Πρατήριο υγρών καυσίμων (λιανικής εμπορίας) και οι αγορανομικές διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του
Οι διαδικασίες, καθώς και τα απαραίτητα δικαιολογητικά, για τη λήψη αρχικά της άδειας ίδρυσης και στη συνέχεια της άδειας λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων διέπονται από το νομικό πλαίσιο των διατάξεων του Π.Δ. 1224/1981, όπως αυτό ισχύει μετά την βασική του τροποποίηση από το Π.Δ. 118/2006 (ΦΕΚ Α΄119/16-06-2006).
O τρόπος και η λειτουργία του πρατηρίου υγρών καυσίμων κατά τη διάρκεια που παρέχει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του διέπεται όμως από τις διατάξεις του Αγορανομικού Κώδικα, που στοχεύει να εξασφαλίσει μέσω των υποχρεώσεων που επιβάλλει (μεταξύ άλλων και στους πρατηριούχους) την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία του καταναλωτή. Μέχρι τις 07-08-2013 τους κανόνες αυτούς στους οποίους έπρεπε να συμμορφώνονται, με απειλή διοικητικών προστίμων και διοικητικών κυρώσεων, οι πρατηριούχοι (και εν γένει οι δραστηριοποιούμενοι στην αγορά – πλην των επιστημόνων ελευθέρων επαγγελματιών και όσων παρείχαν χρηματοποιστωτικές υπηρεσίες) προέβλεπε το ν.δ. 136/1946 (ΦΕΚ Α΄298/1946) «Περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 10/11/5/1946 Ν.Δ. “Περί αγορανομικού κώδικος”», καθώς και η Αγορανομική Διάταξη 7/2009 με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της.
Από τις 08-08-2013, όμως τέθηκε σε ισχύ ο νέος Αγορανομικός Κώδικας (ν. 4177/2013 ΦΕΚ Α΄173/08/08/2013 «Κανόνες ρύθμισης της αγοράς προϊόντων και της παροχής υπηρεσιών και άλλες διατάξεις») με τον οποίο θεσπίστηκαν εκ νέου και κωδικοποιήθηκαν οι κανόνες εμπορίας και διακίνησης προϊόντων και παροχής υπηρεσιών. Από το πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού ρητώς εξαιρέθηκαν οι επιστημονικές υπηρεσίες που παρέχονται από ελεύθερους επαγγελματίες, καθώς και οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Ο εν λόγω νόμος κατήργησε με το άρθρο 48 παρ.2 τον προϊσχύοντα Αγορανομικό Κώδικα του 1946, ενώ και η Υπουργική Απόφαση Α2-//2013 (ΥΑ Α2- 861 ΦΕΚ Β 2044 2013) «Κανόνες Διακίνησης και Εμπορίας Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών (ΔΙ.Ε.Π.Π.Υ.)», κατήργησε αντικαθιστώντας την την Α.Δ. 7/2009.
Στο άρθρο 28 του ν. 4177/2013, στο κεφάλαιο που ρυθμίζει θέματα της αγοράς πετρελαιοειδών ρητώς υπάρχει πρόβλεψη για το ποιοι θεωρούνται πρατηριούχοι και η ρύθμιση της εσωτερικής σχέση των εταιριών χονδρικής εμπορίας υγρών καυσίμων και των πρατηριούχων. Η σύμβαση προμήθειας μεταξύ εταιριών εμπορίας και συνεργαζόμενων με το σήμα της εταιρίας εμπορίας πρατηριούχων (επιχειρήσεις λιανικής εμπορίας)καταρτίζεται εγγράφως. Πρατηριούχοι, όμως, θεωρούνται και τα εκμεταλλευόμενα τα πρατήρια πρόσωπα, στα οποία οι εταιρίες εμπορίας υγρών καυσίμων και υγραερίου κίνησης εκμισθώνουν ή παραχωρούν τη χρήση ιδιόκτητων ή μισθωμένων από αυτές πρατηρίων. Με τη ρύθμιση αυτή επιδιώκεται η αποσύνδεση της χονδρικής τιμής πώλησης των καυσίμων από την παροχή οικονομικών και χρηματοδοτικών ανταλλαγμάτων των εταιριών χονδρικής εμπορίας προς τις επιχειρήσεις λιανικής εμπορίας(πρατηριούχους). Με την υποχρεωτική σύναψη γραπτών συμβάσεων μεταξύ εταιριών χονδρικής και λιανικής εμπορίας υγρών καυσίμων, στις οποίες θα αποτυπώνεται εκ των προτέρων η πιστωτική πολιτική και πολιτική παροχών και εκπτώσεων, το ύψος και η χρονική διάρκεια που θα χορηγούνται οι εκπτώσεις και οι τυχόν απολογιστικές εκπτώσεις, επιδιώκεται να προσδιορίζονται κατά τρόπο διαφανή τυχόν επιπτώσεις της απόσβεσης του κόστους επενδύσεων στις πολιτικές παροχών και εκπτώσεων των εταιριών εμπορίας προς τις επιχειρήσεις λιανικής εμπορίας.
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr