Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Σύγκρουση Διακριτικού Γνωρίσματος και Εμπορικού Σήματος

Η εμπορική επωνυμία επιχείρησης εξατομικεύει και διακρίνει τον φορέα της, ο δε διακριτικός τίτλος της επιχείρησης εξατομικεύει και διακρίνει ονομαστικά αυτήν στις συναλλαγές (βλ. Μ.-Θ. Μαρίνο, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, Γ` έκδ., 2009, σ. 255, 292 επ., 300 επ.). Δηλαδή, τα προαναφερόμενα διακριτικά γνωρίσματα (εμπορική επωνυμία και διακριτικός τίτλος) δεν αποσκοπούν στη διάκριση των προϊόντων ή υπηρεσιών της επιχειρήσεως (βλ. απόφαση ΔΕΚ της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, C-17/06, Celine σκέψη 21, πρβλ. αποφάσεις ΔΕΚ της 16ης Νοεμβρίου 2004, C-245/02, Anheuser-Busch, σκέψη 64, της 21ης Νοεμβρίου 2002, C-23/01, Robelco, σκέψη 34) και εφόσον η χρήση τους περιορίζεται στην ως άνω εξατομίκευση, δεν υφίσταται χρήση «για προϊόντα ή υπηρεσίες» ούτε συνεπώς, σύγκρουση με καταχωρισθέν σήμα (βλ. Celine σκέψη 21, ΠΠρΑΘ 3613 2010 Α` δημοσίευση Νόμος).
Ο διακριτικός τίτλος αλλά και η εμπορική επωνυμία αποτελούν μια ελεύθερη επιλεγείσα λεκτική ή ακόμα και απεικονιστική ένδειξη. Η προστασία του διακριτικού τίτλου δεν προϋποθέτει προηγούμενη επικράτηση στις συναλλαγές. Η επωνυμία και ο τίτλος είναι δυνατόν να απολαύουν τοπικής μόνο προστασίας (Εισαγωγή στο Εμπορικό Δίκαιο, Ευάγγελος Περάκης- Νικόλας Ρόκας, σελ. 531, Νομική Βιβλιοθήκη, 2011).
Μάλιστα, το άρθρο 126 του ν. 4072/2012 ορίζει τα εξής: 1. Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα στο δικαιούχο δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν
στις συναλλαγές:
α) το όνομα, το επώνυμο, την επωνυμία και τη διεύθυνση τους,
β) ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά της,
γ) το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως δε όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά, εφόσον η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο.
2. Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές ένα προγενέστερο δικαίωμα τοπικής ισχύος αν το δικαίωμα αυτό ασκείται στα εδαφικά όρια στα οποία αναγνωρίζεται.

Η επωνυμία και ο διακριτικός τίτλος μπορούν να χρησιμοποιούνται «για προϊόντα ή υπηρεσίες», όταν επιτίθενται στα προϊόντα που η εταιρία εμπορεύεται, καθώς και όταν συσχετίζονται με αυτά ή τις υπηρεσίες που εκείνη παρέχει (βλ Celine σκέψεις 22-23). Το τελευταίο συμβαίνει, όταν η επωνυμία και ο διακριτικός τίτλος χρησιμοποιούνται για συμπεριφορά, όπως η προσφορά και εμπορία προϊόντων υπό την επωνυμία ή το διακριτικό τίτλο. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρόκειται για τη λεγόμενη «γνήσια» σύγκρουση μεταξύ σήματος και διακριτικού γνωρίσματος του ουσιαστικού συστήματος (βλ. ΠΠρΑΘ 36132010 σκέψεις 3 και 23, ΠΠρΑΘ 6915/2010, σκέψη 9).

Η ως άνω διάταξη εισάγει εξαίρεση από την άσκηση του δικαιώματος του σηματούχου να απαγορεύει τη χρήση σημείων στις συναλλαγές. Η εξαίρεση δεν περιορίζεται στα ονόματα των φυσικών προσώπων (βλ. Celine σκέψη 31, Anheuser-Busch σκέψεις 77-80), αλλά καταλαμβάνει και την επωνυμία εταιρίας (βλ. Celine σκέψεις 32 και 36), καθώς και το διακριτικό τίτλο επιχείρησης. Δηλαδή, η εξαίρεση τυγχάνει εφαρμογής και στην περίπτωση της «γνήσιας» σύγκρουσης σήματος και διακριτικού γνωρίσματος του ουσιαστικού συστήματος. Η χρήση αυτή αποτελεί, κατ` ουσίαν, έκφραση της υποχρεώσεως θεμιτών ενεργειών έναντι των νομίμων συμφερόντων του δικαιούχου του σήματος (βλ. Celine σκέψη 33, Anheus er-Busch σκέψη 82, ΠΠρΑΘ 7356/2010 ΕπισκΕΔ 2011. 275) και πάντως όχι εν είδει σήματος. Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται η ειδική περίπτωση της σύγκρουσης σήματος, που αποτελείται από όνομα ή προσδιοριστικές δηλώσεις εμπορεύματος, προς παρεμφερές όνομα ή παρεμφερείς δηλώσεις, τις οποίες χρησιμοποιεί άλλος ανταγωνιστής. Η σύγκρουση αυτή αίρεται με τον περιορισμό των από το σήμα απορρεουσών εξουσιών υπέρ των άλλων ανταγωνιστών και της ολότητας, δηλαδή, με την κατάθεση του πρώτου σήματος δεν εμποδίζεται άλλος να χρησιμοποιήσει το όνομα, την επωνυμία, την κατοικία του, όπως και δηλώσεις για το είδος, το χρόνο και τον τόπο παραγωγής, την ποιότητα, τον προορισμό, την τιμή ή το βάρος κάποιου προϊόντος ή εμπορεύματος ομοειδούς, αν η χρησιμοποίηση αυτή δεν γίνεται «εν είδει σήματος», δηλαδή για τον προσδιορισμό της προέλευσης προϊόντων ορισμένης επιχείρησης, με την επίθεση αυτού επάνω στα προϊόντα αυτά ή στα εμπορεύματα. Υποδεικνύεται, έτσι, με τη διάταξη αυτή και η δεκτικότητα της κατάθεσης ως σήματος νεότερης ένδειξης, η οποία περιέχει τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή δηλώσεις (ΑΠ 330/2007 ΕΕμπΔ 2007. 425). Συνεπώς, δεν εμποδίζεται ο τρίτος, να χρησιμοποιεί σήμα άλλου ως επωνυμία του ή ως διακριτικό τίτλο της επιχείρησης του, προς διάκριση του στο εμπόριο όπου δραστηριοποιείται και συναλλάσσεται και όχι για τον προσδιορισμό της προέλευσης των προϊόντων ή υπηρεσιών της επιχείρησης του, υπό τον περαιτέρω, όμως, περιορισμό ότι η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα ισχύοντα στο εμπόριο και τη βιομηχανία συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 371/2012).

Δηλαδή, ο νόμος προσδίδει το δικαίωμα στα φυσικά και νομικά πρόσωπα να χρησιμοποιούν την επωνυμία και το διακριτικό τους τίτλο, ακόμα και αν υφίσταται κάποια – ανεκτή σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης- σύγχυση του ενδιαφερόμενου κοινού.

Ελένη Κλουκινιώτη

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί