Προστασία του εγγυητή μετά την παραίτησή του από το δικαίωμα ελευθερώσεως (ΑΚ 862) σε περίπτωση δόλου και βαριάς αμέλειας του δανειστή
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ «Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη». Η εν λόγω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και ως εκ τούτου χωρεί παραίτηση του εγγυητή από τη σχετική ένσταση[1]. Προσφάτως, εντούτοις, αναγνωρίστηκε νομολογιακά με την 35/2019 Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, η δυνατότητα του εγγυητή σύμβασης χορήγησης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό να αποσβεσθεί η εγγύησή του εφόσον έγινε αδύνατη η ικανοποίηση του δανειστή από πταίσμα του τελευταίου, και δη δόλου ή βαριάς αμέλειάς του, ακόμα και όταν ο εγγυητής έχει παραιτηθεί από το σχετικό δικαίωμά του.
Έτσι, η απόφαση αποφάνθηκε ότι «κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν αποκλείεται από ενδεχομένη παραίτησή του εκ των προτέρων από του κατ’ άρθρο 855 ΑΚ δικαιώματος διζήσεως. Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζομένου με αυτή ευεργετήματος (ελευθερώσεως), όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή κατέστη αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 332 εδ. α’ ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (Ολ. ΑΠ 6/2000)». Τέθηκαν δηλαδή από το Δικαστήριο ως όρια της προστασίας του εγγυητή που παραιτήθηκε, αυτά της γενικότερης διάταξης 332 ΑΚ που απαγορεύει τις απαλλακτικές ρήτρες. Μ’ αυτό τον τρόπο, ακόμα κι αν προηγήθηκε παραίτηση του εγγυητή από το δικαίωμα ελευθερώσεως, αν το πταίσμα του δανειστή εντοπίζεται αποκλειστικά σε δόλο ή βαριά αμέλεια του, η παραίτηση είναι άνευ σημασίας διότι αποσβήνεται η ευθύνη του εγγυητή ούτως ή άλλως.
Στη συνέχεια έκρινε ότι, «πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες – πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 ΑΚ) ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερομένη κυρία οφειλή ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος, ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής, παρέλειψε να προβεί σ’ αυτόν. Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής, ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεώς του (ΑΠ 1296/2017 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν έχει περιληφθεί ορισμός της βαρείας αμέλειας, στο δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, πότε η αμέλεια φέρει τη μορφή εκείνης της βαρείας, αξιολογική κρίση η οποία υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1886/2014 ΝΟΜΟΣ)».Στην προκειμένη διαφορά, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο δανειστής είχε βαριά αμέλεια ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων του έναντι του πρωτοφειλέτη, διότι αν και γνώριζε ότι ο πιστούχος βρισκόταν σε «φθίνουσα οικονομική πορεία» και ότι «ήταν ασυνεπής στην εξόφληση των οφειλόμενων δόσεων της πίστωσης» καθυστέρησε επί επτά έτη να καταγγείλει τη σύμβαση και να απαιτήσει τις δόσεις.
[1] Βασίλης Αντ. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα, Τόμος Γ’ Ημιτόμος Γ’ Ειδικό ενοχικό Άρθρα 741-946, Αθήνα 2006, σελ. 596.
Χριστίνα Ρήγα
Ασκούμενη δικηγόρος
info@efotopoulou.gr