Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Παραγραφή αξιώσεως στην αγωγή του Ν. 2717/1999

Η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων είναι πέντε έτη, είτε το ένδικο βοήθημα της αγωγής στρέφεται κατά του Δημοσίου (άρθρο 90 παρ. 1 ν. 2362/1995) είτε κατά ν.π.δ.δ. (άρθρο 48 παρ. 1 ν.δ. 496/1974). Η παραγραφή της αξιώσεως είτε κατά του Δημοσίου είτε κατά ν.π.δ.δ αρχίζει πάντοτε από του τέλους του οικονομικού έτους καθ’ ο εγεννήθη η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη (άρθρο 91 παρ. 1 ν. 2362/1995 και άρθρο 49 παρ. 1 ν.δ. 496/1974 αντίστοιχα, Η αγωγή στη διοικητική δικονομία, Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης,  Εκδ, Σάκκουλας, 201-202).

Συγκεκριμένα, επί αδικοπραξίας εφαρμόζεται η διάταξη 937 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η αξίωση προς αποζημίωση γεννάται όχι από τότε που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός αλλά από τότε που επήλθε η ζημία εξαιτίας αυτού∙ ή κατά τον Γ. Μπαλή «αφ’ης η πράξη ήρξατο αναδίδουσα επιζημίους συνεπείας». Δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός και η αξίωση μπορεί να μην ταυτίζονται χρονικά. Κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ η παραγραφή της αξίωσης αρχίζει από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε πλήρη γνώση της παρανόμου πράξεως και των αιτιολογιών της, εν όψει των οποίων παρέχεται σ’ αυτόν η δυνατότητα να διαπιστώσει το νόμιμο ή μη της πράξεως και να επιδιώξει στη συνέχεια τη δικαστική αποκατάσταση της ζημίας, εγείροντας σχετική αγωγή αποζημιώσεως (ΣτΕ 2493/93, 1038/1995, ΔιΔίκ 1996, 101, Η αγωγή στη διοικητική δικονομία, Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης, Εκδ, Σάκκουλας, σελ.280, 283).

Για το ορισμένο της προβαλλόμενης ένστασης παραγραφής αυτή «πρέπει να περιέχει τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν και κυρίως το χρόνο έναρξης της παραγραφής, για να μπορεί να κριθεί αν έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος από το νόμο χρόνος της. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 247, 249, 250, 251, 261, 270, 272, 277 ΑΚ, 215, για το ορισμένο της ενστάσεως παραγραφής πρέπει να αναφέρονται ο χρόνος αυτής, ο χρόνος κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση, το χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής και ο χρόνος επιδόσεως της αγωγής, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν, με αφετηρία το ανωτέρω χρονικό σημείο και μέχρι την επίδοση της αγωγής, από της οποίας διακόπτεται η παραγραφή, συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτής. Διαφορετικά, σε περίπτωση δηλαδή μη αναφοράς των ανωτέρω στοιχείων, ο ισχυρισμός περί παραγραφής της διωκόμενης με την αγωγή αξιώσεως, είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και, επομένως απορριπτέος ως αόριστος (Ενστάσεις κατά τον Αστικό Κώδικα, Ελευθέριος Καστρήσιος, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ.190).

Συγκεκριμένα, ως προς το ζήτημα του χρόνου επίδοσης της αγωγής ως αφετηριακό γεγονός της διακοπής της παραγραφής αξιώσεως παρατίθεται απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 4977/1994 του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών:

«στο άρθρο 32 του π.δ/τος 341/1978, στην ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του οποίου παραπέμπει το άρθρο 4 του ν. 1406/1983, προκειμένου για τις υποθέσεις του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, όπως η κρινόμενη ορίζεται ότι μετά την άσκηση της αγωγής κατά το άρθρο 28 του π.δ. 341/1978 τα αποτελέσματα που καθορίζονται ως επερχόμενα κατά το ουσιαστικό δίκαιο από την έγερση της επέρχονται μόνο από την επίδοση της στο εναγόμενο (§ 1) και ότι, για το σκοπό αυτό, ανεξάρτητα από την κοινοποίηση που ενεργείται με την επιμέλεια της γραμματείας, μπορεί ο ενάγων να κοινοποιήσει στον εναγόμενο επικυρωμένο αντίγραφο της αγωγής που κατατέθηκε (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη διακοπή της παραγραφής αξιώσεως κατά του Δημοσίου, δεν αρκεί η κατάθεση του δικογράφου της αγωγής στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, αλλά απαιτείται και επίδοση αυτής στο εναγόμενο, εφόσον, βάσει του άρθρου 32 του π.δ. 341/1978 που προπαρατέθηκε, τα ουσιαστικά αποτελέσματα της αγωγής – μεταξύ των οποίων και αυτό της παραγραφής – επέρχονται μόνον από την επίδοση της. Οι διατάξεις του άρθρου 32 του π.δ. 341/1978. που ενσωματώθηκαν στις διατάξεις του παραπέμπτοντος σ’ αυτές ν. 1406/1983 (άρθρο 4), που έχει αυτοτελή ύπαρξη (πρβλ. ΟλΣτΕ 610/1988 ΕΔΚΑ 1988, 341), κατέστησαν διατάξεις του νόμου αυτού, ο οποίος ως νεότερος και ειδικότερος – ως προς τις διοικητικές διαφορές ουσίας που περιλαμβάνονται στο άρθρο 1 τούτου, όπως η προκειμένη – κατισχύει των διατάξεων του άρθρου 51 περ. α’ του ν.δ. 496/1974».

Λαμπρινή Σταμέλου, Δικηγόρος

lambrini@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί