Το δικαίωμα επικοινωνίας γονέα – τέκνου και η εξουσία του δικαστηρίου να επιβάλλει περιορισμούς στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος
Κατά το άρθρο 1520 ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά το N. 1329/1983, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και οι σχετικές με την επικοινωνία του αυτές λεπτομέρειες κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο. Η επικοινωνία αυτή ρυθμίζεται από το δικαστήριο με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου και τούτο διότι η ρύθμιση της άσκησης του ανωτέρω δικαιώματος κατά το άρθρο 1520 ΑΚ, λειτουργεί μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των διατάξεων που προβλέπουν την άσκηση του δικαιώματος και του καθήκοντος των γονέων για τη μέριμνα υπέρ του ανηλίκου τέκνου τους (άρθρα 1511 και 1512 ΑΚ), με βάση και σκοπό πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου, το οποίο (ενν. συμφέρον του τέκνου) αποτελεί αόριστη νομική έννοια και γενική ρήτρα, η οποία εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης.
Για να κριθεί, δε, τι αποτελεί συμφέρον του ανηλίκου, σε έκαστη εξεταζόμενη περίπτωση, εκτιμώνται τα περιστατικά που διαπιστώθηκαν, βάσει των αξιολογικών κριτηρίων που αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ περαιτέρω λαμβάνονται υπ’ όψιν και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής. Προσέτι, λαμβάνονται υπ’ όψιν και αξιολογούνται όλα τα επωφελή για το ανήλικο τέκνο στοιχεία και περιστάσεις – χωρίς να επιδρά στην απόφαση κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα ή η τυχόν υπαιτιότητα του γονέα στη διακοπή της συμβίωσης – καθώς και οι προκύπτουσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες θα ασκείται αυτή η προσωπική επικοινωνία[1].
Εντούτοις, το δικαστήριο με την απόφασή του δύναται να επιβάλλει, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο για την προστασία του συμφέροντος του τέκνου, περιορισμούς στην άσκηση της επικοινωνίας αυτού με το γονέα που δεν διαμένει μαζί, οι οποίοι μπορούν να αναφέρονται στον τόπο και το χρόνο της επικοινωνίας, στην ανάγκη παρουσίας τρίτων προσώπων κατά τη διάρκειά της ή ακόμη να συνίστανται στη λήψη μέτρων που διαμορφώνουν την επικοινωνία με ιδιαίτερο τρόπο, λόγω ειδικών περιστάσεων (ή ακόμη και να αποκλείσει το εν λόγω δικαίωμα).
Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικά τα όσα διαλαμβάνονται στην υπ’ αριθμ. 1286/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η οποία επικύρωσε την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε τις αιτιάσεις του εκεί αναιρεσείοντος, στηριζόμενες στο άρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών δικαίου διατάξεων των άρθ. 1510, 1511, 1512, 1513, 1520 ΑΚ και άρθ . 4 Συντάγματος, κρίνοντας ότι ήτο μεν αναγκαία προς το αληθινό συμφέρον του τέκνου η επικοινωνία αυτού με τον πατέρα του, πλην όμως ότι ένεκα της αδιαφορίας που είχε επιδείξει ο τελευταίος [αλλά και οι εκ μέρους του συγγενείς (γονείς κι αδέλφια)] στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος κι ως εκ τούτου της παντελούς έλλειψης οικειότητας που χαρακτήριζε τη μεταξύ τους διαμορφωθείσα σχέση, τυχόν διανυκτέρευση του ανήλικου τέκνου με τον πατέρα του θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις στην περαιτέρω ψυχοσωματική και ψυχοδιανοητική ανάπτυξη αυτού. Ειδικότερα, η προρρηθείσα απόφαση έκανε δεκτά επί λέξιν τα εξής: «[…] Ωστόσο, μέχρι σήμερα ο ενάγων, ενεργώντας εγωιστικά, δεν επεδίωξε να επικοινωνεί με το ανήλικο τέκνο του κατά τον τρόπο που όρισαν οι δύο δικαστικές αποφάσεις, με αποτέλεσμα να έχει δει μόνον μια φορά το ως άνω τέκνο του στις 7-3-2015. Πέραν της αποστολής εξωδίκων δηλώσεων προς την εναγομένη, με τις οποίες κατά τρόπο προσχηματικό αμφισβητούσε την ορθότητα των δικαστικών αποφάσεων και δικαιολογούσε τη μη επικοινωνία του με το ανήλικο δεν επέδειξε κάποιο πραγματικό ενδιαφέρον προς αυτό, αρνούμενος μάλιστα να καταβάλει και οποιοδήποτε ποσό για τη διατροφή του. Παρομοίως, έλλειψη οποιουδήποτε ενδιαφέροντος για το ανήλικο υπήρξε και εκ μέρους των συγγενών του (γονέων και αδελφών) του ενάγοντος, οι οποίοι ουδέποτε ζήτησαν να δουν τη μικρή Μ.. Έτσι, ακόμη και σήμερα είναι προφανής η παντελής έλλειψη οικειότητας μεταξύ του ενάγοντος και του ανηλίκου. Παρ’ όλα αυτά, όμως, το αληθινό συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει να μην αποξενωθεί αυτό ψυχικά από τον πατέρα του και, ως εκ τούτου, καθίσταται αναγκαία η επικοινωνία του ενάγοντος με αυτό, προκειμένου σταδιακά να καλλιεργηθούν και να αναπτυχθούν με την πάροδο του χρόνου τα αμοιβαία μεταξύ τους αισθήματα στοργής και αγάπης, που είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη του αισθήματος ασφάλειας και της ψυχικής ισορροπίας του ανηλίκου. Η επικοινωνία αυτή θα συμβάλει στην απαραίτητη δημιουργία του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου και στην ανάπτυξη της μεταξύ τους προσωπικής σχέσης, καθώς και στη μείωση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης του δεσμού των διαδίκων, με δυνατότητα του ενάγοντος να λαμβάνει γνώση της ανάπτυξης, της εξέλιξης της προσωπικότητάς του και γενικά της παρακολούθησης της όλης πορείας του. Ωστόσο, με οδηγό και γνώμονα το καλώς εννοούμενο συμφέρον του ανήλικου τέκνου, κατά τον καθορισμό του τρόπου και χρόνου επικοινωνίας του ενάγοντος με αυτό, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι προεκτεθείσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις, οι οποίες επιβάλλουν τους παρακάτω περιορισμούς στην άσκησή της. Ειδικότερα, μεταξύ των άλλων, θα πρέπει ιδιαίτερα να ληφθεί υπόψη αφενός μεν το γεγονός ότι ο ενάγων μέχρι σήμερα μόνον μία φορά έχει συναντήσει το ανήλικο τέκνο του, αφετέρου η πολύ μικρή ηλικία αυτού, το οποίο έχει συνηθίσει στην αποκλειστική φροντίδα και στοργή της μητέρας του, την οποία δεν μπορεί να αποχωριστεί, με αποτέλεσμα, λόγω της παράλειψης του ενάγοντος να επιδιώξει να επικοινωνήσει με το ανήλικο στο πλαίσιο της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και της εκκαλούμενης, να επιβάλλεται, τουλάχιστον κατά το πρώτο χρονικό διάστημα, περιορισμένη μεν, αλλά τακτική επικοινωνία, αλλά χωρίς δυνατότητα διανυκτέρευσης του ανηλίκου στην οικία του ενάγοντος, μέχρι να καταστεί σαφές και κατά τρόπο αναμφισβήτητο το πραγματικό ενδιαφέρον αυτού και, παράλληλα, να υπάρξει μία σταδιακή προσέγγιση του τελευταίου με το ανήλικο για τη σύσφιξη των μεταξύ τους σχέσεων και την ενδυνάμωση του συγγενικού τους δεσμού, δεδομένου ότι υπό τις παρούσες συνθήκες η διανυκτέρευση αυτού με τον πατέρα του κρίνεται ότι θα έχει δυσμενή επίδραση στην περαιτέρω ομαλή ψυχοσωματική και ψυχοδιανοητική του ανάπτυξη, με τη δημιουργία σ’ αυτό αισθήματος ανασφάλειας, καθόσον το περιβάλλον του πατέρα του είναι παντελώς άγνωστο στο ανήλικο. Επί πλέον, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, κρίνεται αναγκαίο να γίνονται οι συναντήσεις του εναγομένου με το ανήλικο με την παρουσία της εναγομένης μητέρας του, καθώς και ενός τρίτου προσώπου, συγγενή αυτής […]».
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr
[1] βλ. ΑΠ 58/2017, 1516/2005