Αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου εργαζόμενου, η οποία εκδηλώθηκε στα πλαίσια και εξ αφορμής της εξαρτημένης εργασίας, που παρείχε στον εργοδότη- Η εκδίκαση αυτής θα γίνει κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών
Σύμφωνα με το άρθρο 614 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών δικάζονται, μεταξύ άλλων, και οι εργατικές διαφορές. Σύμφωνα με την περίπτωση 3 στοιχ. α’ του ίδιου άρθρου, «Εργατικές διαφορές είναι οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής μεταξύ των εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή εκείνων που κατά νόμο έχουν δικαίωμα από την παροχή εργασίας τους και των εργοδοτών ή των διαδόχων τους». Με την εν λόγω ειδική διαδικασία εκδικάζεται κάθε διαφορά από σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ή και απλή σχέση εργασίας η εξ αφορμής αυτής, ανεξάρτητα του νομικού χαρακτήρα της διαφοράς, ως απορρέουσας από σύμβαση ή απλή σχέση εργασίας ή από αδικοπραξία που προκλήθηκε εξ αφορμής της εργασίας ή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επίσης η διαδικασία αυτή επεκτείνεται και στις διαφορές για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης από αδικοπραξία που συνδέεται με την εργασιακή σχέση (βλ. (ΑΠ 182/2015, δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου).
Ο διαφοροποιημένος πλέον τρόπος ασκήσεως της αγωγής στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίες έχει διαμορφώσει διαφορετική μεταξύ τους προδικασία, η οποία δεν επιτρέπει τη συνέχιση εφαρμογής της κρατούσας και επιτυχούς νομολογίας (Μακρίδου-Απαλαγάκη-Διαμαντόπουλος, Πολιτική Δικονομία, σελ, 11), που δεν αντιμετώπιζε τη διαδικασία εκδίκασης της διαφοράς, ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και επί εσφαλμένης διαδικασίας, δεν απέρριπτε την αγωγή ως απαράδεκτη, αλλά είτε κρατούσε την υπόθεση και τη δίκαζε με την προσήκουσα διαδικασία, αν εφαρμόζονταν όμοιοι κανόνες κατά την είτε την παρέπεμπε σε άλλη συνεδρίαση ενώπιον του (ΕφΛαρ 158/2001 Δικογραφία 2001. Σελ. 240). Υπό τις ισχύουσες ρυθμίσεις του ΚΠολΔ αναφορικά με την προδικασία της αγωγής, το δικαστήριο δεν μπορεί να κρατήσει και να δικάσει με την ορθή διαδικασία, τακτική ή ειδική, διαφορά η οποία εισήχθη με εσφαλμένη διαδικασία {Μακρίδου, ΕΠολΔ 2014, σελ. 191, Απαλαγάκη, Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν. 4335/2015, σελ. 17, Οικονόμου, ΕλΔ 2016, σελ. 39-40).
Στην υπόθεση που κρίθηκε με την υπ’ αριθ. 1709/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (απόφαση από υπόθεση του γραφείου μας, βλ. το κείμενο της απόφασης πατώντας εδώ, χειρισμός υπόθεσης δικηγόρος Λένα Πολύζου) η ενάγουσα εταιρεία εκθέτει ότι προσέλαβε τους εναγόμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι οι εναγόμενοι ενεργώντας από κοινού, χρησιμοποιώντας τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ιδιαίτερα τεχνάσματα, υπεξαίρεσαν ένα ποσό που περιήλθε στην κατοχή τους υπό την ιδιότητα τους και το ενσωμάτωσαν από κοινού στην περιουσία τους. Επικαλούμενη ότι από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη ισόποση με το ποσό που υπεξαιρέθηκε θετική ζημία αλλά και ηθική βλάβη, ζήτησε, δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον να της καταβάλουν το υπεξαιρεθέν ποσό ως αποζημίωση για τη θετική της ζημία και επικουρικά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης. Η υπ’ αριθ. 1709/2020 απόφαση έκρινε ότι η αγωγή αυτή, έχοντας τέτοιο περιεχόμενο, εσφαλμένα εισήχθη κατά την τακτική διαδικασία, αλλά, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, έπρεπε να εισαχθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, δοθέντος ότι η φερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων εκδηλώθηκε στα πλαίσια και εξ αφορμής της εξαρτημένης εργασίας, που παρείχαν στην ενάγουσα. Ωστόσο, λόγω της διαφορετικής προδικασίας και ιδιαίτερα του διαφορετικού τρόπου συζήτησης μεταξύ της τακτικής και της ειδικής διαδικασίας, μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 4335/2015 στον ΚΠολΔ, δηλαδή αφενός της κατ’ αρχήν «έγγραφης» μόνο συζήτησης της τακτικής διαδικασίας, η οποία (συζήτηση) συντελείται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, αφετέρου της υποχρεωτικής προφορικής συζήτησης της ειδικής διαδικασίας, έκρινε ότι δεν είναι δυνατή, η διακράτηση της υπόθεσης και η εκδίκαση της από το ίδιο Δικαστήριο κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία του άρθρου 614 περ. 3 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι το Δικαστήριο αυτό δεν μπορεί να δικάσει με την τακτική διαδικασία, εφαρμόζοντας τις διατάξεις της ειδικής, όταν έχει προηγηθεί η προδικασία του άρθρου 237 ΚΠολΔ, και να στηρίξει την αποδεικτική διαδικασία σε μία τυπική συζήτηση της υπόθεσης, όταν θα έπρεπε να είχε προηγηθεί ουσιαστική συζήτηση στο ακροατήριό του, την οποία στερήθηκαν οι διάδικοι, εξ αυτού του λόγου, της τυπικής συζήτησης της νέας τακτικής διαδικασίας. Επομένως, στην περίπτωση που το Δικαστήριο τούτο διακρατούσε την υπόθεση και εφάρμοζε την προσήκουσα ειδική διαδικασία, θα αποστερούσε τους διαδίκους από το δικαίωμα τους να καταθέσουν τις προτάσεις τους με τους ισχυρισμούς τους και τα αποδεικτικά τους μέσα το αργότερο στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, και κατ’ επέκταση και της δυνατότητάς τους να προσκομίσουν ακόμη και νεότερα, μετά την παρέλευση των εκατόν (100) ημερών που τάσσει ο νόμος (ΚΠολΔ 237), αποδεικτικά έγγραφα, καθώς και να εξετάσουν μάρτυρα για την αναγκαία υποστήριξη των ισχυρισμών τους που αφορούν την ουσία της υπόθεσης. Ενόψει τούτων, αποφάσισε να παραπεμφθεί η αγωγή σε άλλη συνεδρίαση του αυτού Δικαστηρίου προκειμένου να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 περ.3 ΚΠολΔ).
Λένα Πολύζου
Δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr