Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου. Παραγραφή αυτού

Σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. β` του Ν. 489/1976, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, ασφαλισμένος είναι το πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Κατά το άρθρο 2 § 1 του ίδιου Νόμου, ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Περαιτέρω με το άρθρ. 6 § 1 του ιδίου Π.Δ. ορίζεται ότι “η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος στην οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου”, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ/τος “με την επιφύλαξη του δικαιώματος άσκησης αγωγής κατά του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου και του οδηγού, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν αυτός ασκεί την αξίωση της παρ. 1 του άρθρου 10, ενστάσεις, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση”, ενώ κατά το άρθρο 361 ΑΚ για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Από την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του ν. 2496/1997 που ορίζει το ελάχιστο περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, όπως η τελευταία αναφέρθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί ότι αποκλείεται από τον ασφαλιστή η κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, όταν ο οδηγός του, κατά το χρόνο του ατυχήματος, είτε δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος, το οποίο οδηγεί, άδεια οδήγησης, είτε τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ, σύμφωνα με τον προβλεπόμενο όμοιο περιορισμό της ευθύνης του ασφαλιστή στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 6 και 8 της ήδη καταργηθείσας με το άρθρο 17 του ν. 3557/2007, ισχύουσας όμως κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (1998) Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου “περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνην”, η οποία (διάταξη) ναι μεν ήταν ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 του ν. 489/1976, όπως ίσχυε κατά τον ως άνω χρόνο, αφού με αυτήν δεν καθοριζόταν κάποιος γενικός όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αλλά επιβαλλόταν περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, πλην, όμως τέτοια απαλλακτική ρήτρα μπορούσε, όπως προαναφέρθηκε, να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση (ΑΠ 1221/2015) και δη είτε με ενσωμάτωση αυτούσιων των όρων στη σύμβαση ασφάλισης είτε με παραπομπή της σύμβασης στους όρους της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, χωρίς να είναι απαραίτητο για τη δεσμευτικότητα του ασφαλισμένου από τους ενσωματωμένους στο ασφαλιστήριο όρους να υπογράφεται το ασφαλιστήριο και από αυτόν, αφού η αποδοχή των όρων του μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, όπως με την καταβολή του ασφαλίστρου, την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, τη δήλωση του επιγενόμενου ατυχήματος κ.λπ.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, όταν υπάρχει λόγος απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου, ο πρώτος δύναται να μετακυλίσει στο δεύτερο τη ζημία του τρίτου, αφού ικανοποιηθεί ο τελευταίος. Δηλαδή έναντι του τρίτου δεν απαλλάσσεται ο ασφαλιστής και υπεισέρχεται στη θέση του ο ασφαλισμένος, ο οποίος κατά κανόνα ήδη ευθύνεται από την αδικοπραξία σε βάρος τρίτου. Η μετακύλιση αυτή επιδιώκεται μέσω της αναγωγής. Το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου στηρίζεται στην αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/76, που αποκλείει στον ασφαλιστή να επικαλεσθεί την ασφαλιστική σύμβαση, προκειμένου να αρνηθεί την ασφαλιστική κάλυψη και συγκεκριμένα προκειμένου να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, ένσταση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, της ασφαλιστικής περίπτωσης που προήλθε κατόπιν παραβίασης ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους του αδικοπραγήσαντος ασφαλισμένου του, του επιβάλλει την καταβολή του ασφαλίσματος και την αποκατάσταση της ζημίας, παρά την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, και ταυτόχρονα η ιδία αυτή διάταξη επιφυλάσσει στον ασφαλιστή δικαίωμα άσκησης αναγωγής. Η αναγωγή αποτελεί ιδιαίτερη και αυτοτελή αξίωση που παράγεται απευθείας από το νόμο (άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 489/1976) και όχι από αδικοπραξία ή την σύμβαση. Παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή, όταν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου, είναι ο υπαίτιος οδηγός, ο αντισυμβαλλόμενος, ανεξάρτητα εάν έχει ή όχι παράλληλα και την ιδιότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή του κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλισμένος, δηλαδή ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου, έστω και εάν δεν οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο. Οι ως άνω περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή και εξαίρεσης αυτού από την ασφαλιστική κάλυψη αποτελούν στην πραγματικότητα καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, το οποίο απευθύνεται και αφορά κάθε ασφαλιζόμενο πρόσωπο, δηλαδή όχι μόνο τον οδηγό, αλλά και τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο του οχήματος, όταν οι τελευταίοι είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον οδηγό (ΑΠ 1253/2011, ΑΠ 1426/2010, ΑΠ 1168/2010), των περισσότερων υπόχρεων ευθυνομένων εις ολόκληρον, το δε δεδικασμένο της δίκης μεταξύ ασφαλιστή και ζημιωθέντος τρίτου δεν επιδρά στη δίκη μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου. Το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου, το οποίο κατά τα προαναφερόμενα στηρίζεται στην αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/76, υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, που προβλέπει ότι “Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια”, διότι, δεν υπάρχει διάταξη που να προβλέπει συντομότερη παραγραφή του δικαιώματος αυτού. Η παραγραφή του άρθρου 10 του ν. 2496/97 που ορίζει ότι “αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν”, αφορά τις απαιτήσεις και αξιώσεις του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου που ιδρύονται από την ασφαλιστική σύμβαση και όχι από το νόμο, όπως π.χ. η αξίωση του ασφαλιστή προς καταβολή του συμφωνηθέντος ασφαλίστρου. Και ναι μεν οι περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2496/1997 τυγχάνουν εφαρμογής στις διατάξεις περί υποχρεωτικής ασφάλισης του άρθρου 26 του ν. 2496/1997 πλην, όμως δεν τυγχάνουν εφαρμογής στις διατάξεις του ν. 489/1976, και συνεπώς ούτε στην περί αναγωγής ασφάλιση του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 2496/1997, κατά ρητή επιταγή της διατάξεως της παραγράφου 6 του ιδίου άρθρου του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζονται στην υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων (86/2019 ΑΠ)

Λένα Πολύζου

Δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί