Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Πότε μια ανταγωνιστική πράξη συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη του άρθρου 1 του Ν. 146/1914;

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού», απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε, προς το σκοπό ανταγωνισμού γενομένη, πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη.

Η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά οφείλει να διαμορφώνεται με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς, στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία. Αντικείμενο, δηλαδή, προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ’ επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς (ΑΠ 246/2019, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 1664/2014, ΑΠ 571/2011, ΑΠ 55/2003, ΑΠ 1346/2000 ΤΝΠ Νόμος).

Αντίθεση της πράξης στα χρηστά ήθη υπάρχει, όταν αυτή προσκρούει στο αίσθημα και στην αντίληψη κάθε ορθά και δίκαια σκεπτόμενου ανθρώπου, μέσα στον συναλλακτικό κύκλο, στον οποίο εκδηλώνεται η αθέμιτη πράξη, δηλαδή όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών. Με άλλα λόγια, αθέμιτη είναι η διεξαγωγή ανταγωνισμού με μέσα ξένα προς την ίδια την παροχή ή όταν η ίδια η μέθοδος, τα μέσα ή ο τρόπος διενέργειας της ανταγωνιστικής πράξης θεμελιώνει το αθέμιτο (Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνος, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, 2002, σελ. 92, §183 και σελ. 93, §187), όταν δηλαδή λαμβάνουν χώρα «δόλιες μεθοδεύσεις που αντίκεινται στην ηθική ομαλότητα των συναλλαγών» (ΜΠΡΠΕΙΡ 2106/1999 ΔΕΕ 1999, 1013, ΜΠΡΑΘ 34339/1998 ΔΕΕ 1999, 494).

Για την κατάφαση περί του αθεμίτου μιας ανταγωνιστικής πράξης απαιτείται η ad hoc συνδρομή ειδικών περιστάσεων, που αφορούν κυρίως και πρωτίστως στις μετερχόμενες μεθόδους, στα χρησιμοποιούμενα μέσα και στους εφαρμοζόμενους τρόπους, οι οποίες (περιστάσεις) επιφέρουν την αλλοίωση της νομικής ποιότητας της ανταγωνιστικής πράξης, έτσι ώστε οι καταρχήν θεμιτές πράξεις ανταγωνισμού υποβαθμίζονται και διαστρεβλώνονται σε αθέμιτο ανταγωνισμό. Έτσι, δεν αρκεί για να χαρακτηρισθεί ως αθέμιτη μια εμπορική πράξη, η οποία τελείται προς το σκοπό του ανταγωνισμού. Για να χαρακτηρισθεί μια πράξη ανταγωνισμού ως αθέμιτη, πρέπει να συντρέχουν κάθε φορά επιπρόσθετες, ειδικές και ιδιαίτερης απαξίας περιστάσεις, που να στοιχειοθετούν τον αθέμιτο χαρακτήρα της. Έτσι, η απόσπαση -λόγου χάρη- πελατείας μιας επιχείρησης ή η εκμετάλλευση ξένης φήμης και οργάνωσης δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αυτές καθ’ εαυτές ως αθέμιτες, παρά μόνο με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, όπως όταν π.χ. γίνεται με δόλιες μεθοδεύσεις, αθέμιτα και αντίθετα προς τα χρηστά ήθη μέσα, με σκοπό το σφετερισμό της ξένης πελατείας και εκμετάλλευσης της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών της ανταγωνίστριας επιχείρησης για την καθιέρωση των προϊόντων αυτών κ.α. (βλ. ΑΠ 751/2019 ΤΝΠ Νόμος). Η χρησιμοποίηση αθέμιτων ανταγωνιστικών μέσων είναι πάντως per se ικανή να θεμελιώσει το αθέμιτο.

Κάνοντας λόγο για ειδικές περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, οι οποίες έχουν κεφαλαιώδη σημασία κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας των χρηστών ηθών, δεν πρέπει να περιοριστεί η αξιολόγηση μόνο στη λήψη υπόψη του ως άνω κριτηρίου του τρόπου και των μετερχόμενων μέσων της διανομής του προϊόντος στην αγορά, αλλά πρέπει να επεκταθεί στη συνεκτίμηση και λοιπών αξιολογικών -αντικειμενικών και υποκειμενικών- κριτηρίων και στοιχείων, όπως είναι π.χ. η διάρκεια της πράξης, η βαρύτητά της [π.χ. αν πρόκειται για πράξη απομίμησης, ο βαθμός απομίμησης, τουτέστιν αν πρόκειται για δουλική απομίμηση / πιστή αντιγραφή, χωρίς ουδεμία προστιθέμενη αξία. Μάλιστα, κατά τον Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνο, η υπ’ αριθμ. 1409/1980 απόφαση του ΑΠ (ΕΕμπΔ 1981, 451), εσφαλμένα στηρίζει το αθέμιτο μόνο στη δουλική απομίμηση με σκοπό ανταγωνισμού (Αθέμιτος Ανταγωνισμός, 2002, σελ. 113, υποσημ. αρ. 16)], η υφή της, η χωρική της διάσταση, η ποιότητα και η τιμή του προσβάλλοντος προϊόντος (η κατώτερη ποιότητα του προσβάλλοντος προϊόντος συνιστά πρόσθετο επιβαρυντικό κριτήριο αξιολόγησης, Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνος, ό.π. σελ. 112, §237), η φύση του προϊόντος (αν π.χ. είναι καταναλωτικό προϊόν καθημερινής χρήσης ή εξειδικευμένο προϊόν), οι συνοδευτικές περιστάσεις παρουσίασης του προϊόντος (π.χ. συσκευασία, διαφήμιση), ο τυχόν δημιουργούμενος κίνδυνος σύγχυσης στην αγορά και οι διαβαθμίσεις αυτού [π.χ. δεν υπάρχει αθέμιτη απομίμηση όταν ο κίνδυνος σύγχυσης δημιουργείται από χαρακτηριστικά των οποίων η χρησιμοποίηση είναι γενικά διαδεδομένη (κοινόχρηστα) ή αναγκαία ή εξαιρετικά διαδεδομένη εκ τεχνικών λόγων (αναγκαστικές τεχνικές προδιαγραφές ή de facto τεχνικά standards, βλ. Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνο, ό.π. σελ. 114, §242, ΑΠ 1780/1999 ΕΕμπΔ 2000, 804, ΠΠΡΑΘ 6898/1997 ΕΕμπΔ 1998, 641. Επίσης, κατά την αξιολόγηση του κινδύνου σύγχυσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη: η συνολική εικόνα του προϊόντος και η γενική εντύπωση, την οποία έχει ο μέσος καταναλωτής. Εξάλλου, ο κίνδυνος σύγχυσης καταφάσκεται ευκολότερα σε προϊόντα καθημερινής χρήσης, που απευθύνονται στο μέσο αφελή / απρόσεκτο καταναλωτή, παρά σε εξειδικευμένα προϊόντα, που απευθύνονται στοχευμένα σε συγκεκριμένο κύκλο ενημερωμένων καταναλωτών (target group), οι οποίοι διαθέτουν περισσότερο λεπτομερειακές γνώσεις για τα συγκεκριμένα είδη εμπορευμάτων για τα οποία ενδιαφέρονται, βλ. Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνο, ό.π. σελ. 111, §233], η χρονική διάρκεια της παρεχόμενης προστασίας του προσβαλλόμενου προϊόντος (του κανόνος ισχύοντος ότι δεν υπάρχει χρονικά απεριόριστη προστασία, είτε με το δίκαιο των άυλων αγαθών, είτε -κατά μείζονα- λόγο με την ασθενέστερη προστασία του Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού. Τούτο θα πει ότι η προστασία του προϊόντος θα πρέπει να έχει τόση διάρκεια, όση είναι απαραίτητη για την απόσβεση των επενδύσεων, στις οποίες έχει προβεί ο προσβαλλόμενος ανταγωνιστής στην αγορά, όπερ κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως π.χ. η δυνατότητα που είχε στο παρελθόν ο προσβαλλόμενος ανταγωνιστής να εκμεταλλευθεί το προσβαλλόμενο προϊόν, τουτέστιν όσο μεγαλύτερο ήταν το χρονικό αυτό διάστημα, τόσο μικρότερη είναι η ανάγκη προστασίας του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το όριο προστασίας δεν μπορεί να ξεπεράσει τη χρονικά περιορισμένη προστασία του άυλου αγαθού, πχ. την επταετία επί πιστοποιητικού χρησιμότητας, βλ. Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνο, ό.π. σελ. 114, §240), ο απώτερος υποκειμενικός σκοπός της εκτόπισης του ανταγωνιστή από την αγορά, σε συνδυασμό με τα συγκεκριμένα μέτρα που έλαβε ο προσβολέας για να αποκλείσει τον ανταγωνιστή του από την αγορά [π.χ. το γεγονός της απομίμησης σε συνδυασμό με την πρόθεση έντονης και συστηματικής υποτίμησης του προσβληθέντος ανταγωνιστή), η σκόπιμη επιλογή του προσβολέα να προβεί σε πιστή απομίμηση του προϊόντος -καίτοι θα μπορούσε κατά την κατασκευή του να αποκλίνει από τα αισθητικά και άλλα χαρακτηριστικά του- με σκοπό να σφετεριστεί οφέλη από τη φήμη και την αξιοπιστία του προϊόντος (βλ. Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνο, ό.π. σελ. 112, §235], το αν το προσβαλλόμενο / απομιμούμενο προϊόν έχει βραχεία διάρκεια ζωής στην αγορά ή μακρά και το πόσο γρήγορα εμφανίζεται στην αγορά το προσβάλλον προϊόν (ταχύτητα αντίδρασης), οι εικαζόμενες αρνητικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό και ο βαθμός διακινδύνευσης του εν λόγω θεσμού [μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπου εικάζεται ότι η ικανότητα λειτουργίας του ανταγωνισμού στη σχετική αγορά αίρεται ή πλήττεται σημαντικά, θεμελιώνεται η αντίθεση στα χρηστά ήθη ήδη εκ του αποτελέσματος της ανταγωνιστικής συμπεριφοράς. Κατά την υπ’ αριθμ. 17500/1993 απόφαση του ΜΠΡΑΘ (ΝοΒ 1994, 679) πρόκειται για πράξεις οι οποίες θεωρείται ότι αντίκεινται στα χρηστά ήθη ακριβώς διότι στρέφονται κατά του νομικά (από το Σύνταγμα) προστατευόμενου πυρήνα της οικονομίας της αγοράς. Από την άλλη, το γεγονός και μόνο ότι μια πράξη ανταγωνισμού έχει δυσμενείς οικονομικές συνέπειες στους ανταγωνιστές δεν αρκεί κατά κανόνα για να να θεμελιώσει eo ipso το αθέμιτο αυτής (ΜΠΡΑΘ 3026/1968 ΕΕμπΔ 1969, 103)], η οικονομική δύναμη και το μέγεθος της προσβάλλουσας επιχείρησης (οι επιπτώσεις της ανταγωνιστικής πράξης στη δομή της αγοράς εξαρτώνται και από την οικονομική δύναμη και το μέγεθος της προσβάλλουσας επιχείρησης. Είναι δυνατόν η ίδια συμπεριφορά που γίνεται από μια επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση σε μια ολιγοπωλιακή αγορά να θεωρηθεί ως αθέμιτη, π.χ. πώληση κάτω του κόστους, ενώ αν γίνεται από μικρή επιχείρηση στο πλαίσιο μιας ανταγωνιστικής αγοράς ενδέχεται να κριθεί ως θεμιτή. Η οικονομική δύναμη μιας επιχείρησης χρωματίζει έντονα την έκταση και την ένταση της ανταγωνιστικής ενέργειας, πρβλ. Περάκη, Αθέμιτος ανταγωνισμός σελ. 18 αρ. 57, Μαρίνο ΕΕμπΔ 1992, 672), κλπ.

Η εξειδίκευση των χρηστών ηθών του άρθρου 1 του Ν. 146 κινείται μεταξύ των πόλων της συναλλακτικής ηθικής στο συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας στην αγορά και της εξασφάλισης ενός λειτουργούντος και αποδοτικού, ελεύθερου και συνάμα υγιούς ανταγωνισμού. Το αν μια συμπεριφορά είναι αθέμιτη είναι αποτέλεσμα ανοικτής νομικής εξειδίκευσης μιας αόριστης νομικής έννοιας μέσα από μια διαδικασία εντοπισμού, αξιολόγησης και στάθμισης συμφερόντων ανταγωνισμού, ολότητας (δομή ανταγωνισμού) και καταναλωτών (ΜΠΡΚΑΒ 4120/1994 ΕΕμπΔ 1995, 511, ΠΠΡΑΘ 97/1986 ΕΕμπΔ 1986, 708). Έτσι, θα πρέπει να αποφευχθεί η τακτική της λεκτικής καταδίκης ήδη με τον a priori χαρακτηρισμό μιας ανταγωνιστικής συμπεριφοράς ως «παρασιτικού ή παρεμποδιστικού ανταγωνισμού» και με την αξιωματική χρησιμοποίηση του λογικού φαύλου κύκλου «η πράξη είναι αθέμιτη επειδή προσκρούει στα χρηστά ήθη» (λογικό σφάλμα της λήψης του ζητουμένου) (βλ. Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνο, ό.π. σελ. 94, υποσημ. υπ’ αριθμ.  25). Από την άλλη, μόνη η διαδικασία της στάθμισης συμφερόντων, απαραίτητο μεθοδολογικό εργαλείο στην εξειδίκευση κάθε γενικής ρήτρας δεν είναι αρκετή για να θεμελιώσει το αθέμιτο. Η στάθμιση των συμφερόντων, καίτοι απαραίτητη, δεν πρέπει να οδηγήσει στην αντικατάσταση των κριτηρίων εξειδίκευσης της έννοιας των χρηστών ηθών, αλλά στη συμπλήρωσή της. Σημασία σε κάθε περίπτωση έχει η διαφάνεια της θεμελίωσης ως προς τις νομικές παραμέτρους και τα κριτήρια εξειδίκευσης της εν λόγω έννοιας που χρησιμοποιεί ο εφαρμοστής του δικαίου. Η απαραίτητη διαδικασία εξειδίκευσης της περί ου ο λόγος γενικής ρήτρας στηρίζεται σε περισσότερα του ενός κριτήρια που λειτουργούν στο πλαίσιο ενός κινητού συστήματος. Τούτο έχει την έννοια ότι τα κριτήρια αυτά είναι όχι μόνο δεκτικά διαφορετικού κάθε φορά βαθμού πληρώσεως, αλλά και στοιχεία που μπορούν να δρουν από κοινού, συνήθως αλληλοσυμπληρούμενα και συνδυαζόμενα (…) (βλ. Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνο, ό.π. σελ. 95, § 191, όπου παραπομπή σε Παπανικολάου, Μεθοδολογία του ιδιωτικού δικαίου και ερμηνεία των δικαιοπραξιών αρ. 138 επ).

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών Μ.Δ.Ε.

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί