Προϋποθέσεις καταγγελίας μίσθωσης κατοικίας για ιδιόχρηση
Ο ν. 1703/1987 για τις μισθώσεις κατοικιών όριζε ότι: (1) Η μίσθωση ακινήτου για κατοικία ισχύει τουλάχιστον για 3 έτη και αν ακόμη έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο χρονικό διάστημα ή για αόριστο χρόνο (αρ. 2 παρ. 1 εδ. α όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 1 παρ. 5 ν. 2235/1994). (2) Αν ο εκμισθωτής ή ο κύριος του μισθίου, σύζυγός τους, ενήλικο τέκνο ή γονέας τους δεν έχει ιδιόκτητη κατοικία στην ίδια πόλη ή σε προάστιό της που να καλύπτει τις ατομικές ανάγκες στέγασης του, ο εκμισθωτής (ή, εάν κατά την διάρκεια του μισθωτικού χρόνου έγινε μεταβίβαση της κυριότητας του μισθίου, ο νέος κύριος) μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου μετά την λήξη του συμφωνημένου μισθωτικού χρόνου, όχι όμως πριν από την πάροδο της κατ` αρ. 2 παρ. 1 εδ. α` (διετίας) τριετίας (από αβλεψία του νομοθέτη η ως άνω διάταξη δεν προσαρμόσθηκε, ως προς το νόμιμο χρόνο διάρκειας της μίσθωσης, προς την διάταξη του αρ. 2 παρ. 1 εδ. α`, η οποία όριζε, μετά την ως άνω αντικατάστασή της, ως ελάχιστο χρόνο διάρκειας της μίσθωσης την 3ετία) (3) Σε περίπτωση χρησιμοποίησης του μισθίου για κύρια κατοικία ή για μικτή χρήση (κατοικία και επαγγελματική χρήση), αν ο εκμισθωτής ή ο κύριος του μισθίου, σύζυγός τους ή τέκνα τους, δεν έχουν ιδιόκτητο χώρο στην ίδια πόλη ή σε προάστιό της που να καλύπτει τις ανάγκες στέγασης της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ο μισθωτής ή ο κύριος μπορεί να καταγγείλει την μίσθωση και να ζητήσει την απόδοση του μισθίου για ιδιόχρηση μετά την λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, όχι όμως πριν περάσει τριετία από την έναρξή της.
Ο νόμος αυτός έπαυσε να ισχύει από 1.7.1997 (αρ. 1 παρ. 1 ν. 2235/1994), ως εκ τούτου δε έκτοτε οι μισθώσεις ακινήτων που χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Α.Κ. Οι διατάξεις του ν. 1703/1987 δεν εφαρμόζονται ούτε στις μισθώσεις που είχαν συναφθεί υπό το κράτος της ισχύος του και καταλαμβάνονταν απ` αυτόν. Κατ` εξαίρεση εξακολουθεί να ισχύει η διάταξη του αρ. 2 παρ. 1 εδ. α` ν. 1703/1987 (όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 1 παρ. 5 ν. 2235/1994), η οποία ορίζει ότι η μίσθωση ακινήτου για κατοικία ισχύει τουλάχιστον για 3 έτη και αν ακόμη έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο χρονικό διάστημα ή για αόριστο χρόνο (και η οποία ισχύει και μετά την 30.6.1997 (ΕφΑθ 179/2000 ΕλλΔνη 41.837) καθώς και η παρ. 4 προστεθείσα με το αρ. 1 παρ. 4 ν. 2235/1994 στο αρ. 3 ν. 1703/1987 παράγραφος 6 για την καταγγελία μίσθωσης κύρια κατοικίας προκειμένου να χρησιμοποιηθεί το ακίνητο ως επαγγελματική στέγη, σύμφωνα με την οποία «Σε περίπτωση χρησιμοποίησης του μισθίου για κύρια κατοικία ή για μικτή χρήση (κατοικία και επαγγελματική χρήση), αν ο εκμισθωτής ή ο κύριος του μισθίου, σύζυγός τους ή τέκνο τους, δεν έχουν ιδιόκτητο χώρο στην ίδια πόλη ή σε προάστιό της, που να καλύπτει τις ανάγκες στέγασης της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ο εκμισθωτής ή ο κύριος μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση κα να ζητήσει την απόδοση του μισθίου για ιδιόχρηση μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, όχι όμως πριν περάσει τριετία από την έναρξή της. Προϋποθέσεις της καταγγελίας είναι η πρόθεση και δυνατότητα ιδιόχρησης του μισθίου. Στην περίπτωση αυτή τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά έξι (6) μήνες από την επίδοσή της στο μισθωτή».
Συμπερασματικά, η καταγγελία της μίσθωσης για ιδιόχρηση, επιτρέπεται πλέον μόνο στις εμπορικές μισθώσεις, με τους όρους που θέτει το π.δ. 34/1995, καθώς και στις μισθώσεις κατοικιών, με τους όρους που θέτει ο ν.2235/1994 και ειδικότερα υπό δύο μόνο προϋποθέσεις: α) η κατοικία να πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως επαγγελματική στέγη του εκμισθωτή ή του κυρίου του μισθίου, ή του συζύγου, ή του τέκνου τους και β) να μην έχουν αυτοί ιδιόκτητο χώρο στην ίδια πόλη ή σε προάστιό της, που να καλύπτει τις ανάγκες στέγασης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας.
Αμυγδαλιά Τσιάρα, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr