Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Πότε ελέγχεται ως καταχρηστική η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου; – Υπαγωγή του εν λόγω διευθυντικού δικαιώματος στον έλεγχο της διάταξης του άρθρου ΑΚ 281 – Η περίπτωση της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων ΑΚ 669 § 2, 1 Ν. 2112/1920 και 1 και 5 § 3 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής και αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού -όπως άλλωστε και κάθε δικαιώματος- υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου ΑΚ 281, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα ΑΚ 174 και 180.

Στην περίπτωση της ακυρότητας (ΑΚ 180) της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού. Αρνούμενος ο εργοδότης -μετά την άκυρη καταγγελία- ν’ αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας, κατά τα άρθρα ΑΚ 349, 350, 648 και 656 (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 226/2019, ΑΠ 90/2018, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος -και άρα κατάχρηση δικαιώματος- συντρέχει όταν π.χ. η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας έγινε από εμπάθεια, μίσος ή από διάθεση εκδίκησης λόγω προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως είναι π.χ. η αξίωση από το μισθωτό έναντι του εργοδότη της τήρησης των συμπεφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 258/2019, 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000) ή η διεκδίκηση από το μισθωτό νομίμων δικαιωμάτων από την εργασιακή σχέση (ΑΠ 184/2019) ή η ανάπτυξη απ’ αυτόν νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη και, γενικότερα, οσάκις η καταγγελία υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα.

Με την εν λόγω διάταξη του άρθρου ΑΚ 281 ελέγχεται και η καταγγελία σύμβασης εργασίας για οικονομοτεχνικούς λόγους, όπως επίσης η επιλογή από τον εργοδότη του απολυομένου μισθωτού, η οποία μεταξύ εργαζομένων της ιδίας ειδικότητας και του αυτού επιπέδου ικανότητας, προσόντων και υπηρεσιακής απόδοσης πρέπει να γίνεται βάσει κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων, έτσι ώστε να απολύεται ο λιγότερο πληττόμενος από την απώλεια της θέσης εργασίας (ΑΠ 184/2019).

Στο άρθρο 14 § 4 Ν. 1264/1982 ορίζεται ευθέως ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία κατά την έννοια της διάταξης αυτής περιλαμβάνεται και η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, ως και οι ενέργειες που αποσκοπούν στη κήρυξή της και γενικότερα κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Για να είναι δε άκυρη, κατά το ως άνω άρθρο, η καταγγελία της συμβάσης εξαρτημένης εργασίας δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης του μισθωτού, αλλά αρκεί ότι συνετέλεσε απλώς στη λήψη της σχετικής απόφασης του εργοδότη για την καταγγελία, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν ο εργοδότης δεν θα κατήγγειλε τη σύμβαση, ανεξαρτήτως του αν από τη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου προκλήθηκε ή όχι προσωπική διένεξη μεταξύ αυτού και του εργοδότη (ΑΠ 1193/2019, ΑΠ 656/2018, ΑΠ 927/2017).

Το άρθρο 14 § 10 του Ν. 1264/1982 απαριθμεί τους λόγους [1] για τους οποίους, κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των προστατευόμενων συνδικαλιστικών στελεχών. Μεταξύ των λόγων αυτών είναι και η εξαπάτηση του εργοδότη -κατά τη σύναψη της σύμβασης- με τη χρήση ψεύτικων πιστοποιητικών ή βιβλιαρίων, προκειμένου το συνδικαλιστικό στέλεχος να προσληφθεί ή να λάβει μεγαλύτερη αμοιβή. Ο λόγος αυτός πρέπει να διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου. Παρά τη διαπιστωμένη ύπαρξη του λόγου, ο εργαζόμενος δεν κωλύεται, πάντως, να υποστηρίξει ότι η άσκηση εκ μέρους του εργοδότη του δικαιώματος καταγγελίας είναι καταχρηστική, διότι υπερβαίνει τα όρια τα οποία θέτει το άρθρο ΑΚ 281 (ΑΠ 771/1995).

Εξάλλου, η καταγγελία δεν θεωρείται καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 114/2019, ΑΠ 1889/2017, ΑΠ 1683/2012).

Επίσης, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους -που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος- εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου ΑΚ 281. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 114/2019, ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 132/2016, ΑΠ 1922/2007, ΑΠ 561/2007).

Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 114/2019, ΑΠ 1173/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 769/2016, ΑΠ 601/2013, ΑΠ 904/2012).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων ΑΚ 648, 652 § 1, 656, 349 – 351, 361, 7 του Ν. 2112/1920 και 5 § 3 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εργαζόμενο εκ μέρους του εργοδότη, δεν συνεπάγεται τη λύση της εργασιακής σχέσης, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό, εφόσον αυτός δεν αποδέχεται την μεταβολή, είτε να θεωρήσει αυτήν ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, είτε να αξιώσει την τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής και την εξακολούθηση της παροχής της εργασίας του με τους ίδιους όρους, όπως πριν από την μεταβολή, οπότε, σε περίπτωση μη αποδοχής από τον εργοδότη, μπορεί να ζητήσει την καταβολή των αποδοχών του, λόγω της υπερημερίας στην οποία ο τελευταίος περιήλθε (ΑΠ 657/2018, ΑΠ 282/2018, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 447/2015). Περαιτέρω από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων ΑΚ 57, 59, 281, 288, 914 και 932 προκύπτει ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ανεπίτρεπτη επαγγελματική μείωση που υφίσταται (ΑΠ 173/2016, ΑΠ 195/2015, ΑΠ 1252/2014, ΑΠ 251/2008). Και ναι μεν είναι αληθές ότι σύμφωνα με τα άρθρα ΑΚ 648, 652 και 361, ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα, βάσει του οποίου μπορεί να ρυθμίζει τα θέματα τα οποία ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του, για να επιτύχει τους σκοπούς της, δεν μπορεί, όμως, να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της εργασιακής σχέσης, χωρίς να έχει δικαίωμα από το νόμο ή από τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να επέρχεται στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική αυτού βλάβη. Έτσι, δεν μπορεί μονομερώς να υποβιβάζει τον μισθωτό με την ανάθεση σ’ αυτό καθηκόντων κατώτερης φύσης σε σχέση με τα προβλεπόμενα στους όρους της σύμβασης ή να προβαίνει σε δυσμενή μεταχείρισή του ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του, που συνεπάγονται δυσμενείς ως προς τις αποδοχές αλλά και την προσωπικότητά του μισθωτού, συνέπειες (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015). Επομένως, εάν ο εργοδότης προβεί στην κατά τα ανωτέρω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού και στη συνέχεια καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η ως άνω καταγγελία ελέγχεται για κατάχρηση δικαιώματος, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής σύμβασης (ΑΠ 1303/2018, ΑΠ 1407/2009).

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συνακόλουθα ακυρότητας της ακολουθούσας καταγγελίας αυτής από τον εργοδότη, η μετά την πρόσληψη του μισθωτού ανάθεση σε αυτόν παρεμφερών ή ακόμη και υποδεεστέρων καθηκόντων σε σχέση με τα κύρια καθήκοντα που προβλέπει η σύμβαση -πολύ δε περισσότερο όταν η ανάθεση αυτή γίνεται παραλλήλως με τα προβλεπόμενα από τη σύμβαση εργασίας καθήκοντα αυτού- οσάκις: 1) η ανάθεση αυτή δεν στοχεύει στην πρόκληση ηθικής ή υλικής βλάβης του μισθωτού, αλλά αποσκοπεί αποκλειστικά στην προσαρμογή του ως άνω νέου στελέχους στις ιδιαιτερότητες της επιχείρησης ως προς τον τρόπο λειτουργίας της και την ακολουθουμένη εμπορική πολιτική σε σχέση με τους με αυτήν συναλλασσόμενους, 2) αφορά περιορισμένο χρονικό διάστημα διάρκειας ολίγων το πολύ μηνών, 3) δεν προκαλεί μείωση των μηνιαίων αποδοχών του μισθωτού που προβλέπονται στη σύμβαση και 4) τα ανατεθέντα ως άνω καθήκοντα δεν είναι άσχετα με το αντικείμενο της εργασίας του μισθωτού για την οποία προσλήφθηκε (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 195/2015, ΑΠ 836/2004).

Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 74 Α § 2 του Ν. 3863/2010 (με το οποίο ορίστηκε ότι η απασχόληση με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου λογίζεται ως «απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου» για τους πρώτους 12 μήνες από την ημέρα ισχύος της και η οποία μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης, εκτός αν άλλο συμφωνήσουν τα μέρη) ευχέρεια του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εντός της δοκιμαστικής περιόδου χωρίς προειδοποίηση και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, εφόσον κατ’ αντικειμενική και δίκαιη κρίση κρίνει ότι οι ικανότητες του εργαζομένου δεν επαρκούν για την θέση στην οποία προσλήφθηκε και ότι δεν είναι κατάλληλος γι’ αυτή τη θέση, δεν αποκλείει τον υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις έλεγχο της καταγγελίας ως καταχρηστικής, κατά την έννοια του άρθρου ΑΚ 281 (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1719/2012, ΑΠ 661/1962).

Προκειμένου να μην κατηγορηθεί το δικαστήριο για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου ΑΚ 281, στο αιτιολογικό της δικαστικής απόφασης πρέπει να παρατίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στην εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής. Ειδικότερα, πρέπει να εκτίθεται με πλήρη και σαφή αιτιολογία ότι το πραγματικό κίνητρο που οδήγησε την εργοδότρια στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν π.χ. τα αισθήματα εμπάθειας και εκδίκησης αυτής, εξαιτίας της συνδικαλιστικής δράσης της εργαζομένης, έτσι ώστε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της να εμπίπτει στην έννοια της καταχρηστικής άσκησης του εργοδοτικού δικαιώματος. Αυτό που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα είναι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και του πραγματικού λόγου, εξαιτίας του οποίου έγινε η καταγγελία, π.χ. λόγω της συνδικαλιστικής δράσης της εργαζομένης. Αυτός υπάρχει π.χ. όταν η εργαζομένη, σε σύντομο χρονικό διάστημα (π.χ. μια μόλις εβδομάδα) από την εκ μέρους της γνωστοποίηση στην εργοδότρια της συνδικαλιστικής της ιδιότητας, λαμβάνει από την τελευταία εξώδικη όχληση – διαμαρτυρία, στην οποία αυτή περιγράφει περιπτώσεις όπου δήθεν η ενάγουσα δεν εκτελούσε την εργασία της με επιμέλεια και στην οποία επισημαίνει ότι αυτή η εργασιακή της συμπεριφορά συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αφού, αν ο πραγματικός λόγος της καταγγελίας ήταν όντως η ακαταλληλότητα της εργαζομένης να ανταποκριθεί στα εργασιακά της καθήκοντα, εξαιτίας της οποίας προκαλούσε ζημίες στην εργοδότρια, η τελευταία θα προέβαινε αμέσως στην απόλυσή της, χάριν προστασίας των οικονομικών της συμφερόντων [«Η εναγομένη με το ως άνω εξώδικο προσχηματικά επέλεξε να χρησιμοποιήσει περιστατικά απειρίας της ενάγουσας ως προς την εκτέλεση των εργασιακών της καθηκόντων, που μάλιστα είχαν συμβεί κατά την πρώτη εβδομάδα της πρόσληψής της, προκειμένου να διαμορφώσει σε βάρος της λόγο καταγγελίας της σύμβασης, λόγω ακαταλληλότητάς της να ανταποκριθεί στα εργασιακά της καθήκοντα, καθόσον αν πράγματι η ενάγουσα δεν ανταποκρινόταν στις εντολές και οδηγίες της και προκαλούσε ζημίες στην επιχείρηση, η τελευταία θα προέβαινε αμέσως στην απόλυσή της, καθ’ υπαγόρευση των επικρατέστερων για την εναγομένη, των κοινωνικών λόγων, οικονομικών συμφερόντων της (…). Ως εκ τούτων, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, συνοδευόμενη υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες, αποδεικνύεται ότι υπαγορεύθηκε από τη νόμιμη συνδικαλιστική δράση της ενάγουσας, που δεν ήταν αρεστή στην εναγομένη και δεν δικαιολογείται από σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο σε αντιεργοδοτική συμπεριφορά της ενάγουσας και σε πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, αλλά υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της καταγγελίας και ως τέτοια είναι άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ», ΑΠ 1193/2019 ΤΝΠ Νόμος].

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών Μ.Δ.Ε.

info@efotopoulou.gr

[1] Για την ύπαρξη ενός από τους λόγους αυτούς του άρθρου 14 παρ. 10 αποφασίζει, πριν από την καταγγελία της σχέσεως εργασίας, κατά πλειοψηφία, η πρωτοβάθμια επιτροπή προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών της οποίας η απόφαση υπόκειται σε έφεση ενώπιον δευτεροβάθμιας επιτροπής (άρθρο 15 του ν. 1264/1982 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του ν. 1545/1985).

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί