Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

ΠΔ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων» – Αναλογική εφαρμογή των διατάξεών του μόνο επί συμβάσεων αποκλειστικής διανομής και όχι επί συμβάσεων απλής διανομής

Οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων», το οποίο εξεδόθη σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά στους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, καίτοι έχουν ευθεία και άμεση εφαρμογή μόνο στον εμπορικό αντιπρόσωπο και δεν αφορούν άλλα πρόσωπα που διαμεσολαβούν στη λειτουργία του εμπορίου, τυγχάνουν, ωστόσο, αναλογικής εφαρμογής στις περιπτώσεις που η διαμεσολαβητική λειτουργία άλλου επαγγελματία, όπως είναι και ο αποκλειστικός διανομέας, προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία και ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της.

Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με εκείνες που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρ. 4 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, ήτοι: α) παράλειψη ανταγωνιστικών σε βάρος του εντολέως τους πράξεων κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη λήξη της συμβάσεώς τους, β) τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, γ) προώθηση διαρκώς και αποκλειστικώς των προϊόντων του εντολέως τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι, μάλιστα, στον έλεγχο του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) διαφήμιση των πωλούμενων προϊόντων ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) γνωστοποίηση, κατά τη σύμβαση, στον εντολέα τους του πελατολογίου τους, το οποίο, μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβάσεως διανομής, περιέρχεται στον προμηθευτή. Περαιτέρω, δε, ομοιότητα με τον εμπορικό αντιπρόσωπο υφίσταται στις περιπτώσεις που ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, και συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου και συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου, όπως ο αντιπρόσωπος, και γενικώς στην περίπτωση που η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη – ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους – είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου[1].

Η συνομολόγηση ακριβώς των παραπάνω προϋποθέσεων, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικώς, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέως τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή ο τελευταίος δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο για εκείνον όφελος το γεγονός ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της μεταξύ τους συμβάσεως, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει ούτως να αποκομίζει οικονομικά οφέλη.

Εκ των προρρηθέντων, συνάγεται ότι ναι μεν δεν είναι δυνατή στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991, όμως, με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, ενδείκνυτο, ακόμη και πριν από τη θέσπιση του Ν. 3577/2007, η αναλογική – ολική ή μερική – εφαρμογή των διατάξεών του και στις συμβάσεις αυτές και γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη – και όχι περιοριστική – ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του, ιδίως, μάλιστα, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι ο νομοθέτης έχοντας ως άμεση προτεραιότητα να εισαγάγει με το ΠΔ 219/1991 τις ρυθμίσεις της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, δεν είχε ταυτόχρονα ως σκοπό να περιορίσει οπωσδήποτε την εφαρμογή του αποκλειστικά στους εμπορικούς αντιπροσώπους και να αποκλείσει σιωπηρά από την εφαρμογή του παρόμοιες εμπορικές διαμεσολαβητικές δραστηριότητες. Εξάλλου, με βάση το ανωτέρω πλαίσιο, κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του αρθρ. 9 του ΠΔ 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό αποζημίωσης πελατείας, η οποία δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση διανομής όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία[2].

Ήδη δε, προς επίρρωση των ανωτέρω, δυνάμει της διάταξη της παρ. 4 του άρθ. 14 του Ν. 3557/2007, ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, το οποίο συμβαίνει κυρίως όταν αυτός ακολουθεί τις οδηγίες του προμηθευτή ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, με δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα σήματα του τελευταίου, αλλά και υποχρέωση να τον πληροφορεί για το πελατολόγιό του και για τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του[3]. Ως εκ τούτου, όπως άλλωστε ορίζεται πλέον ρητώς και στο Ν. 3557/2007, η αναλογική εφαρμογή του ως άνω ΠΔ εφαρμόζεται μόνο επί συμβάσεων αποκλειστικής διανομής και υπό τις προϋποθέσεις που προελέχθησαν. Η αναλογική, δηλαδή, αυτή εφαρμογή του ως άνω ΠΔ δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα ανταγωνιστικά προς τα δικά του προϊόντα. Δικαιολογητικός προς τούτο λόγος είναι ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση, ελλείπει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του[4]. Στο σημείο αυτό, δέον να τονισθεί ότι στη σύμβαση αυτή, ήτοι της απλής διανομής, η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά στον ΕμπΝ, θεμελιώνεται, ωστόσο, στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθ. 5 παρ. 1 Συντάγματος) και στην υπό του άρθ. 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ, που κατά ρητή επιταγή του άρθ. 91 ΕμπΝ εφαρμόζονται στη σύμβαση παραγγελίας, η οποία ομοιάζει ως προς τα ουσιαστικά της στοιχεία με τη σύμβαση απλής διανομής[5].

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

email: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΑΠ 364/2014, ό.π., 126/2014, 984/2014, 14/2011 – άπασες δημοσιευμένες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] βλ. ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 16/2013 – αμφότερες δημοσιευμένες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[3] βλ. ΑΠ 984/2014 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[4] ΑΠ 42/2015, ΜΠρΡοδ 164/2015, ΑΠ 1933/2009 – άπασες δημοσιευμένες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[5] βλ. ΕφΘεσσ 496/2011 ΕΕμπΔ 2011. 355, ΕφΑθ 5826/2010 ΕΕμπΔ 2011. 75, ΑΠ 849/2002, ΕλλΔνη 43. 1613

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί