Σύγκρουση μεταξύ σήματος και διακριτικού γνωρίσματος: Τίνος η προστασία υπερισχύει;
Το σήμα διαφέρει ουσιωδώς από το διακριτικό γνώρισμα. Το μεν σήμα έχει προτεραιότητα από την τυπική πράξη της κατάθεσής του, το δε διακριτικό γνώρισμα από το ουσιαστικό γεγονός της καθιέρωσής του στις συναλλαγές. Η γέννηση του δικαιώματος στο διακριτικό γνώρισμα (καθιέρωσή του) προϋποθέτει α) ότι το γνώρισμα αυτό έχει διακριτική δύναμη ικανή να το ξεχωρίζει από άλλο ομοειδές και β) έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές, έχει δηλαδή καταστεί γνωστό στους συναλλακτικούς κύκλους (μεταπωλητές και καταναλωτές) ότι διακρίνει ορισμένο εμπόρευμα ως προερχόμενο από ορισμένη επιχείρηση.
Ενόψει των ανωτέρω, σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει σύγκρουση μεταξύ ενός σήματος και ενός διακριτικού γνωρίσματος, τότε ισχύει ο κανόνας της χρονικής προτεραιότητας, υπό την προφανή έννοια ότι το διακριτικό γνώρισμα που αποκτήθηκε παλιότερα υπερισχύει του νεότερου. Έτσι, ο δικαιούχος του διακριτικού γνωρίσματος, επικαλούμενος την προτεραιότητά του, δικαιούται να αποκρούσει την αγωγή για παράλειψη του δικαιούχου του σήματος, που μπορεί να είναι και σήμα φήμης, ως κάτοχος υπέρτερου δικαιώματος, ο δε σηματούχος είναι υποχρεωμένος να ανεχθεί τη χρήση του διακριτικού γνωρίσματος μέσα στα εδαφικά όρια ισχύος του (ΑΠ 371/2012 ΧρΙΔ 2012, 533, ΕφΘεσ 353/2012 ΕλλΔ 2012, 552, ΕφΘεσ 2312/2009 ΕπισκΕμπΔ 2010, 159, ΠΠρΑθ 683/2012 ΕλλΔ 2014, 809).
Μπενάκη Βικεντία – Άννα
Δικηγόρος Αθηνών Μ.Δ.Ε.
info@efotopoulou.gr