΚΑ παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μετά πέντε (5) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη. Εάν η βεβαίωση του χρέους έγινε πριν αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο, ολικά ή μερικά, η παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους κατά το οποίο αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο.
Για τα παρακάτω χρέη προς τους ΦΚΑ ισχύει η εικοσαετής παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις που αφορούν τους ΦΚΑ και τους εντασσόμενους σε αυτούς φορείς, κλάδους ή λογαριασμούς.
α. Απαιτήσεις από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές …».
Σύμφωνα με το άρθρο 101 του Ν. 4172/2013 με το οποίο ιδρύθηκε ειδική υπηρεσία στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ για την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών όλων των ταμείων, ορίζονται τα εξής:
1. Στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ιδρύεται Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (Κ.Ε.Α.Ο) με οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια.2. Το Κ.Ε.Α.Ο. έχει ως σκοπό: α) την είσπραξη των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, β) τη δημιουργία ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων των οφειλετών των Ασφαλιστικών Οργανισμών (μητρώο οφειλετών), τον προσδιορισμό του ύψους των οφειλόμενων ποσών την αιτία και τη χρονική περίοδο που ανάγονται, την τήρηση στατιστικών στοιχείων και αναλύσεων, γ) τη μελέτη, επεξεργασία και υποβολή προτάσεων για νομοθετικές ρυθμίσεις στο αρμόδιο καθ` ύλην Υπουργείο, δ) το σχεδιασμό και την εκτέλεση δράσεων για την επίτευξη του σκοπού του Κ.Ε.Α.Ο. 3. Για τις ανάγκες του παρόντος νοούνται:Τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές, οι καταβλητέες εισφορές έως την καταληκτική ημερομηνία εμπροθέσμου καταβολής τους.Καθυστερούμενες, οι ασφαλιστικές εισφορές από την επόμενη ημέρα λήξης της εμπροθέσμου καταβολής τους.Ληξιπρόθεσμες, οι καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές από τη σύνταξη της πράξης βεβαίωσης της οφειλής.Βεβαίωση οφειλής, η ειδική διοικητική πράξη καταγραφής οφειλών. Η πράξη βεβαίωσης οφειλής συντάσσεται τον επόμενο μήνα λήξης της εμπροθέσμου καταβολής των ασφαλιστικών οφειλών και σε κάθε περίπτωση μέχρι έξι (6) μήνες από την ημέρα που οι ασφαλιστικές οφειλές κατέστησαν καθυστερούμενες. Τίτλο εκτελεστό αναγκαστικής είσπραξης οφειλών σύμφωνα με το ν.δ.356/1974 Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), ως ισχύει, αποτελεί η πράξη βεβαίωσης οφειλής μετά την απόδοση μοναδικού αριθμού και την ταυτόχρονη ηλεκτρονική εγγραφή της στο ειδικό ηλεκτρονικό μητρώο εσόδων του Κ.Ε.Α.Ο.
Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα της παραγραφής, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί και φορείς αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δυνάμει του άρθρου μόνου του Π.Δ. 437/1977, εξαιρούνται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 496/1974 περί λογιστικού νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Αυτό έχει σαν συνέπεια να εφαρμόζονται σε κάθε ένα εξ αυτών οι ισχύουσες καταστατικές διατάξεις και σε περίπτωση σιγής αυτών, επικουρικά εκείνες του Αστικού Κώδικα και ιδίως του άρθρου 249 με το οποίο ορίζεται ότι ο χρόνος της παραγραφής των αξιώσεων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά είναι είκοσι ετών ως και του άρθρου 251 που ορίζει ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής τη γέννηση της αξιώσεως και τη δυνατότητα δικαστικής της επιδίωξης. Τέλος, από το άρθρο 277 ΑΚ προκύπτει ότι η παραγραφή προτείνεται κατ’ ένσταση και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Σύμφωνα με την ανωτέρω γνωμοδότηση του ΝΣΚ, στο ερώτημα αν παραγράφεται και πότε η αξίωση των ασφαλιστικών εισφορών σε περίπτωση μη βεβαίωσης της οφειλής, θα πρέπει κατ’ αρχήν να αναζητηθεί απάντηση σε τυχόν ειδική ρύθμιση στις καταστατικές διατάξεις του οικείου φορέα και, σε περίπτωση απουσίας τέτοιας ρύθμισης, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι εφαρμόζεται η γενική εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, όπως συμβαίνει σε οποιαδήποτε αξίωση. Επομένως, οφειλές οι οποίες δεν βεβαιώθηκαν και για τις οποίες ελλείπει παντελώς ειδική καταστατική διάταξη που να ορίζει άλλη παραγραφή, παραγράφονται μετά είκοσι χρόνια από του τέλους του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν.
Εφόσον η παραγραφή αυτή (γενική ή ειδική) έχει συμπληρωθεί, η βεβαίωση της οφειλής και η εντεύθεν εφαρμογή του άρθρου 137 του Ν. 3655/2008 καθώς και του άρθρου 101 του Ν. 3172/2013 για την κίνηση της διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης, αποτελούν διαδικασίες ακυρωτέες, αν ο οφειλέτης υποβάλει σχετική ένσταση.
Εφόσον η ανωτέρω παραγραφή δεν έχει συμπληρωθεί, ο Φ.Κ.Α. μπορεί να ακολουθήσει τη διαδικασία των ως άνω άρθρων και, από της βεβαιώσεως της οφειλής, αρχίζει να τρέχει η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 137 του Ν. 3655/2008 και τούτο εφόσον στις καταστατικές ή ειδικές διατάξεις του ταμείου δεν προβλέπεται άλλη συντομότερη παραγραφή η οποία όμως θα έχει ως αφετηρία τη βεβαίωση της οφειλής.
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr