Παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο κάποιων εκ των στοιχείων της 118ΚΠολΔ
Η παράλειψη κάποιου από τα στοιχεία της ΚΠολΔ 118 ή η εσφαλμένη αναγραφή δε συνεπάγεται από μόνο το λόγο αυτό ακυρότητα του δικογράφου, γιατί η τήρηση της διάταξης δεν έχει ορισθεί με ποινή ακυρότητας, ούτε για την παράβαση αυτής χωρεί αναίρεση ή αναψηλάφηση, και συνεπώς η δυνατότητα προβολής βασίμως της ακυρότητας του δικογράφου για τον πραναφερόμενο λόγο προϋποθέτει τη συνδρομή των όρων της ΚΠολΔ 159 παρ. 3 (Βαθρακοκοίλης, ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος Α΄ άρθρα 1-220, 1996, σελ. 732). Επίσης, ο νόμος δεν απαιτεί πανηγυρική διατύπωση, αλλά αρκεί να προκύπτουν από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου τα άνω στοιχεία ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητα ή τη διαδικαστική θέση του διαδίκου.
Επίσης, οι ιδιότητες του αντιπροσώπου ή του αντιπροσωπευομένου να προκύπτουν από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου (ΕφΑθ 11675/1986, ΕλλΔνη 1987.1336). Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση διεξαγωγής δίκης από μη δικαιούχο διάδικο, λ.χ. το σύνδικο ή σε περίπτωση καθολικής διαδοχής (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος Ι, 2000, σελ. 269). Ούτε ο εσφαλμένος νομικός προσδιορισμός επιφέρει ακύρωση, εφόσον καθίσταται εφικτός ο προσδιορισμός του διαδίκου. Η εσφαλμένη ή αναληθής αναγραφή των άνω στοιχείων ή οποιαδήποτε αταξία στον καθορισμό αυτών δεν επιφέρουν ακυρότητα, αφού η διάταξη δεν έχει τεθεί με ποινή ακυρότητας, ούτε χωρεί προς τούτο αναίρεση ή αναψηλάφηση, αλλά μόνο με τη συνδρομή του στοιχεία της βλάβης, δηλαδή μόνο εφόσον καταλείπται αμφιβολία για το πρόσωπο του διαδίκου. Μέσο για τη διακρίβση αυτή αποτελεί και η ερμηνεία, η οποία σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να γίνεται υπέρ του διαδίκου που επιχειρεί τη διαδικαστική πράξη. Έτσι, δεν είναι ελαττωματικό το δικόγραφο που στρέφεται κατά του υπουργού των Οικονομικών ή του διευθυντή του δημόσιου ταμείου, αντί του ελληνικού δημοσίου ή κατά του υποκαταστήματος τράπεζας, αντί του νομικού προσώπου της τράπεζας ή του διοικητική του ΙΚΑ αντί του ΙΚΑ (Βαθρακοκοίλης, ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος Α΄ άρθρα 1-220, 1996, σελ. 734). Τέλος, ο εσφαλμένος προσδιορισμός των στοιχείων αυτών δεν καθιστά ελαττωματικό το δικόγραφο, εφόσον δεν προκύπτει σύγχυση για την ταυτότητα του νομικού προσώπου. Ούτε και η έλλειψη αυτών επιφέρει ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου, εφόσον δεν προκύπτει αμφιβολία για το νομικό πρόσωπο. Το ίδιο συμβαίνει και με το δημόσιο, του οποίου μάλιστα πασίδηλη είναι και η έδρα του (Βαθρακοκοίλης, ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος Α΄ άρθρα 1-220, 1996, σελ. 735).
Ευγενία Φωτοπούλου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr