Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1, 21, 22 και 28 του Ν 5960/1933, η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, με την έννοια ότι ο ενάγων δικαιούχος από τραπεζική επιταγή δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη νόμιμης και έγκυρης αιτίας για την οποία εκδόθηκε ο τί... [περισσότερα]
Κατά τα διαλαμβανόμενα στην υπ’ αριθμ. 1575/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου[1], επί προκαταρκτικής εξέτασης ο νομοθέτης δε θέλησε τη χορήγηση και στον πολιτικώς ενάγοντα των ιδίων δικαιωμάτων που δίδει σε αυτόν μετά την κίνηση της ποινικής δίωξης (άρθρο 108 ΚΠΔ), διότι αποβλέπει στη σε σύντομο χρόνο ε... [περισσότερα]
Κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή. Σύμφωνα με την έννοια της διατάξεως αυτής, η φυσική απόσβηση της ενοχής επέρχεται με την καταβολή δηλαδή με την εντελή εκπλήρωση του αρχικού σκοπού της ενοχής που είναι η ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή. Οι προϋποθέσεις της έγκυρης καταβ... [περισσότερα]
Όπως έχει κριθεί από τη νομολογία, η παράδοση τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής. ... [περισσότερα]
Από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 30 του ν.δ. 356/1974 (Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων: ΚΕΔΕ) προκύπτει ότι από την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετήριου εγγράφου στον τρίτο δεν μπορεί αυτός να αποδώσει στον οφειλέτη του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα, η δε κατάσχεση... [περισσότερα]
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4, 7, 10 και 30 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 217 παρ. 1 ΚΔΔ (ν. 2717/1999) προκύπτει, ότι με αυτές οργανώνεται συνεκτικό σύστημα εισπράξεως δημοσίων εσόδων, με σκοπό το μεν να καθίσταται δυνατή και να μη ματαιώνεται η, συνταγματικώς ... [περισσότερα]
Με βάση την κατά το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν τη δυνατότητα να καθιερώσουν το έγγραφο ως συστατικό ή αποδεικτικό τύπο της δικαιοπραξίας, δηλαδή να συμφωνήσουν ότι η πραγμάτωση κάποιων όρων της συμφωνίας ή εκτέλεση γεγονότος θα γίνεται ή θα αποδεικνύετ... [περισσότερα]
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 303 ΑΚ, υποχρέωση για λογοδοσία υφίσταται σε κάθε περίπτωση διαχείρισης ξένης – εν όλω ή εν μέρει – περιουσίας, η οποία (ενν. διαχείριση) συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες ή περιστρέφεται μόνο γύρω από εισπράξεις ή δαπάνες. Με την υποχρέωση αυτή βαρύνεται, δε, εκείν... [περισσότερα]
Κατά την πάγια θέση της νομολογίας, για την κατάφαση ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υφίσταται το κατ’ αυτού δικαίωμα ή ότι τούτο δε... [περισσότερα]
Με βάση την κατά το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν τη δυνατότητα να καθιερώσουν το έγγραφο ως συστατικό ή αποδεικτικό τύπο της δικαιοπραξίας, δηλαδή να συμφωνήσουν ότι η πραγμάτωση κάποιων όρων της συμφωνίας ή εκτέλεση γεγονότος θα γίνεται ή θα αποδεικνύετ... [περισσότερα]
Γενική καθ’ ύλην αρμοδιότητα για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων έχει το μονομελές πρωτοδικείο, υπέρ του οποίου ισχύει το τεκμήριο αρμοδιότητας (683 παρ. 1 ΚΠολΔ)[1]. Εάν, βεβαίως, αρμόδιο για την κύρια υπόθεση είναι το ειρηνοδικείο, τότε αυτό καθίσταται αρμόδιο για τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων (683 ... [περισσότερα]
Τα δικαστικά έξοδα, ως αναγκαία (δικαστική) δαπάνη, προκειμένου για διανομή κοινής περιουσίας, βαρύνει όπως και κάθε άλλη δαπάνη κοινού (βλ. άρθ. 794 ΑΚ) τη διανεμητέα περιουσία, με την πρόδηλη μάλιστα έννοια του καταλογισμού αυτής σε βάρος όλων των διαδίκων και του συμψηφισμού αυτών (δικαστικών εξό... [περισσότερα]