Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Περιορισμός αιτήματος αγωγής με τις προτάσεις προς αποφυγή καταβολής δικαστικού ενσήμου. Νομική φύση της, τρόπος και τύπος υποβολής του. Στοιχεία ώστε να μην είναι αόριστος (βλ. ΑΠ 291/2015, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της, από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί, για το παραδεκτό της αγωγής, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνονται και η αγωγή, για την οποία η εσφαλμένη, ως προς τη νομιμότητα και την εν γένει θεμελίωσή της, κρίση ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί ανάγεται στη μη προσήκουσα εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Η νομική δε αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της, σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά, ενώ η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, δηλαδή αυτή που ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνεπάγεται την αοριστία του ίδιου του δικογράφου της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως αόριστης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟH`/1912 “περί δικαστικών ενσήμων”, όπως αυθεντικώς ερμηνεύτηκε με το ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν.δ. 4189/1961 και το άρθρο 71 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 17 του ν. 2479/1997, προκειμένου για εργατικές διαφορές, όταν το αίτημα της αγωγής υπερβαίνει το ποσό της εκάστοτε καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου καταβάλλεται τέλος δικαστικού ενσήμου. Από τη διάταξη αυτή, σαφώς, προκύπτει ότι, όταν το αντικείμενο της εργατικής διαφοράς υπερβαίνει το ποσό της εκάστοτε καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει το ανάλογο δικαστικό ένσημο, για το επιπλέον αντικείμενο της διαφοράς και όχι για το σύνολο του αιτούμενου ποσού.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του KΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ’ εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Με τη διάταξη αυτή επιτρέπεται, μεταξύ των άλλων, η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και, έτσι, περιορίζεται η αγωγή στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, το οποίο υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό.

Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος αν και θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β` του KΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (Ολ. Α.Π. 6/1997 και 5/1997), δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 KΠολΔ), αλλά θα εφαρμοστούν οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στο διαγραφόμενο, από το άρθρο 297 KΠολΔ, τύπο. Κατά συνέπεια, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του KΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ιδίου κώδικος, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπόψη. Με την παραίτηση, βέβαια, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, η οποία εμποδίζει την συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση.

Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτώς μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων. Η μετατροπή του αιτήματος της αγωγής εν όλω ή εν μέρει από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό αποτελεί περιορισμό του αιτήματος και ως εκ τούτου μπορεί να γίνει νομίμως, όχι μόνο με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το άρθρο 223 KΠολΔ., αλλά και με δήλωση η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά (Α.Π. 1314/2009, Α.Π. 315/2010).

Πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο ελέγχει, αυτεπάγγελτα, την προσήκουσα καταβολή του δικαστικού ενσήμου και την αοριστία της αγωγής και, εφόσον ασκηθεί έφεση από τον εναγόμενο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως, χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να ερευνήσει αν η αγωγή, η οποία πρωτοδίκως έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν, είναι νόμω βάσιμη, αόριστη ή απαράδεκτη, αρκεί ο εκκαλών (εναγόμενος) να ζητεί την απόρριψή της. Στις περιπτώσεις αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίζει την απόφαση και απορρίπτει την αγωγή για έναν από τους ως άνω τυπικούς λόγους.

Στην προκείμενη υπόθεση ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι εσφαλμένα οδηγήθηκε σε κρίση το Δικαστήριο της ουσίας ότι είναι αόριστος ο περιορισμός που έγινε σε αγωγή για δεδουλευμένες αποδοχές με τη φράση «κατεβλήθη το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου για το πέραν των 20.000 ευρώ αιτούμενο ποσό», χωρίς να έχει καταχωρηθεί σχετική δήλωση στα πρακτικά, καθόσον δεν προκύπτει, ότι με την παραπάνω δήλωση των εναγόντων, αυτοί προέβησαν σε μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής τους ή σε διαχωρισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, για λόγους καταβολής δικαστικού ενσήμου. Αντίθετα, προκύπτει, ότι με τη δήλωση τους αυτή, απλώς και μόνο διευκρινίζουν, ότι κατέβαλαν το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου, για αντικείμενο της διαφοράς, πέραν των 20.000 ευρώ, ως προς το οποίο και μόνο, άλλωστε, είχαν σχετική υποχρέωση.

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί