Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Πότε η διάταξη τελευταίας βούλησης είναι -κατά το άρθρο ΑΚ 178- αντίθετη στα χρηστά ήθη;

Κατά τη διάταξη του άρθρου ΑΚ 178, η διάταξη τελευταίας βούλησης είναι άκυρη, αν το περιεχόμενό της αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Ως χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι αξιολογική, νοούνται όχι οι απλές περί ηθικής αντιλήψεις του δικαστή ή των διαδίκων, αλλά οι -κατά το συγκεκριμένο τόπο και χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας- κρατούσες περί ηθικής αντιλήψεις του μέσου και κατά γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονος και υγιώς σκεπτόμενου ανθρώπου, ως μέλους ενός δεδομένου κοινωνικού συνόλου, μέσα στα όρια των οποίων (ενν. αντιλήψεων) πρέπει να περιορίζεται κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας η δραστηριότητα των δικαιοπρακτούντων, προκειμένου αυτή να θεωρείται σύμφωνη με τη χρηστή και έμφρονη συναλλακτική συμπεριφορά[1]. Επομένως, το κριτήριο για τον προσδιορισμό των χρηστών ηθών είναι αντικειμενικό, αφού τα χρηστά ήθη έχουν ως πηγή τους την κοινωνική ηθική, οι κανόνες της οποίας συμπληρώνονται από τις θεμελιώδεις αρχές της έννομης τάξης[2].

Για να διαπιστωθεί αν μια διάταξη τελευταίας βούλησης είναι ή όχι αντίθετη στα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο το περιεχόμενο αυτής, αλλά και τα αποτελέσματά της, σε συνδυασμό και με τα παραγωγικά αίτια της βούλησης που ώθησαν το διαθέτη, το σκοπό που επεδίωκε, τον τρόπο με τον οποίο καταρτίστηκε η διάταξη και γενικά το σύνολο των συνοδευτικώς αυτής περιστάσεων και συνθηκών[3].

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων ΑΚ 1710 § 2 και ΑΚ 1712 προκύπτει ότι το δίκαιο αναγνωρίζει και στο χώρο του κληρονομικού δικαίου την αρχή της ελευθερίας της βούλησης, έκφραση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του προσώπου να ρυθμίζει, κατά τη θέλησή του, την τύχη της περιουσίας του, για το χρόνο μετά το θάνατό του, με τους περιορισμούς, όμως, των διατάξεων της νόμιμης μοίρας και του άρθρου ΑΚ 178[4].

Σημειωτέον ότι σύμφωνα με το άρθρο ΑΚ 173, κατά την ερμηνεία (και) των διαθηκών αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη -χωρίς προσήλωση στις συγκεκριμένες λέξεις που αυτός χρησιμοποίησε- με στόχο την υποκειμενική και μόνο άποψή του, ανεξαρτήτως της αντικειμενικής έννοιας με την οποία αντιλαμβάνονται τη δήλωσή του οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, λαμβάνοντας συνάμα υπόψη και περιστατικά που βρίσκονται εκτός της διαθήκης, όπως π.χ. οι προσωπικές σχέσεις του διαθέτη με τους τιμώμενους, εκτός κι αν έδαφος για μια τέτοια ερμηνεία δεν παρέχεται, διότι οι λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης είναι απόλυτα σαφείς και αποδίδουν αφ’ εαυτές και άνευ ετέρου αυτό που πράγματι θέλησε[5].

Κατόπιν όλων των ανωτέρω προσκρούει στα χρηστά ήθη κι επομένως είναι άκυρη η διάταξη τελευταίας βούλησης, όχι όταν το πρόσωπο που τιμάται με αυτή είναι ανήθικο ή αισχρό, αλλά όταν ο τρόπος της κατάλειψης ή τα περιστατικά που τη συνοδεύουν, μαρτυρούν ηθική διαστροφή ή κατάπτωση ή πώρωση του διαθέτη, καθώς, επίσης και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία αυτή διάταξη, με τον τρόπο που έγινε, συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης του διαθέτη έναντι εγγυτάτων προσώπων της νόμιμης οικογένειάς του[6], ιδίως όταν καταλείφθηκε σε αυτά, χωρίς εύλογη αφορμή, μικρό, αναλόγως, μέρος της περιουσίας του[7]. Έτσι, αν ο διαθέτης διατηρούσε με τον τιμώμενο εξώγαμες γενετήσιες σχέσεις, η διαθήκη που καταλείπει σε αυτόν όλη του την περιουσία δεν είναι άνευ ετέρου ανήθικη[8], αλλά για την κατάφαση της ανηθικότητας προσαπαιτείται α) η εγκατάσταση του τιμώμενου να συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης έναντι προσώπων της νόμιμης οικογένειας του διαθέτη, που καλούνται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, όπως είναι τα τέκνα του ή η σύζυγός του και β) η εγκατάσταση του τιμώμενου να έγινε αποκλειστικά ως ανταμοιβή για τις ως άνω ερωτικές σχέσεις που υπήρχαν και προς διατήρηση ή επανάληψή τους[9].

Αντίθετα, σύμφωνα με τις παραπάνω αρχές, δεν είναι άκυρη ως αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, η διαθήκη που έγινε για λόγους που δεν είναι ηθικά επιλήψιμοι[10]. Πολύ περισσότερο, δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη η διαθήκη, με την οποία ο διαθέτης καταλείπει το μεγαλύτερο μέρος της κληρονομίας του σε γηροκομείο ή άλλο ίδρυμα που παρέχει κοινωφελές έργο, όταν, μάλιστα, με τη διαθήκη του αυτή καταλείπει περιουσιακά του στοιχεία σε ορισμένους από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ενώ τους άλλους, στους οποίους είχε παραχωρήσει, όσο ζούσε, περιουσιακά του στοιχεία, τους περιορίζει στη νόμιμη μοίρα τους[11].

Άλλες περιπτώσεις ανήθικης και άκυρης κατ’ άρθρο ΑΚ 178 διαθήκης είναι εκείνες με τις οποίες επιδιώκεται ο εξαναγκασμός -έστω και έμμεσος- του τιμώμενου σε ορισμένη πράξη ή παράλειψη, η οποία, ως άμεσα συναπτόμενη με τον πυρήνα της προσωπικότητας, εναπόκειται στην απολύτως ελεύθερη κρίση και βούληση του ατόμου. Έτσι, ανήθικες και συνεπώς άκυρες είναι οι διατάξεις τελευταίας βούλησης που καθιστούν τον τιμώμενο κληρονόμο, με την αίρεση να επιλέξει συγκεκριμένο επάγγελμα ή συγκεκριμένο κλάδο σπουδών ή συγκεκριμένο σύζυγο ή να τελέσει γενικώς γάμο ή να εγκατασταθεί μονίμως σε ορισμένο τόπο[12]. Ειδική περίπτωση τέτοιας ανηθικότητας αφορά και η διάταξη του άρθρου ΑΚ 1795 εδ. α’ για την αίρεση αγαμίας[13].

Περαιτέρω, ανήθικη και εξ ολοκλήρου άκυρη είναι και η διαθήκη εκείνη που αποτελεί προϊόν εξαναγκασμού -έστω και έμμεσου- του ίδιου του διαθέτη και εκμετάλλευσης της ανάγκης, της εξάρτησης, της συναισθηματικής ανασφάλειας αυτού, καθώς και της αδυναμίας του προς αυτοεξυπηρέτηση, αίτινες οφείλονται στη μεγάλη του ηλικία ή στην κακή του υγεία ή στην απομόνωση από τους συγγενείς, φίλους και οικείους του. Οι περιπτώσεις αυτές αντιδιαστέλλονται σαφώς από εκείνες της απειλής της διάταξης του άρθρου ΑΚ 1782 § 1[14].

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της διάταξης τελευταίας βούλησης ως αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, είναι ζήτημα νομικό, διότι ο νόμος παραπέμπει στα χρηστά ήθη ως νομική έννοια και, συνεπώς, η σχετική κρίση υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανέλεγκτα, έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας[15].

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Γαζή ΝοΒ 42/638. Επίσης, βλ. ΟλΑΠ 2/1991 Δνη 32, 747, ΑΠ 727/1994 Δνη 37, 71, ΑΠ 826/1989 Δνη 31, 1237, ΑΠ 797/1989 ΕΕΝ 1990, 237, ΑΠ 751/1989 Δνη 33, 136, ΑΠ 2105/1986 ΕΕΝ 1987, 769, ΑΠ 2115/1986 ΝοΒ 25, 1240, ΑΠ 1311/1982 ΝοΒ 31, 1343/ΑρχΝ 34, 26, ΕΦΑΘ 4975/1993 Δνη 35, 477, ΕΦΑΘ 1117/1990 Δνη 33, 349, ΑΠ 754/2019 ΤΝΠ Νόμος.

[2] Ενίοτε ως κριτήριο δεν λαμβάνονται υπόψη οι περί ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου γενικά, αλλά οι περί ευπρεπούς συμπεριφοράς αντιλήψεις ορισμένου κύκλου προσώπων, όταν η υπό κρίση συναλλαγή αφορά ορισμένο κύκλο, π.χ. δικηγόρων, γιατρών κλπ (βλ. Γαζή, ό.π.).

[3] ΑΠ 1273/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1311/1982 ΑρχΝ 34, 26.

[4] ΑΠ 754/2019 ΤΝΠ Νόμος.

[5] ΑΠ 976/1985 ΕΕΝ 53, 349, ΑΠ 121/1984 Αρχ. Νομολ. 35, 182, ΑΠ 1023/1983 ΝοΒ 32, 1179.

[6] Ολ ΑΠ 821/1977 ΝοΒ 26, 669, ΟλΑΠ 1174/1974 ΝοΒ 23, 720, ΑΠ 13/1991 ΝοΒ 40, 528, ΑΠ 751/1989 Δνη 33, 136, ΑΠ 1311/1982 Δνη 24, 225, ΑΠ 231/1982 ΝοΒ 30, 1268, ΑΠ 138/1977 ΝοΒ 26, 1148, ΕΦΑΘ 4975/1993 Δνη 35, 477.

[7] ΑΠ 754/2019, ΑΠ 370/2017, ΑΠ 296/2015, ΑΠ 740/2010, ΑΠ 825/2009 όλες ΤΝΠ Νόμος. Στην υπ’ αριθμ. 754/2019 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι «το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου ΑΚ 178, καθόσον την εφάρμοσε, παρότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή της. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε, ότι η παραπάνω διαθήκη είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, άκυρη, λόγω “ηθικής κατάπτωσης του διαθέτη”. Πλην, όμως, αυτά τα οποία δέχτηκε, ότι συνιστούν την “ηθική κατάπτωση του ανωτέρω”, ήτοι “τα ταπεινά αίτια από τα οποία κινήθηκε και δη ο εν γένει δύστροπος, ως ζηλότυπος και υβριστικός απέναντι στα μέλη της οικογενείας του, χαρακτήρας του, ο σκοπός που επεδίωξε, ήτοι η συνέχιση έλλειψης οικογενειακής ηρεμίας των μελών της οικογενείας του ακόμα και μετά το θάνατό του, με την εμπλοκή τους σε δικαστικούς αγώνες, λόγω του ότι η διατάραξη της αρμονίας της οικογενείας του, του είχε γίνει τρόπος ζωής, σε συνδυασμό με την παράκλησή του να μην αναζητηθεί από τους ανωτέρω κληρονόμους του η νόμιμη μοίρα τους, χωρίς, παράλληλα, να διαφαίνεται επιλήψιμη συμπεριφορά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων απέναντί του και στο ότι εγκατέλειψε την οικογένειά του σε χρόνο που τα τέκνα του είχαν αυξημένες ανάγκες ένεκα των σπουδών τους, αναγκαζόμενα να καταφεύγουν στα δικαστήρια για να επιτύχουν την επιδίκαση διατροφής”, δεν μαρτυρούν ηθική κατάπτωση του διαθέτη, αφενός μεν ενόψει της ανωτέρω φύσης τους, αφετέρου δε αν συνδυασθούν με τα όσα δέχτηκε το Εφετείο, ότι αποδείχτηκαν ως προς το διαθέτη και το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαθήκης του, ήτοι: α) την κατάλειψη της περιουσίας του, πλην εκείνης που, κατά τα ανωτέρω, καταλήφθηκε στους κληρονόμους του, στο αναιρεσείον …, το οποίο αναπτύσσει κοινωφελές έργο, β) της κατάλειψης στους παραπάνω, αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση, κληρονόμους του, των εκεί επίσης αναφερομένων περιουσιακών του στοιχείων, όπως και των περιουσιακών του στοιχείων που παραχώρησε όσο ζούσε στους λοιπούς κληρονόμους του, γ) του ότι η υλοποίηση της επιθυμίας του να αποποιηθούν οι ανωτέρω κληρονόμοι του τη νόμιμη μοίρα τους δεν είναι δεσμευτική, ούτε συνεπάγεται κυρώσεις γι’ αυτούς και δ) του ότι ουδέποτε αρνήθηκε την καταβολή της διατροφής που όριζαν τα δικαστήρια, περιστατικά τα οποία αποκλείουν κάθε τί το ηθικά επιλήψιμο ως προς τα κίνητρα, το σκοπό, αλλά και τα αποτελέσματα της παραπάνω διαθήκης».

[8] Μόνη η εγκατάσταση με διαθήκη ως κληρονόμου, παλλακίδας, δεν επιφέρει ανηθικότητα της διαθήκης αυτής (ΑΠ 1311/1982 ΝοΒ 31, 1344), εκτός αν από τις περιστάσεις προκύπτει αδικαιολόγητη περιφρόνηση προς την οικογένειά του (βλ. ανωτέρω υποσημ. υπ’ αρ. 5).

[9] ΕΦΝΑΥΠΛ 8/2019 ΤΝΠ Νόμος.

[10] ΑΠ 754/2019, ΑΠ 370/2017, ΑΠ 296/2015, ΑΠ 981/2006 ΤΝΠ Νόμος.

[11] ΑΠ 754/2019 ΤΝΠ Νόμος.

[12] ΟλΑΠ 217/1977 ΝοΒ 25/1174, ΑΠ 187/1976 ΝοΒ 24/714, ΕΦΝΑΥΠΛ 8/2019 ΤΝΠ Νόμος.

[13] Βλ. αντί πολλών Απ. Γεωργιάδη, Κληρονομικό Δίκαιο, 2010, σελ. 279-282, με περαιτέρω παραπομπές σε θεωρία και νομολογία.

[14] ΑΠ 1273/2011, ΕΦΑΘ 7073/2008 αμφότερες σε ΤΝΠ Νόμος.

[15] ΑΠ 754/2019, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 1618/2009 ΤΝΠ Νόμος.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί